Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΝΟ 6


                                                                       18
Ο Πλάτων βγήκε από το γραφείο τρέχοντας σαν τον άνεμο. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει κανένας για να τον εμποδίσει, ούτε έξω από το γραφείο, ούτε στην πύλη του Μεγάρου. Έγιναν όλα τόσο γρήγορα, που οι άντρες της ασφάλειας σάστισαν για μια ακόμη φορά, βλέποντας τον περνάει από δίπλα τους τρέχοντας σαν σπρίντερ κι αυτοί να είναι ανίκανοι να τον σταματήσουν. Έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα, αλλά την διαφορά την έκαναν οι κινήσεις ακριβείας που συντόνιζε το υπέροχο μυαλό του. Η απόσταση μέχρι το ξενοδοχείο ήταν περίπου ένα χιλιόμετρο, αλλά ο χρόνος τον πίεζε ασφυκτικά. Το μυαλό του, που είχε ήδη κουραστεί αρκετά από την υπερπροσπάθεια, άρχισε τους υπολογισμούς.
Βγήκε στον κεντρικό δρόμο και τρέχοντας πεζός στην άσφαλτο τα μάτια του εντόπισαν το αναγκαίο μέσο. Άλλαξε απότομα πορεία και φτάνοντας δίπλα σε έναν μοτοσικλετιστή τον έσπρωξε όσο πιο χαλαρά γινόταν, τον έπιασε και τον ακούμπησε απαλά στο οδόστρωμα, ανέβηκε στην μηχανή ζητώντας συγγνώμη και ξεκίνησε. Ο μοτοσικλετιστής θα εξομολογούταν αργότερα ότι δεν κατάλαβε πως βρέθηκε ξαφνικά καθιστός στον δρόμο αντικρίζοντας έναν άγνωστο να απομακρύνεται γοργά με την μηχανή του. Και μπορεί ο Πλάτων να μην είχε οδηγήσει ποτέ του μηχανή, όμως αυτή έγινε γρήγορα προέκταση του εαυτού του. Η πορεία του ήταν συγκεκριμένη, σαν να υπήρχε στο μυαλό του ενσωματωμένος πλοηγός και αυτός οδηγούσε λες και ήταν τρένο, σε σταθερή τροχιά, σε απόλυτες γραμμές. Περνούσε τα φανάρια ακόμη και με κόκκινο, αφού οι υπολογισμοί του μυαλού του με βάση την αντίληψη του για τον χώρο και την κίνηση των άλλων οχημάτων του έδιναν την δυνατότητα να χρησιμοποιεί κάθε παραθυράκι στον χωροχρόνο που μπορούσε να εκμεταλλευτεί.
Επιτέλους, έφτανε στο ξενοδοχείο, όταν παρατήρησε το μποτιλιάρισμα στον δρόμο μπροστά του. Υπήρχαν αρκετοί  αστυνομικοί κι ένα ασθενοφόρο και το συγκεντρωμένο πλήθος είχε αποκλείσει όλες τις πιθανές διαδρομές του. Παράτησε την μηχανή και άρχισε να τρέχει πάνω από τα αυτοκίνητα, υπό το βλέμμα των έκπληκτων θεατών. Περνώντας δίπλα από το ασθενοφόρο, είδε το πρόσωπο της κοπελιάς που κείτονταν νεκρή και ακινητοποιήθηκε. Ήταν η Αντιγόνη, η ευγενική ρεσεψιονίστ. Κοντοστάθηκε μόνο για μια στιγμή κοιτώντας το τσακισμένο κορμί της κοπέλας. Ο εγκέφαλός του αποτύπωσε την τραγική φωτογραφία των ματιών του, συνέδεσε τα κομμάτια του παζλ και μόλις συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί, ξεκίνησε να τρέχει και πάλι με μανία. Κι αυτή την φορά, ίσως και με ένα ξένο προς αυτόν συναίσθημα να προσπαθεί να βγει στην επιφάνεια. Ναι, ναι, αισθανόταν οργή, οργή και μίσος να τον κατακλύζουν!

Ο Αστυνόμος ήταν στημένος απέναντι απ’ το κρεβάτι πάνω στο οποίο είχε σύρει την Νεφέλη, η οποία έκλαιγε με λυγμούς, αιμορραγώντας ακόμη ασταμάτητα, γυμνή κι εκτεθειμένη. Κοίταζε με μάτια θολά από τα δάκρυα το τσακάλι απέναντι της να χαϊδεύει το όπλο του. Το σκηνικό ήταν το καλύτερο δυνατό με τις παρούσες συνθήκες για τον Αστυνόμο. Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, λένε και τι καλύτερο από το να απολαύσεις οπτικά αυτό το θέαμα. Ήθελε να δει με τα μάτια του τον πόνο και την απόγνωση στο βλέμμα του Πλάτων. Αυτός έκλαψε κι οδυρόταν μονός του στο νεκροτομείο όπου πήγε για να αναγνωρίσει το πτώμα του Άλκη. Η απόλυτη οδύνη, η απόλυτη μοναξιά στο σύμπαν μας δεν είχαν ούτε έναν θεατή. Ήταν όμως μεγαλόψυχος. Θα πρόσφερε στον αλητάκο την ευκαιρία να βιώσει την δικιά του οδύνη παρέα με κάποιον. Θα ήταν ο θεατής του, πριν γίνει ο δήμιος του!
Ο Πλάτων βγήκε από το ασανσέρ και προχώρησε αργά προς το δωμάτιο. Δεν κυκλοφορούσε κανένας στον διάδρομο, όμως οι αισθήσεις του ήταν στο κόκκινο ουρλιάζοντας: «Κίνδυνος». Έπαιρνε βαθιές ανάσες αλλά δεν είχε καταφέρει να ανακτήσει  τις δυνάμεις του, αν και ένιωθε με αγωνία ότι θα έπρεπε να τις χρησιμοποιήσει σε λίγο, παρά την ολοκληρωτική εξάντλησή του. Τώρα έβλεπε την πόρτα του δωματίου. Έμοιαζε κλειστή, όμως η τρύπα περίπου στο μέσο της και η κατεστραμμένη κλειδαριά μαρτυρούσε ότι κάποιος είχε ήδη, και με βίαιο τρόπο, μπει μέσα. Στάθηκε μπροστά της και πήρε μια βαθιά και παρατεταμένη ανάσα, η οποία δεν μπόρεσε να εξαφανίσει την ενοχλητική ζαλάδα που χόρευε στο κεφάλι του. Ενεργοποίησε τα χέρια του και νιώθοντας την Δύναμη να τρεμοσβήνει απ’ την εξάντληση, έσπρωξε αστραπιαία την πόρτα και στάθηκε στην είσοδο με χέρια τεντωμένα έτοιμα να φτύσουν την θανατηφόρα τους Δύναμη. Είδε απέναντι του τον Αστυνόμο, εκείνο τον ενοχλητικό τύπο που είχε γνωρίσει στο νοσοκομείο και απότομα η μηχανή του μυαλού του έσβησε.
 «Πως είναι δυνατόν» αναρωτήθηκε κι η απελπισία τον επισκέφθηκε. Αυτός τον κοίταζε με μάτια ορθάνοικτα κι ένα σαρδόνιο χαμόγελο ευχαρίστησης (είχε ακούσει το ασανσέρ να ανοιγοκλείνει και μια σιγανή φωνή μέσα του τον ενημέρωσε ότι μάλλον είχε έρθει η ώρα!)  και είχε κι ο ίδιος τα χέρια του τεντωμένα, κρατώντας ένα πιστόλι, στραμμένο προς το κρεβάτι. Ο Πλάτων δεν είχε οπτική επαφή με τον προορισμό της σφαίρας που περίμενε υπομονετικά μες το πιστόλι, όμως μπροστά από την γωνία που έκανε το δωμάτιο πρόβαλαν τα κατακόκκινα πόδια της Νεφέλης πάνω στην άκρη του κρεβατιού. Αντιλήφθηκε το αιμάτινο μονοπάτι μπρος του κι ο χρόνος πάγωσε μες το μυαλό του. Τα πάντα σταμάτησαν και έγιναν μια εικόνα. Δεν ήξερε αν θα προλάβαινε το μοιραίο. Μέχρι να φτάσει η Δύναμη από τα χέρια του στον Αστυνόμο αυτός ίσως θα είχε προλάβει να πατήσει την σκανδάλη. Γαμώτο, ίσως ήδη είχε ξεκινήσει να την πιέζει. Απόγνωση ήρθε και εγκαταστάθηκε μέσα του καθώς ένιωσε τα χέρια του να τρέμουν και την Δύναμη να σιγοσβήνει. Οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν!
Ο χρόνος άρχισε και πάλι να κυλά. Ο Αστυνόμος διάβασε την απόγνωση και την εγκατάλειψη στο βλέμμα του και το χαμόγελο του έγινε ακόμη μεγαλύτερο, σχεδόν μακάβριο με τα χείλη του να τραβιούνται αφύσικα, φανερώνοντας μια όχι και τόσο ανθρωπινή οδοντοστοιχία. Ο Πλάτων έπεσε εξαντλημένος στα γόνατα με τα χέρια του να παραδίδονται πέφτοντας στα πλευρά του. Το πράγμα γινόταν όλο και καλύτερο για τον Αστυνόμο.
-Αλητάκο, αυτό είναι όλο; Δεν θα προσπαθήσεις να σώσεις την πουτανίτσα σου; Και τι ήταν αυτό με τα τεντωμένα χέρια όταν μπήκες μέσα; Θα πετάξεις καμιά σφαίρα… ή καμιά παντόφλα, ρώτησε και ξέσπασε σε γέλια με το πιστόλι τώρα στραμμένο χαμηλά. Σοβάρεψε ακαριαία. Άκου την πόρνη να πεθαίνει, είπε και το αριστερό του χέρι ξεκίνησε πάλι να πάρει θέση, σημαδεύοντας την Νεφέλη στο κεφάλι. Σκόπευε να της ανοίξει ένα τρίτο μάτι πριν ασχοληθεί με τον αλητάκο.
Ο Πλάτων γύρισε το βλέμμα του πάνω του και έδωσε όλο του το είναι. Πίεσε τον εαυτό όσο δεν θα τον πίεζε κανένας άνθρωπος, για κανέναν λόγο, ποτέ! Τα μάτια του σχεδόν άστραψαν στέλνοντας μια σκέψη γεμάτη οργή και μίσος. Το κορμί του σφίχτηκε ολόκληρο κι ο ίδιος μόρφασε από τον πόνο, καθώς ένιωσε τις ραφές του κρανίου του να ραγίζουν και τον εγκέφαλό του, σχεδόν να γλιστράει από μέσα. Ο άντρας μπροστά του είχε σχεδόν εκτείνει το χέρι του μέχρι το επιθυμητό σημείο, όταν...
«Τι στην ευχή» πρόλαβε να σκεφτεί τρομαγμένος! Το χέρι του άλλαξε απότομα πορεία. Γύρισε αργά, αλλά σταθερά προς τα πίσω, πλησιάζοντας το πιστόλι όλο και πιο κοντά στο πρόσωπο του. Δεν είχε πλέον τον έλεγχό του.
Για πρώτη φορά στην ζωή του ένιωσε έναν απερίγραπτο τρόμο. Προσπάθησε όσο μπορούσε να ανακτήσει με την σκέψη του τον έλεγχο του χεριού του για να το σταματήσει. Μάταια όμως, καθώς αν και λόγω της εξάντλησης του Πλάτων και σε αντίθεση με τους άλλους, είχε απόλυτη συνείδηση του μυαλού του, δεν είχε τον έλεγχο του κέντρου του εγκεφάλου που καθορίζει τις κινήσεις των μυών. Έβλεπε και βίωνε εμβρόντητος το κορμί του να μην υπακούει στις εντολές του, αλλά σε αυτές κάποιου ξένου. Το κρύο μέταλλο του σιγαστήρα ακούμπησε τελικά κάτω από το πηγούνι του, ακριβώς στο κέντρο. Με απίστευτη προσπάθεια κατάφερε και γύρισε με τρόμο το βλέμμα του προς τον Πλάτων. Ο ιδρώτας που κατέβαινε ποτάμι απ’ το μέτωπό του έτσουζε τα μάτια και θόλωνε το οπτικό του πεδίο, αλλά μπόρεσε να διακρίνει με δέος έναν απόκοσμο άντρα, με γυάλινα μάτια σαν φλόγες και έναν κόκκινο καταρράκτη να τρέχει από τα ρουθούνια του, να τον κοιτάζει μοχθηρός με μίσος, και με μια υποψία χαμόγελου, ίσως λίγο σαρκαστικά! Το δάχτυλο του πίεσε την σκανδάλη, όταν ξεκίνησε με ορθάνοιχτα μάτια να ρωτήσει με αγωνία:
«Ποιος ... τι είσαι; Κύριε!»
Καμιά απόκριση. Το μυαλό του τινάχτηκε στο ταβάνι και το σώμα του σωριάστηκε βαρύ στο πάτωμα, μπρος τα μάτια της έντρομης Νεφέλης.
-Πλάτων, έσκουξε με όσες δυνάμεις της είχαν απομείνει και πριν χάσει τις αισθήσεις της, νιώθοντας την επιβλητική του παρουσία  μπρος την αποτρόπαια αυτοκτονία που αντίκρισαν τα μισόκλειστα μάτια της. Ίσως με μια μικρή ικανοποίηση να τρυπώνει στο μυαλό της που έσβηνε. Όμως ο Πλάτων δεν μπόρεσε να απαντήσει. Μια φράση «Αγαπημένη…» ξεκίνησε από το εξουθενωμένο του μυαλό, όμως δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει στα χείλη του. Αισθάνθηκε κάτι σαν ένα απέραντο κι απειλητικό μαύρο κενό να τον περικυκλώνει, όλες οι αισθήσεις και οι σκέψεις του χάθηκαν και σωριάστηκε στο πάτωμα. Το σκοτάδι τον τύλιξε ξανά κι αυτή την φορά ήταν πηχτό σαν βούρκος, παγωμένο κι αφιλόξενο!
                                                                              19
«Κυρίες και κύριοι διακόπτουμε το πρόγραμμα μας για μια έκτακτη είδηση...». «Απίστευτη ιστορία με νεαρό να παραβιάζει την ασφάλεια του πρωθυπουργικού Μεγάρου...». «Μυστήριο καλύπτει δυο θανάτους και δυο τραυματισμούς στο κέντρο της πρωτεύουσας...».
Όλα σχεδόν τα κανάλια και τα ραδιόφωνα έκαναν έκτακτες συνδέσεις με το Μέγαρο Μαξίμου, αλλά και το ξενοδοχείο, καθώς δυο φαινομενικά άσχετα γεγονότα φαίνονταν τελικά να συνδέονται. Οι επιτελείς της κυβέρνησης προσπάθησαν να κρύψουν το συμβάν με τον Πλάτων, αλλά όταν τόσοι άνθρωποι γίνονται μάρτυρες ενός ασυνήθιστου γεγονότος, τότε κομμάτια της αληθείας πάντα βρίσκουν τον δρόμο για την κοινή γνώμη. Έστω κι αλλοιωμένη με τις υπερβολές και τις αντιφάσεις των μαρτυριών.
 «...νέος άντρας, με ασυνήθιστες ικανότητες κατάφερε...»  «Στο κέντρο της πόλης, σε δωμάτιο πολυτελούς ξενοδοχείου βρέθηκε ένας νεκρός αστυνομικός και δυο τραυματίες νέοι... ». «Ο νέος λέγεται ότι μπήκε αφού κατάφερε να κοιμίσει την φρουρά, είδε για λίγο τον πρωθυπουργό και έφυγε εξίσου ανενόχλητος …»
Πλήθος ερωτημάτων άρχισαν να γεννιούνται στο μυαλό της κοινής γνώμης, πολύ δε περισσότερο με τις συνήθεις, υπερβολικές εκφράσεις και χαρακτηρισμούς των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Ποιος ήταν αυτός ο νέος; Από ερχόταν και τι ήθελε στις ζωές των Ελλήνων;
Αυτό που κατάφερε πάντως αμέσως η κυβέρνηση ήταν να μην διαρρεύσει για λογούς εθνικής ασφάλειας, όπως ειπώθηκε, καμιά πληροφορία σχετικά με τον νεαρό. Οι αστυνομικοί που έφτασαν πρώτοι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου βρήκαν τρεις ανθρώπους αναίσθητους, σε ένα δωμάτιο πλημμυρισμένο στο αίμα. Ο ένας, συνάδελφος τους όπως εξακρίβωσαν αργότερα, διαπίστωσαν αμέσως ότι ήταν νεκρός, μιας και τα μυαλά του είχαν σχηματίσει ένα μακάβριο ψηφιδωτό στο ταβάνι. Η κοπελιά στο κρεβάτι, γυμνή και αιματοβαμμένη, ήταν μεταξύ ζωής και θανάτου, πάνω σε ένα στρώμα ποτισμένο με αίμα. Και ο τρίτος, πεσμένος στην είσοδο, αιμορραγούσε ακόμη από την μύτη όταν ήρθαν. Μια κόκκινη, πηχτή λιμνούλα είχε σχηματιστεί γύρω του!
Τα ασθενοφόρα ήρθαν γρήγορα και πήραν τους δυο νέους και οι γιατροί έδωσαν πραγματική μάχη για να κρατήσουν την κοπέλα στην ζωή. Την έβαλαν  κατευθείαν στο χειρουργείο, όπου της αφαίρεσαν την σφαίρα, η οποία είχε χτυπήσει την μηριαία αρτηρία, και της μετάγγισαν πολλά λίτρα αίμα. Η εγχείρηση πήγε καλά, αλλά οι γιατροί ήταν απαισιόδοξοι, καθώς τα ζωτικά της σημεία εξασθενούσαν σταδιακά.
-Εμείς ότι ήταν να κάνουμε το κάναμε. Τώρα είναι η σειρά του, είπε ο χειρουργός δείχνοντας ψηλά, ενώ η Νεφέλη βρισκόταν ανήμπορη, με το νήμα της ζωής της να μικραίνει αργά αλλά σταθερά, στην εντατική.
Ο νεαρός από την άλλη ήταν πολύ περίεργη περίπτωση. Προσπαθούσαν να σταματήσουν την αιμορραγία από την μύτη, όμως αυτή, ενώ περιορίστηκε αρχικά, συνέχισε έστω και με αργό ρυθμό. Ότι και να έκαναν απλώς δεν έπιανε. Είχε χάσει κι αυτός αρκετό αίμα και φαινόταν βυθισμένος σε κώμα, αλλά τα ζωτικά του σημεία ήταν ικανοποιητικά. Δεν είχε κάποιο τραύμα και η αξονική τομογραφία δεν έδειξε κάποιο παθολογικό αίτιο. Η καρδιά του λειτουργούσε δυνατά και σταθερά.
Το μυστήριο για τους γιατρούς στο χειρουργείο ξεκίνησε όταν προσπάθησαν να του μεταγγίσουν το απαραίτητο αίμα, αλλά διαπίστωσαν έντρομοι ότι δεν μπορούσαν να τον τρυπήσουν με τις βελόνες. Προσπάθησαν μια, δυο και τρεις φορές. Το δέρμα του ήταν μεν ελαστικό, αλλά ταυτόχρονα γινόταν πιο σκληρό στο σημείο που το άγγιζαν. Και στο σημείο που προοριζόταν να μπει η βελόνα σκλήραινε απίστευτα αμέσως μόλις αυτή ερχόταν σε επαφή με το δέρμα του. Κάθε προσπάθεια λοιπόν αποδείχτηκε μάταιη. Πανικός κατέλαβε τις εμβρόντητες νοσοκόμες μπρος το απίστευτο αυτό γεγονός και οι γιατροί έμειναν με ορθάνοικτα μάτια και στόματα από την έκπληξη. Κανένα πλάσμα πάνω στην Γη δεν είχε τέτοιες ιδιότητες. Κάποιοι σκέφτηκαν ότι ίσως το δέρμα του δημιουργεί μια τοπική ασπίδα προσπαθώντας να τον προστατέψει από κάθε εξωτερική εισβολή. Κι όντως αυτό έκανε!
Το εγκεφαλογράφημα, που του έκαναν επίσης ξάφνιασε τους γιατρούς.
-Τι στο διάολο είναι αυτό, ρώτησε ο επικεφαλής των γιατρών μην έχοντας δει ξανά κάτι παρόμοιο σε τριάντα και πλέον χρόνια εμπειρίας. Ο εγκέφαλος ενός ανθρώπου σε κώμα έχει σχεδόν μηδενική δραστηριότητα. Αντιθέτως, ο εγκέφαλος του νεαρού, που βρισκόταν σε κώμα, ή μάλλον σε λήθαργο, απέναντι τους λειτουργούσε με απίστευτους ρυθμούς. Αν ήταν αυτοκίνητο θα μπορούσαμε να πούμε ότι είχε ξεπεράσει προ πολλού την κόκκινη γραμμή. Και όλοι ξέρουμε τι συμβαίνει σε έναν κινητήρα που πηγαίνει για μεγάλο χρονικό διάστημα στα κόκκινα. Καίγεται!
Σε λίγο ο ήλιος θα έπεφτε και η νύχτα θα καθόταν στον θρόνο της. Ο χρόνος έμοιαζε να κυλάει πιο αργά από ποτέ. Οι κορυφαίοι γιατροί, όλων των ειδικοτήτων, του νοσοκομείου βρισκόταν στο δωμάτιο του Πλάτων και συζητούσαν την απίστευτη περίπτωση του, ζητώντας παράλληλα κάθε βοήθεια, σκέψη, άποψη, μέσω τηλεδιασκέψεων με συναδέλφους τους, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Η εργασία τους είχε τελειώσει από ώρες, κανείς τους όμως δεν σκέφτηκε καν να αφήσει μόνο του τον ασθενή. Όχι πριν αρχίσουν να απαντιούνται κάποια από τα τεραστία ερωτηματικά, που ορθωνόταν μπροστά τους. Ερωτήματα που προκαλούσε το ανεπανάληπτο ανθρώπινο ον που κείτονταν μπροστά στα άπληστα μάτια και τα πεινασμένα μυαλά τους.
Η πόρτα άνοιξε κι ένας άντρας πλησίασε τον διευθυντή του νοσοκομείου ψιθυρίζοντας του κάτι στο αυτί. Ο γιατρός σούφρωσε τα φρύδια του από έκπληξη και βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο.
-Καλησπέρα, κύριοι. Πως μπορώ να σας βοηθήσω, ρώτησε με ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη αντικρίζοντας μια ομάδα περίπου δέκα ατόμων, που φορούσαν ομοιόμορφα γκρίζα κοστούμια και τον κοίταζαν απολύτως σοβαροί.
Ένας γεροδεμένος και ψηλός άντρας, κοντά στα σαράντα πέντε, πλησίασε και του είπε χαμηλόφωνα:
-Κύριε διευθυντά, υπάρχει ζήτημα εθνικής ασφαλείας. Λέγομαι Οδυσσέας  και είμαι από την ΕΥΠ, συμπλήρωσε δείχνοντας του την υπηρεσιακή του ταυτότητα. Ο νεαρός μέσα στο δωμάτιο βρίσκεται από αυτήν την στιγμή στην δικαιοδοσία της πολιτείας. Σας παρακαλώ, προετοιμάστε την μεταφορά του για αύριο το βράδυ.
Η κατάσταση ήταν πρωτοφανής για τον γιατρό, που δεν είχε ξαναζήσει κάτι τέτοιο. Σάστισε γιατί το μυαλό του γυρνούσε από την ασυνήθιστη περίπτωση του νεαρού στην ΕΥΠ και πάλι πίσω, σαν πινγκ-πονγκ. Μες την σύγχυση του για τον απίστευτο νεαρό αδυνατούσε να δει το προφανές, ότι  οι πράκτορες του κράτους ήθελαν για λογαριασμό της κυβέρνησης τον μυστηριώδη ασθενή του;
-Με συγχωρείτε, άλλα ο νεαρός είναι σε κρίσιμη κατάσταση και δεν μπορείτε να τον πάρετε. Τουλάχιστον, όχι μέχρι να βελτιωθεί η κατάσταση του, είπε όσο πιο αποφασιστικά μπορούσε, με μια κρυφή, αλλά μικροσκοπική ελπίδα.
-Κοίτα, γιατρέ, είπε με απότομο ύφος ο πράκτορας, έχω δέκα αυτοκίνητα και τριάντα άντρες γύρω από το κτίριο. Δεν βρίσκονται εδώ χωρίς λόγο. Μαλάκωσε την φωνή του και πρόσθεσε: Καταλαβαίνω την θέση σου, άλλα υπάρχει απευθείας εντολή από τον πρωθυπουργό να μεταφερθεί ο νέος κάπου αλλού. Δεν μπορώ να σου πω που, άλλα μπορώ να σου πω ότι θα τύχει της καλύτερης δυνατής περίθαλψης. Και θα σε κρατάμε ενήμερο για την κατάσταση του! Πρόκειται για ασυνήθιστη περίπτωση, άλλα αυτό θα το ξέρεις ήδη, πρόσθεσε με νόημα. Θα τον μεταφέρουμε αύριο το βράδυ, λοιπόν, πρόσθεσε χαμηλόφωνα για να εισπράξει το ηττημένο βλέμμα κατάφασης του γιατρού.
Ο γιατρός ήξερε καλύτερα από τον καθένα ότι επρόκειτο για ασυνήθιστη περίπτωση και κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να μείνει ο ασθενής στην δικαιοδοσία του από την στιγμή που είχε επιληφθεί του θέματος ο ίδιος ο πρωθυπουργός, η κεφαλή της κρατικής εξουσίας. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου και μπήκε μέσα απογοητευμένος. Ο πράκτορας τον ακολούθησε. Στάθηκαν δίπλα στο κρεβάτι. Ο γιατρός έδωσε εντολή στους συναδέλφους του να προετοιμαστούν για την μεταφορά του ασθενή το επόμενο βράδυ. Έκοψε απότομα κάθε προσπάθεια των συναδέλφων του να αντιδράσουν, κάποιοι και με υπερβάλλοντα ζήλο, που γέννησε η διαταγή του και έμεινε να κοιτάζει τον Πλάτων. Δεν ήταν ο μόνος. Ο πράκτορας κοίταζε τον αναίσθητο νεαρό, όπως κοιτάζουν τα μικρά παιδιά κάτι  καινούριο, κάτι  πανέμορφο  και  άκρως  ενδιαφέρον  για  πρώτη  φορά.  Τα μάτια του σκανάριζαν με γρήγορες ματιές από πάνω μέχρι κάτω τον αναίσθητο νεαρό. Είχε  αυτό το βλέμμα, γεμάτο απορία, αγωνία και θαυμασμό ταυτόχρονα.
Δεν είχαν περάσει παρά λίγες μόνο ώρες και ότι ήξερε για τον κόσμο μας μέχρι εκείνη την στιγμή είχε αναιρεθεί ξεδιάντροπα. Τον κάλεσε αιφνιδιαστικά ο υπουργός Δημόσιας Τάξης και πήγαν μαζί να συναντήσουν τον πρωθυπουργό. Είχε λύσει με την ομάδα του μερικές από τις δυσκολότερες υποθέσεις των τελευταίων ετών, υποθέσεις σχετικές τόσο με την τρομοκρατία, όσο και με το κοινό έγκλημα. Δεν κόλλαγε πουθενά, ούτε απέναντι σε ιδεαλιστές τρομοκράτες κι ούτε βεβαίως απέναντι σε αδίστακτους μαφιόζους. Ήταν πανέξυπνος και κυρίως ήταν αφοσιωμένος στον σκοπό του. Δεν ήταν καριερίστας, ήταν ιδεολόγος. Και ακριβώς τέτοιους ανθρώπους αποφάσισε να εμπιστευτεί ο πρωθυπουργός για την πιο περίεργη υπόθεση που έξυνε αποκρουστικά το πίσω μέρος του μυαλού του. Η επιλογή του Οδυσσέα ήταν επομένως προφανής για τον επικεφαλής της υπηρεσίας Πληροφοριών. Χρειαζόταν έναν άνθρωπο με ακέραιο και έντιμο χαρακτήρα, έναν σύγχρονο σκλάβο του κράτους, τον Οδυσσέα!
Στο Μέγαρο Μάξιμου μίλησε με τους λίγους ανθρώπους, που είχαν βιώσει πραγματικά τα γεγονότα και άκουσε ιστορίες βγαλμένες, μάλλον από τα μυαλά ψυχιατρικών ασθενών, παρά από έχοντας σώα τα φρένας κρατικών λειτουργών. Άκουσε για έναν νέο, που κυρίεψε λέει το μυαλό των φυλάκων. Έβαλε τον επικεφαλής τους να πει λόγια που δεν ήθελε και τους άλλους δυο να κάνουν κάτι που δεν ήθελαν, όντας αυτοί παντελώς ανίκανοι να αντιδράσουν. Όσοι βίωσαν την κατάληψη του νου τους δεν θυμόταν αργότερα τίποτα.
 «Σοβαρά μιλάμε;»
Και ύστερα άκουσε για την Δύναμη. Άπλωσε το χέρι του λέει και κάτι αόρατο, σαν ορμητικό φύσημα του ανέμου, χτύπησε τους φύλακες έξω από το γραφείο και τους πέταξε στον τοίχο. Δεν μπορούσε να καταλάβει την ομαδική αυτή παράκρουση, άλλα σίγουρα υπήρχε κάποια εξήγηση. Έφτασε τελικά στο πρωθυπουργικό γραφείο, όπου ο πρωθυπουργός συσκέπτονταν με τον υπουργό Εσωτερικών, και τον υπουργό  Δημόσιας Τάξης, τους δυο στενότερους συνεργάτες του .
-Κύριε πρωθυπουργέ, ενημερώθηκα από τους ανθρώπους σας εδώ για το τι συνέβη και ομολογώ ότι διέκρινα μια υπερβολή στην περιγραφή τους. Βασικά, θεωρώ ότι πρόκειται για υπερβολές, μιας και είναι αδύνατον να είναι αλήθεια όλα...
Σταμάτησε όταν είδε τον πρωθυπουργό να τον κοιτάζει απόλυτα σοβαρός, καθώς προχωρούσε αργά προς το μέρος του. Τον κοίταζε απευθείας στα μάτια, με ένα έντονο βλέμμα γεμάτο απορίες, άλλα και γνώση. Τα μάτια του θαρρείς ήθελαν να μιλήσουν. Τον παραξένεψε αυτό, άλλα ... Ναι, δεν εξηγείται αλλιώς. Είχε δει. Ο πρωθυπουργός είχε δει αυτά που υποστήριζαν οι άντρες της ασφάλειας του.
 «Μα τότε δεν μπορεί παρά να είναι αλήθεια». Κοίταξε, σχεδόν ικετευτικά, τον πρωθυπουργό αναμένοντας, μια λέξη, ένα νεύμα, κάτι χειροπιαστό.
Αυτός από την πλευρά του βρισκόταν σε σύγχυση, προσπαθώντας από την στιγμή της συνάντησης του με τον Πλάτων και ύστερα να κατανοήσει το ακατανόητο. Ήρθε απρόσμενα, τον είδε κι έφυγε εξίσου απρόσμενα, αφήνοντας πίσω του τόνους απορίες κι ένα μυαλό ανίκανο να καταλάβει. Το περιστατικό στο ξενοδοχείο περιέπλεξε την κατάσταση κι από όταν ενημερώθηκε από τους άντρες του ότι βρήκαν τον νεαρό, που είχε εισβάλλει στο υποτιθέμενα καλύτερα φυλασσόμενο κτίριο της χώρας έτσι απλά (αργότερα έμαθε ότι το όνομά του ήταν Πλάτων), στο μυαλό του τριγυρνούσε μια μόνο επιθυμία. Δεν τον ενδιέφερε τίποτα άλλο εκτός από το να τον συναντήσει ξανά και να μιλήσει μαζί του. Και τότε θα πρέπει να ... να αποφασίσει! Δεν ήξερε ποια απόφαση θα έπρεπε να πάρει, ούτε ποιοι δρόμοι θα ανοιγόταν μπροστά του, αισθανόταν όμως μια απόλυτη βεβαιότητα ότι η απόφαση αυτή όχι μόνο δεν θα ήταν καθόλου εύκολη, μα αντιθέτως, σκέφτηκε, ότι ίσως θα έκρυβε μέσα της το απίθανο, όπως απίθανος ήταν κι ο ίδιος ο νεαρός, ο Πλάτων!
-Δεν ξέρω ποιος ήταν αυτός ο νέος. Δεν ξέρω καν τι ήταν. Είναι άνθρωπος, είναι εξωγήινος, είναι… Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν έχει υπάρξει άλλος σαν αυτόν. Έτσι, ελπίζω βασικά, γιατί αν υπάρχουν κι άλλοι … Σταμάτησε όταν μια ερώτηση στριφογύρισε μέσα του. Δεν ξέρω αν είναι για  καλό ή για κακό η ύπαρξη του, αλλά δεν θα αργήσουμε να το μάθουμε, είπε με νόημα στον εμβρόντητο απ’ τα ανήκουστα μαντάτα Οδυσσέα.
 Φαινόταν ευγενικός νέος, αν μπορούσε να διώξει απ’ την σκέψη του το βλέμμα αρπακτικού που είχε όταν εισέβαλε στο γραφείο του, άλλα ο πρωθυπουργός ήταν απολύτως βέβαιος ότι θα μπορούσε να γίνει εξίσου φονικός. Ναι, θα μπορούσε κάλλιστα να προκαλέσει μεγάλη ζημία … κι αυτή η Δύναμη. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ αυτό το αμυδρό κι αραχνοΰφαντο γαλάζιο φως που χόρευε πάνω στα δάχτυλα του νεαρού. Πόσο γλυκό φαινόταν και πόσο θανατηφόρο, ήταν σίγουρος, θα μπορούσε να γίνει. Καθισμένος στο γραφείο του, παρουσία των δυο υπουργών και του Οδυσσέα, έχοντας διώξει όλους τους άλλους, άρχισε να καταστρώνει ένα σχέδιο.
                                                                                20
Η βραδιά κύλησε ήσυχα στο νοσοκομείο με τον Πλάτων αναίσθητο, δεκάδες φρουρούς να τον φυλάνε, έξω από το δωμάτιό του και σε όλο το νοσοκομείο, και την Νεφέλη να ακροβατεί στο χείλος της ύπαρξης. Παράλληλα, ο Οδυσσέας και η ομάδα του οργάνωσαν  μια γιγαντιαία επιχείρηση μεταφοράς του Πλάτωνα σε ένα μυστικό και ειδικά διαμορφωμένο χώρο της ΕΥΠ. Η μεταφορά είχε προγραμματιστεί για το βράδυ της ηλιόλουστης μέρας που ξημέρωνε, μιας και ένα ολόκληρο τσίρκο από δημοσιογράφους είχε στηθεί από νωρίς στο προαύλιο του νοσοκομείου.
Βλέπετε, όσοι ήρθαν σε  επαφή με τον Πλάτων, τόσο στο πρωθυπουργικό Μέγαρο, όσο και στο νοσοκομείο  δεν μπόρεσαν, και δεν ήταν δυνατόν,  να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό και τα νέα  τόσο μέσω των ελληνικών μέσων ενημέρωσης, όσο κι από το διαδίκτυο είχαν ήδη ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και ανταποκριτές από κάθε γωνιά του πλανήτη έφταναν διαρκώς για να μάθουν όσα μπορούσαν για έναν περίεργο νεαρό με πρωτόγνωρες δυνάμεις. Γιατροί- πράκτορες της ΕΥΠ, θα έμπαιναν μαζί του στο ασθενοφόρο, το οποίο θα βρισκόταν στο μέσο μιας απίστευτης για τα ελληνικά δεδομένα αστυνομικής φάλαγγας.
Η ώρα έφτασε καθώς σκοτείνιαζε και με συντονισμένες ενέργειες η γιγάντια επιχείρηση ξεκίνησε. Οι αστυνομικοί έκλεισαν τους απαραιτήτους δρόμους, απαγορεύτηκε η παραμικρή παρουσία δημοσιογράφων και η πομπή κινήθηκε γρήγορα προς τον προορισμό της. Μια ολόκληρη πόλη βρισκόταν για λίγα λεπτά σε άγνωστους, περίεργους ρυθμούς. Έβλεπες την απορία και την περιέργεια ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων. Στους πεζούς που ψιθύριζαν καθώς έβλεπαν να ξετυλίγεται μπροστά τους το απόλυτο μυστήριο: «Μα τόση αστυνομία; Ποιον μεταφέρουν επιτέλους;» Στους τηλεθεατές, που παρακολουθούσαν με αγωνία τα ρεπορτάζ των καναλιών. Οι πληροφορίες ήταν συγκλονιστικές, αν βεβαίως αλήθευαν. Δεν μπόρεσαν παρά να δουν λίγα  πλάνα από την μεταφορά κι αυτά ήταν τραβηγμένα από τολμηρούς δημοσιογράφους υπό δύσκολες συνθήκες λόγω της απόλυτης απαγόρευσης που είχε επιβληθεί. Κι όμως οι εικόνες της σχεδόν στρατιωτικής μεταφοράς με την ασυναγώνιστη δύναμη της, έστω και ελάχιστης, ζωντανής σύνδεσης άλωσαν τα σπίτια των Ελλήνων. Όλοι συνειδητοποιούσαν ότι ζούσαν κάτι πρωτόγνωρο, αλλά κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί εκείνη την στιγμή ότι βίωναν μια στροφή στην ροή της ιστορίας!
Αυτό που δεν πρόσεξε κανείς ήταν ότι τρία ασθενοφόρα βγήκαν σχεδόν ταυτόχρονα από το νοσοκομείο. Το πρώτο ξεκίνησε με τις σειρήνες αναμμένες για κάποιο έκτακτο περιστατικό. Το δεύτερο ήταν αυτό, που συγκεντρώνοντας τα διψασμένα βλέμματα όλων μπήκε στην μέση της πομπής και η μεγαλύτερη αστυνομική επιχείρηση στα χρονικά του ελληνικού κράτους ξεκίνησε. Η πομπή δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί όταν κι ένα τρίτο ασθενοφόρο βγήκε και έστριψε προς την αντίθετη κατεύθυνση με ένα συμβατικό όχημα να ακολουθεί.
-Μάλλον, είμαστε εντάξει, είπε ο Οδυσσέας, κοιτώντας προσεκτικά τους καθρέπτες του από την θέση του συνοδηγού. Άλλα τρία άτομα καθόταν στις πίσω θέσεις. Σήκωσε τον ασύρματο μπροστά του και είπε:
-Πως είναι τα πράγματα εκεί; Όλα εντάξει;
Μια φωνή απάντησε αμέσως:
 -Όλα καλά, αρχηγέ. Ο ασθενής είναι ήρεμος και προχωρούμε σύμφωνα με το σχέδιο.
Τέσσερις πράκτορες, δυο εκ των οποίων γιατροί, συνόδευαν τον Πλάτων μες το ασθενοφόρο. Η επιχείρηση αντιπερισπασμού είχε πετύχει και τα δυο οχήματα κατευθυνόταν χωρίς την παραμικρή ενόχληση προς τον χώρο που είχαν προτείνει και είχε αποδεχτεί το πρωθυπουργικό γραφείο. Είχαν δοθεί εντολές σε όλους να μην έχουν μαζί τους τίποτε που θα μπορούσε να προδώσει την θέση τους και κυρίως να μην έχουν μαζί τους κινητά τηλέφωνα. Δεν εμπιστευόταν κανέναν και σίγουρα όχι της πολυεθνικές εταιρίες κινητής τηλεφωνίας. Μόνο ο Οδυσσέας είχε μαζί του ένα καρτοκινητό, για να επικοινωνεί με την υπηρεσία του όταν κι αν θα χρειαζόταν. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός ήταν καθοδόν και θα τους συναντούσε εκεί φτάνοντας σε μίση περίπου ώρα.
Τα φώτα της πόλης έλουζαν το σκοτάδι, το φως τους όμως έσβηνε σταδιακά στους καθρέπτες τους, καθώς τα δυο οχήματα απομακρυνόταν απ’ αυτήν. Τα κτίρια διαρκώς λιγόστευαν πίσω τους, ώσπου μπήκαν σε μια από τις τελευταίες ανεκμετάλλευτες περιοχές της πρωτεύουσας. Έφτασαν σε ένα λοφάκι στα νοτιοανατολικά της πόλης, κοντά στην θάλασσα, όπου ένα παλιό πέτρινο κτίριο, βγαλμένο από τις σελίδες ιστοριών τρόμου, δέσποζε στη κορυφή του. Έμοιαζε σαν φάρος, έτοιμος να εκπληρώσει το καθήκον του. Ένας ψηλός τοίχος με συρματόπλεγμα στην κορυφή του περιστοίχιζε το αγρόκτημα και μια πινακίδα έγραφε: ΠΡΟΣΟΧΗ! ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ ΡΕΥΜΑ! Τα κουφάρια μικρών πουλιών στην βάση του τοίχου πιστοποιούσαν την μακάβρια αλήθεια.
Η σιδερένια πόρτα άνοιξε όταν ένας φύλακας είδε στη κάμερα πρώτα το ασθενοφόρο και πίσω του μια θωρακισμένη Μερσεντές να πλησιάζουν. Πέρασαν την είσοδο και ακολούθησαν το μοναδικό χωμάτινο δρομάκι, το οποίο οδηγούσε μέσα από πυκνή βλάστηση, ψηλά δέντρα άλλα και θάμνους, στην κορυφή του λόφου. Πλησιάζοντας μπορούσε να διακρίνει κανείς έστω και στο αμυδρό φως ένα διώροφο πέτρινο κτήριο, κτισμένο τουλάχιστον πενήντα χρόνια πριν. Τρία αυτοκίνητα ήταν σταθμευμένα μπροστά στο κτήριο και ένας προβολέας άναψε όταν τα δυο οχήματα πάρκαραν μπρος την είσοδο.
Την ιδία ώρα η τεραστία αστυνομική φάλαγγα φτάνοντας στον υποτιθέμενο προορισμό της στα βόρεια της πόλης άρχισε να διαλύεται. Έτσι ξαφνικά οι φάροι έσβησαν, οι μηχανές άρχισαν να στρίβουν στα στενά, τα οχήματα άλλα σταματούσαν και άλλα συνέχιζαν, επίσης στρίβοντας ακανόνιστα και το ασθενοφόρο μένοντας μόνο του, άναψε τις σειρήνες του και σταμάτησε στην  είσοδο  μιας πολυκατοικίας. Οι  τραυματιοφορείς  βγήκαν  τρέχοντας  και μαζί με τον γιατρό μπήκαν στην πολυκατοικία.
Μια μηχανή μεγάλου κυβισμού, που ακολουθούσε διακριτικά την πομπή από απόσταση αφότου ξεκίνησε από το νοσοκομείο, σταμάτησε λίγο πιο πίσω. Οι δυο αναβάτες, φορώντας μαύρη δερμάτινη στολή και κράνος περίμεναν υπομονετικά. Μετά από δέκα λεπτά είδαν το πλήρωμα του ασθενοφόρου να μεταφέρει ένα αναπηρικό καρότσι με επιβάτη έναν  ηλικιωμένο κύριο.
-Τι στο καλό, αναρωτήθηκε ο οδηγός της μηχανής.
-Δεν ξέρω, απάντησε προβληματισμένος ο συνοδηγός του. Γέλασε μέσα από το κράνος του στην ιδέα ότι μάλλον τους είχαν παραπλανήσει. Φαίνεται ότι οι Έλληνες είναι πιο έξυπνοι απ’ όσο δείχνουν, είπε με μια δόση ειρωνείας στην φωνή του. Όπως φαντάζεστε, δεν μιλούσαν ελληνικά! Τουλάχιστον όχι μεταξύ τους!
                                                                                      21
Ένιωθε κρύο, μια απίστευτη, σχεδόν απόκοσμη, σκοτεινή παγωνιά. Αισθανόταν το κορμί του κοκαλωμένο και ήταν ανίκανος να κινηθεί, έστω και στο ελάχιστο. Ένιωθε όμως το ψύχος να κάθεται βασανιστικά πάνω στο δέρμα του και να τρυπώνει απρόσκλητο μες τα κύτταρά του. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να σκεφτεί. Τουλάχιστον, το μυαλό του λειτουργούσε και μάλιστα άψογα, όπως είχε συνηθίσει το τελευταίο διάστημα. Δεν άκουγε τίποτα, δεν έβλεπε τίποτα, παρά μόνο συλλογιζόταν την κατάστασή του, καθώς το απόλυτο κρύο άγγιζε τον πυρήνα της ύπαρξης του. Δεν πίστευε ότι ήταν νεκρός. Μάλλον όχι! Άλλα είχε, κατά τα φαινόμενα, μπει σε μια νέα φάση αλλαγής, την οποία πρέπει να πυροδότησε η εξαντλητική χρήση των δυνάμεών του.
Ναι, δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Όπως την πρώτη φορά, που έχασε τις αισθήσεις του, μετά την συνάντηση με τον «γορίλα». Δεν μπορούσε να φανταστεί καν τι καινούριο τον περίμενε, όταν θα έβγαινε από το κουκούλι του. Έλπιζε μόνο να γίνει γρήγορα, γιατί ... Σκέφτηκε την Νεφέλη! Έφερε την τελευταία εικόνα της στο μυαλό του. Χτυπημένη, πολύ άσχημα κατά τα φαινόμενα, με το αίμα να κυλάει γρήγορα, διώχνοντας την ζωή από μέσα της και αυτός ήταν ανίκανος να την βοηθήσει. Παραδόξως, και παρά την στιγμιαία απόγνωση του δεν ένιωσε το παραμικρό μίσος στην σκέψη αυτή. Το μίσος που τον είχε οδηγήσει στο να αναγκάσει τον Αστυνόμο να αυτοκτονήσει. Είχε αγαπήσει (ένιωθε σίγουρος γι’ αυτό) αυτό το κορίτσι και νοιαζόταν για αυτήν, αλλά ότι έγινε, έγινε γιατί απλώς δεν γινόταν αλλιώς. Δεν ήταν στο χέρι του να το αποτρέψει και δεν αισθανόταν καμιά θλίψη για αυτό. Τέλος!
«Τόσο απλά;»
Τότε σαν να κατάλαβε για πρώτη φορά τον ρόλο που του επιφύλασσε η Ιστορία. Τέλος στην συμβατική ηθική των σκλάβων. Τέλος στην δουλική ηθική της ταπεινοφροσύνης και της αγνότητας, της αυταπάρνησης και της άβουλης υποταγής. Τέλος στην αντιμετώπιση των υπολοίπων ανθρώπων σαν σε ίσους. Τέλος! Έπρεπε να κατακτήσει αυτή την νοοτροπία. Όχι στον οίκτο, ναι στην αγάπη! Όχι στην εξίσωση, ναι στην διαφορετικότητα, μέσω της οποίας κάθε άνθρωπος ανάλογα με τον βαθμό κατάκτησης της γνώσης, θα όφειλε να ανελίσσεται στην ιεραρχία των ανθρώπινων κοινωνιών. Τότε ήταν που άρχισε να ξεδιαλύνει βαθιά στον πυρήνα της σκέψης του η ομιχλώδης αναζήτηση της πορείας που όφειλε να ακολουθήσει.
Και ταυτόχρονα, ο καινούριος του εαυτός άρχισε να σχηματοποιείται μέσα του σαν μια απόκοσμη Σκιά, η οποία αντιλήφθηκε την ύπαρξή της και πάνω απ’ όλα τον σκοπό της! Κλεισμένη… ή ίσως παγιδευμένη, σε ένα ανθρώπινο σώμα, μια μηχανή επιβίωσης των γονιδίων και της συνείδησης, απέναντι σε ένα μυαλό που δεν είχε επίγνωση της ύπαρξής της (όχι ακόμη!) και σε μια ηθική του παρελθόντος θα πάλευε για την Αρετή! Όχι, για τον εαυτό της, αλλά για όλους του ανθρώπους πάνω στην Γη. Η αίσθηση της αυτογνωσίας, πληρέστερη κι απ’ αυτήν την απόλυτη αίσθηση της γέννησης, ήταν τόσο ηδονιστική, που θριαμβευτικά κύματα αγαλλίασης σάρωσαν το κορμί του Πλάτωνα!
Ένιωσε σε εκείνη την μοναδική στιγμή ζεστό αίμα να κυλάει ξαφνικά από την μύτη του. Μπορεί αυτό να συνέβαινε εδώ και ώρες στον κόσμο έξω από το μυαλό του, όμως μόλις τώρα το αντιλήφθηκε ο Πλάτων. Και η γλυκεία, σχεδόν τρυφερή, του αίσθηση, τόσο στην γεύση πάνω στα χείλη του, αλλά και στην επαφή του με το κρύο του δέρμα, έδωσε πνοή στο μαρμαρωμένο του σώμα. Δεν μπορούσε ακόμη να κινηθεί, άλλα τουλάχιστον ένιωσε ολοζώντανος. Όλες του οι αισθήσεις ενεργοποιήθηκαν αυτόματα και ένιωσε να ανακτά και πάλι τον έλεγχο, όταν μια σκέψη γεννήθηκε, σε ένα μυαλό καθοδηγητή των αλλαγών. Πέρασε από το ασυνείδητο στο συνειδητό και ο Πλάτων απόρησε.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος ελέγχει από μόνος του και με τέλειο τρόπο λειτουργίες με τις οποίες δεν χρειάζεται εμείς καν να ασχολούμαστε. Για παράδειγμα, όταν υπάρχει μια ανοιχτή πληγή και το σώμα μας αιμορραγεί, ο εγκέφαλός μας οργανώνει όλες τις παραμέτρους ίασης, όπως το κλείσιμο της πληγής μέσω της πήξης του αίματος. Συγκεκριμένα κύτταρα παίρνουν εντολή και μεταβαίνουν στο σημείο της αιμορραγίας και την σταματούν. Άλλα κύτταρα παίρνουν εντολή και αναλαμβάνουν την επούλωση των τραυματισμένων ιστών. Όλα γίνονται μόνα τους, αυτόματα, χωρίς την παραμικρή μας συμμετοχή, χωρίς να έχουμε συνείδηση της λειτουργίας αυτής. Ο πολυκύτταρος οργανισμός μας λειτουργεί από μόνος του, υπό την καθοδήγηση του ασυνείδητου μέρους του εγκεφάλου μας  μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια. Τουλάχιστον αυτό συνέβαινε σε κάθε περίπτωση στα δισεκατομμύρια σώματα που έζησαν πάνω στην Γη. Μέχρι τώρα!
Ο Πλάτων έδωσε εντολή στο σώμα του να σταματήσει η αιμορραγία από την μύτη. Θέλησε, ή μάλλον απαίτησε, από αυτό να κάνει κάτι όχι στον προβλεπόμενο χρόνο, άλλα άμεσα, τώρα. Περίμενε περίεργος να δει τι θα συμβεί, όταν ένας φρικτός πόνος τον διαπέρασε την στιγμή που ολόκληρο το σώμα του συντόνισε μια και μοναδική ενέργεια. Τα γονίδια του έκαναν για πρώτη φορά κάτι έξω από την θέληση τους και τα κύτταρά του για πρώτη φορά στην ιστορία αποκτώντας μια ολοένα και βαθύτερη συνειδητοποίηση υπηρέτησαν την συνείδηση, αυτή του Πλάτων και όχι τις εντολές που είναι γραμμένες στον πυρήνα τους. Η αιμορραγία σταμάτησε σε μια και μοναδική στιγμή, την ιδία ακριβώς στιγμή που και στον κόσμο έξω από το μυαλό του οι γιατροί στο ασθενοφόρο την είδαν επιτέλους να σταματάει. Έτσι ξαφνικά! Ο πόνος διήρκησε απειροελάχιστα, άλλα του φάνηκε αιώνας, καθώς τα μόρια του σώματός του ενήργησαν γρήγορα και συντονισμένα. Τον εγκατέλειψε αργά, σαν να τον άφηνε χωρίς την θέλησή του, δίνοντας την  θέση του στο γνώριμο αίσθημα της εξάντλησης.
Αισθάνθηκε ικανοποίηση και μια υπέροχη ζέστη τον αγκάλιασε διώχνοντας απότομα το κρύο. Ένιωσε το φως να διαλύει το σκοτάδι γύρω του και μισάνοιξε αργά τα μάτια του. Είδε μια κουκκίδα φωτός μες το απόλυτο σκοτάδι να τον πλησιάζει γοργά. Το φως τον τύφλωσε στιγμιαία και μες την εξάντληση του άκουσε ψιθύρους. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα σχεδόν σκοτεινό δωμάτιο. Ανοιγόκλεισε γρήγορα τα μάτια του μέχρι να προσαρμοστούν. Γύρισε το κεφάλι του αριστερά και είδε τα γνώριμα νοσοκομειακά μηχανήματα. Ήταν και πάλι καλωδιωμένος, άλλα ... Δεν πρέπει να βρισκόταν σε νοσοκομείο όπως την προηγούμενη φορά, γιατί δεν υπήρχε ούτε ένα παράθυρο. Πέτρινα. υγρά τείχη τον κύκλωναν και μόνο μια λάμπα στο κέντρο του δωματίου, προσπαθούσε ανεπιτυχώς να νικήσει το σκοτάδι. Απέναντι του υπήρχε ένας μεγάλος καθρέπτης και μια μεταλλική πόρτα στην δεξιά άκρη του τοίχου. Η πόρτα ακούστηκε να ανοίγει ηλεκτρονικά και μια φιγούρα πρόβαλλε δειλά. Η πόρτα έκλεισε  πάλι ασφαλίζοντας με έναν κοφτό ήχο και η φιγούρα τον πλησίασε.
-Γεια σου, Πλάτων! Αφού δεν μπόρεσες να έρθεις εσύ, ήρθα εγώ σε σένα, άκουσε την γνώριμη φωνή του πρωθυπουργού, ο οποίος ξεπρόβαλε στο ημίφως, ελαφρώς τρεμάμενη. Ο Πλάτων θέλησε  με πρόσωπο κουρασμένο κι ένα χαμόγελο ικανοποίησης, να σηκώσει το χέρι για χειραψία, άλλα το κρύο μέταλλο στον καρπό του, τον ενημέρωσε ότι ήταν αλυσοδεμένος. Ένιωσε το κρύο μέταλλο και στον άλλο του καρπό Αισθανόταν πολύ εξαντλημένος για να αντιδράσει, ακόμη κι αν το ήθελε. Χαμογελώντας ακόμη έκλεισε τα μάτια του και αποκοιμήθηκε ήρεμα. Αισθάνονταν ασφαλής!
                                                       22
Οι δυο αναβάτες έφτασαν στον προορισμό τους, κάπου στο κέντρο της μηρμηγκούπολης. Πάρκαραν την μηχανή τους πάνω στο πεζοδρόμιο, όπως συνήθιζαν και οι υπόλοιποι, και ανέβηκαν στο διαμέρισμα τους, στον τρίτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας, φορώντας ακόμη τα κράνη τους. Δεν μίλησαν καθόλου μέχρι που έκλεισαν την πόρτα πίσω τους και ο νεαρότερος απ’ τους δυο, γύρω στα τριάντα, ψιθύρισε μιλώντας στα αγγλικά:
-Κάτι μου βρωμάει σ’ αυτήν την υπόθεση, αφεντικό. Και δεν νομίζω ότι ο Αρχηγός θα μείνει ικανοποιημένος από την αναφορά μας, είπε  κατευθυνόμενος γοργά στον φορητό υπολογιστή, που τους περίμενε ανοιχτός πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Μα είδες πως εξαφανίστηκαν με μιας; Λες και ήξεραν! Δεν έχω ακούσει ξανά για τέτοιο… κόλπο της ελληνικής αστυνομίας.
Το διαμέρισμα ήταν ένα μικρό δυαράκι, με ενιαίο κουζινάκι και καθιστικό, ένα μικρό μπάνιο και ένα υπνοδωμάτιο, με δυο μόνα κρεβάτια. Αποτελούσε τον ορισμό της λιτότητας, ακριβώς ότι χρειαζόταν για ανθρώπους σαν αυτούς. Είχαν μια δουλειά να κάνουν και μετά επιστροφή στην πατρίδα. Το «αφεντικό» κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο χωρίς να μιλήσει. Ο νεαρός πήρε θέση κι ετοιμάστηκε να πληκτρολογήσει ένα μήνυμα στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Περίμενε υπομονετικά, μέχρι που το «αφεντικό», και προφανώς επικεφαλής, επέστρεψε. Φορούσε μόνο ένα μποξεράκι (η ζέστη αυτής της πόλης του ήταν ανυπόφορη), αποκαλύπτοντας ένα τέλεια γυμνασμένο σώμα. Ήταν περίπου ένα ενενήντα ψηλός κι εκατόν δέκα κιλά, ένα σύνολο τεράστιων και δυνατών μυών. Παρά τα σαράντα περίπου χρόνια που κουβαλούσε στην πλάτη του, ήταν ένας άνθρωπος η εικόνα του οποίου  προκαλούσε πολύ εύκολα τον φόβο στους άλλους, χωρίς καμιά απολύτως προσπάθεια.
Έχοντας αντικαταστήσει τα γάντια της μηχανής με άλλα μιας χρήσης, όπως έκανε κάθε φορά, σε κάθε αποστολή, άρχισε να υπαγορεύει:
-Το πακέτο χάθηκε! Η διεύθυνση αγνοείτε! Αναμένω, είπε με ξερή φωνή και δίχως ίχνος έκφρασης σε ένα ανέκφραστο προσωπείο, ενώ άνοιγε την τηλεόραση.
Ο νέος έγραψε ότι του είπε και έστειλε το μήνυμα. Αντικαθιστώντας κι αυτός τα γάντια του με άλλα μιας χρήσης, πήγε στο κοινό τους δωμάτιο, ξεντύθηκε κι επέστρεψε στον καναπέ, όπου κάθισαν οι δυο τους να παρακολουθήσουν τις βραδινές ειδήσεις. Η δουλειά τους συνεχιζόταν, έστω και με αυτόν τον τρόπο. Έπρεπε να μάθουν την τοποθεσία που μετέφερε το ελληνικό κράτος, τον στόχο τους. Βέβαια δεν περίμεναν σε καμιά περίπτωση να σταθούν τόσο τυχεροί και να μάθουν την ακριβή διεύθυνση, άλλα έστω κάποιες ενδείξεις θα τους ήταν αρκετές. Έλπιζαν οι δημοσιογράφοι να τους δώσουν κάποιες αδέσποτες πληροφορίες, όπως συνέβαινε συχνά. Έπρεπε επίσης πάση θυσία ο νέος να γεμίσει το στομάχι του, γιατί διαμαρτυρόταν έντονα. Από τις οχτώ το πρωί παρακολουθούσαν πρώτα το νοσοκομείο κι ύστερα την πομπή και είχε φτάσει επιτέλους η ώρα να το τροφοδοτήσει.
Ήξερε όμως ότι αυτό δεν θα γινόταν αν δεν έδινε την εντολή ο μεγαλύτερος του. Δεν τολμούσε καν να του ζητήσει κάτι τέτοιο, δεν υπήρχε περίπτωση να τον διακόψει, έτσι όπως τον έβλεπε δίπλα του ψυχρό, σαν κέρινη κούκλα να παρακολουθεί αφοσιωμένος την τηλεόραση. Είχε ήδη καταλάβει, από την έναρξη της αποστολής τους, χθες το βράδυ, ότι ο συνάδελφος του ήταν ο ορισμός της πειθαρχίας και της αυστηρότητας. Ήταν ακριβώς όπως τον περίμενε, όπως αφηγούνταν στις ιστορίες γι’ αυτόν. Ήταν ένας θρύλος, έστω κι αν τον ήξεραν μόνο λίγοι μέσα στην υπηρεσία. Αποτελούσε το μακρύ χέρι της Υπερδύναμης, το οποίο έκανε τις βρώμικες δουλειές για λογαριασμό της. Είχε γυρίσει όλον τον κόσμο, Νότια Αμερική, Αφρική, Ασία, ακόμη κι Ευρώπη. Είχε το απόλυτο στις αποστολές του, κανένας ποτέ δεν επέζησε, ποτέ δεν στράβωσε κάτι. Ήταν ο πράκτορας εκατό τις εκατό! Κι αυτός ήταν απλώς ο βοηθός του, ο άνθρωπος για τις μικροδουλειές, που τον θαύμαζε όμως απεριόριστα. Που ξέρεις όμως καμιά φορά; Μπορεί δίπλα του να μάθαινε πολλά και σε λίγα χρόνια να γινόταν σαν κι αυτόν!
Ο πράκτορας εκατό τις εκατό, προς το παρόν έβλεπε αφοσιωμένος τα ρεπορτάζ των καναλιών. Οι συζητήσεις για τον παράξενο νέο έδιναν και έπαιρναν. Σε κάθε κανάλι, τι επιστήμονες συζητούσαν για την πιθανότητα ύπαρξης των υποτιθεμένων δυνάμεων, τι παπάδες μιλούσαν για θαύματα και εξορκισμούς, όλοι είχαν άποψη και όλοι έπρεπε να την καταθέσουν. Δεν ήταν ο Πλάτων στην ουσία το αντικείμενο συζήτησης, άλλα η ηθική και κοσμοθεωρία που πρέσβευε ο καθένας. Θεωρώντας υπερβολές τα όσα ακούγονταν, ένα κύριο χαρακτηριστικό, στα όρια της ύβρις, των νεοελλήνων, προσπαθούσε να δει ανάμεσα στις γραμμές.
Οι δυο πράκτορες παρακολουθούσαν αμίλητοι μέχρι που ένας ήχος τους ειδοποίησε ότι είχαν ένα νέο ηλεκτρονικό μήνυμα. Ο βοηθός πετάχτηκε με μιας και ανοίγοντας το διάβασε χαμηλόφωνα.
-Εσωτερική πηγή θα σας ενημερώσει σύντομα για την διεύθυνση. Ανακτήστε το πακέτο κι αναμείνατε!
Το «αφεντικό» χαμογέλασε, επιτέλους, ικανοποιημένος. Σκέφτηκε ότι ίσως αυτή η ιστορία είχε ενδιαφέρον τελικά. Ειδάλλως δεν θα τους έδιναν οδηγία να ανακτήσουν τον οπλισμό τους, κι ούτε βεβαίως θα επιστράτευαν αυτόν, την χρυσή εφεδρεία. Τον είχε παραλάβει το πρωί ο νεαρός συνεργάτης του απ’ το αεροδρόμιο, μετά από μια τρίμηνη περίοδο ξεκούρασης και διακοπών. Τώρα όμως τον είχαν και πάλι ανάγκη, τον χρειαζόταν γιατί ήταν ο καλύτερος. Αισθάνθηκε μια γλυκιά ικανοποίηση. Είχε καιρό να νιώσει αυτό που πραγματικά ήταν. Αγγελιοφόρος του Θανάτου στην υπηρεσία της Υπερδύναμης!
  -Τι λες να φάμε πίτσα, ρώτησε τον νεαρό, ο οποίος, αντικρίζοντας ένα βλέμμα, ύπουλο κι άγριο σαν της ύαινας, σχεδόν έχασε την όρεξή του!
                                                                                 23
Το επόμενο πρωί ο Πλάτων ξύπνησε κατά το μεσημεράκι, μιας και το κορμί του είχε απίστευτη ανάγκη αυτόν τον μακρύ ύπνο. Ανακάθισε στο κρεβάτι του και δεν πέρασαν λίγα λεπτά, ώσπου ο πρωθυπουργός τον επισκέφτηκε ξανά. Η πόρτα άνοιξε και κάνοντας την εμφάνιση του πλησίασε διστακτικά. Ο Πλάτων διαπίστωσε ότι τον κοίταζε φοβισμένος. Ήταν θαρραλέος άνθρωπος, άλλα ο νέος μπροστά του ήταν το κάτι άλλο, κάτι τόσο απόκοσμο κι εξωπραγματικό, που φόβιζε τα βάθη της ψυχής του. Είχε τις καλύτερες προθέσεις όταν αποφάσισε να του μιλήσει από κοντά, θέλοντας να διερευνήσει τους σκοπούς του. Όλοι βεβαίως τον συμβούλεψαν να μην το κάνει. Ήταν πολύ επικίνδυνο, όπως τόνισαν χαρακτηριστικά. Κανείς τους όμως δεν τον είχε δει όπως αυτός. Κανείς δεν είχε διακρίνει την καλοσύνη στα μάτια και τις κινήσεις του, στην ευγενική του φωνή, την οποία μόνο αυτός είχε ακούσει  απευθείας στο μυαλό του και μόνο αυτός (ο σύμβουλός του  είχε ήδη καταχωνιάσει υπό την απειλή της τρέλας στο ασυνείδητο του την εικόνα) είχε παρατηρήσει αυτή την γαλάζια φλόγα να χορεύει τόσο απειλητικά στο χέρι του! Λίγο η διαίσθησή του ότι όλα θα πήγαιναν καλά, κι ακόμη περισσότερο μια νοσηρή περιέργεια, τον έπεισαν από το προηγούμενο βράδυ να μπει στο δωμάτιο μόνος του.
Δεν μπορούσε να ξέρει όμως την αντίδραση του σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Ίσως αισθανόταν σε κίνδυνο και αντιδρούσε βίαια. Για τον λόγο αυτό έμεινε ακίνητος να κοιτάζει τον Πλάτων, με ένα βλέμμα που δήλωνε ταυτόχρονα «Συγνώμη», άλλα και  «Δεν γινόταν αλλιώς»!
Αυτό ακριβώς αντιλήφθηκε κι ο Πλάτων και γι’ αυτό δεν αισθανόταν τον παραμικρό κίνδυνο. Ήξερε ότι δεν θα επιχειρούσαν να τον βλάψουν. Όχι αυτοί, τουλάχιστον! Όχι… οι δικοί του! Οι κινήσεις και οι ήχοι απελπισίας του στομαχιού  του έσπασαν τον πάγο.
-Το στομάχι μου χορεύει, κύριε πρωθυπουργέ. Πεινάω αφάνταστα. Μήπως ... Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του, όταν η πόρτα εξασφάλισε, άνοιξε και σε ένα λεπτό ένας άντρας έφερε έναν τραπεζάκι με διάφορα εδέσματα. Ο Πλάτων κοίταξε τον πρωθυπουργό, ο οποίος έκανε μια γκριμάτσα, που θύμιζε διστακτικό χαμόγελο.
-Φαντάστηκα ότι θα πείναγες όταν ξυπνούσες, είπε. Κρίνοντας βεβαίως από την πρώτη μας συνάντηση, συνέχισε και είδε τον Πλάτων να χαμογελά ικανοποιημένος.
Αισθανόταν πλέον σίγουρος για τον νεαρό απέναντι του και έκανε ένα νόημα στον καθρέπτη. Η πόρτα άνοιξε ξανά μετά από λίγο και ο Οδυσσέας εμφανίστηκε και πλησίασε διστακτικά στο κρεβάτι. Το πλάσμα για το οποίο είχε ακούσει τόσα τον κοίταζε μειλίχια.
-Φίλε μου, είναι εντάξει να σου βγάλω τις χειροπέδες; Έχω ακούσει πολλές ιστορίες για αυτά τα χέρια, πρόσθεσε κοιτώντας τα για μια στιγμή. Έστρεψε το βλέμμα του ξανά στο πρόσωπό του.
-Τι σου λένε τα μάτια σου;
Συνέχιζε να τον κοιτάζει και θαρρείς περίμενε να ακούσει μια φωνή μες το κρανίο του. Αυτή δεν ήρθε ποτέ.

Απόσπασμα από το προσωπικό ημερολόγιο του Οδυσσέα:
Τα πάντα εκείνη την περίοδο ήταν διαφορετικά. Είχαν θα έλεγα την γεύση του ονείρου. Τολμώ να πω ότι γευόμουν την μυστηριώδη και σχεδόν τρομερή γεύση της ευτυχίας. Βέβαια, ποτέ δεν υπήρξα (και ποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει άραγε κάτι τέτοιο για τον εαυτό του;)απόλυτα ευτυχής κι ωστόσο οι μέρες που πλησίαζαν θριαμβευτικά με έκανε να ονειρεύομαι την πληρότητα, το σύνολο δηλαδή των εμπειριών που μπορεί να αποκτήσει ένας άνθρωπος. Το κατάλαβα αμέσως μόλις τον είδα, κοιτάζοντας με αφοσίωση την λαμπερή μορφή του εξωπραγματικού αυτού νέου, ότι ήμουν παρών στην σφυρηλάτηση μιας Νέας Εποχής!

-Μου λένε ότι είσαι εντάξει …πολύ περισσότερο από εντάξει, είπε ο Οδυσσέας και πλησιάζοντας λίγο ακόμη, του έβγαλε τις χειροπέδες. Ο Πλάτων άρχισε να τρίβει τα χέρια του στα σημεία που οι χειροπέδες είχαν δημιουργήσει ένα κόκκινο σημάδι γύρω από τους καρπούς του. Κοιτώντας τα παρατήρησε το σημάδι να σβήνει γρήγορα σαν μια αόρατη σβήστρα να περνούσε από πάνω. Χωρίς να του κάνει ιδιαίτερη εντύπωση αυτό έκανε προσπάθεια να σηκωθεί, μόλις όμως πάτησε τα πόδια του στο μαρμάρινο δάπεδο και δοκίμασε να σταθεί, αυτά σχεδόν λύγισαν και σωριάστηκε πίσω στο κρεβάτι. Χρειαζόταν ενέργεια πρώτα. Πολύ ενέργεια!
Δεν ήταν μόνο η έλλειψη ενέργειας όμως το πρόβλημα. Ένιωθε ότι το κορμί του συνέχιζε την αλλαγή του κι είχε ξαφνικά την αδιόρατη, αλλά τόσο γνώριμη, σχεδόν οικεία, αίσθηση ότι κάτι σάλευε κάτω απ’ το δέρμα του. Απώθησε γρήγορα στο ασυνείδητο την σκέψη μιας σκοτεινής Σκιάς που προσπαθούσε να τον κυριέψει και μόρφασε στην δυσοίωνη εικόνα, που εμφανίστηκε στιγμιαία στο μυαλό του. Σκέφτηκε γρήγορα, και σε πείσμα έναντι της φρέσκιας ανάμνησης των ονείρων που είχε πριν από χρόνια και που τώρα πλημμύριζε την σκέψη του, ότι απλώς αυτή την φορά ήταν ξύπνιος πριν ολοκληρωθεί η παρούσα φάση αλλαγής. Ο φόβος όμως τρύπωνε από παντού γεννώντας ερωτήματα.
«Ποιος είμαι εγώ; Πόσοι είμαι; Τι είναι αυτό το μεσοδιάστημα που υπάρχει ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο; Τι είναι αυτή η… Σκιά;»
Οι δυο άντρες τον παρατηρούσαν με αμηχανία. Ο Οδυσσέας κοίταξε ανήσυχος τον πρωθυπουργό, ο οποίος δήλωσε ότι θα τον άφηναν μόνο του να γεμίσει τις μπαταρίες του και θα τα λέγανε αργότερα. Κατευθύνθηκαν και οι δυο προς την πόρτα, όταν ο Οδυσσέας γύρισε απότομα.
«Ευχαριστώ» είχε ακούσει μες το μυαλό του και είδε τον Πλάτων να ανακάθεται στο κρεβάτι και να τρώει με βιαστικές κινήσεις, διώχνοντας σαν σκουπιδάκι κάθε ενοχλητική σκέψη. Είδε επίσης τον πρωθυπουργό να του κάνει νόημα να τους αφήσει μόνους, γυρνώντας προς το κρεβάτι.
 «Μείνε» είχε ακούσει ο πρωθυπουργός και δεν υπήρχε ίχνος ευγένειας ή παράκλησης στην φωνή μες το μυαλό του. Ήταν διαταγή!
  

Δεν υπάρχουν σχόλια: