Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΝΟ 9


                                                                       16

Ο Πλάτων ξέσπασε σε λυγμούς κοιτάζοντας το ήρεμο πρόσωπο της Νεφέλης. Έκλαιγε σαν ζητιάνος για την σιωπή όλων των κλειστών θυρών που έστεκαν μπροστά του, στο κοντινό μέλλον. Γονάτισε διπλά της και άρχισε να κλαίει με αναφιλητά. Έπνιγε τα δάκρυα του προσπαθώντας να μην τρομοκρατήσει τον ειρηνικό της ύπνο. Χθες της είχε δώσει ζωή και δεν είχε σημασία αν ήταν η βαθιά αγάπη που ένιωθε αυτή που την έσωσε ή αν ήταν οι μυστήριες δυνάμεις του. Σημασία είχε  ότι κείτονταν μπροστά του, με το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει αργά και ρυθμικά. Χτύπος. Εισπνοή-εκπνοή! Ζωή!
Ο κατάλογος όμως των νεκρών είχε αρχίσει να αυξάνεται. Μετά τον γορίλα και Αστυνόμο, με τους οποίους δεν είχε άλλη επιλογή, κι άλλοι άνθρωποι έχασαν την ζωή τους. Εξαιτίας του! Το είχε προβλέψει ότι θα συνέβαινε και οι νεκροί θα αυξανόταν δραματικά στο μέλλον. Αλλά όταν το μελλούμενο που έχεις προβλέψει ή φανταστεί γίνεται τωρινό, όταν το μέλλον πάρει την θέση του παρόντος μπροστά στα μάτια σου, δεν μπορείς να πεις ότι το ήξερες, ότι το περίμενες, απλώς αντιδράς. Κάνεις δεν μπορεί να προετοιμάσει το σώμα και την μυαλό του για ό,τι έρχεται, μπορεί μόνο να το γυμνάσει σήμερα, ελπίζοντας ότι θα ανταποκριθεί αυτό το ίδιο καλά, όταν το αύριο φτάσει πανηγυρικά και ζητήσει την πληρωμή!
Δυο φύσεις πάλευαν μέσα του. Η ανθρώπινη, η σαρκική, που έβλεπε τον κόσμο με τα μάτια της συμβατικής ηθικής, με το καλό και το κακό, και η καινούρια του φύση, η Σκιά κάτω απ’ το δέρμα του, η οποία έβλεπε περά απ’ το καλό και το κακό, έβλεπε το χρέος του. Χρέος του ήταν να παλέψει για τον σκοπό του με οποιοδήποτε κόστος, να δει το δάσος της μελλοντικής ανθρώπινης κοινωνίας, πίσω από το δέντρο της τωρινής του θλίψης και αμφιβολίας. Δεν ήταν στο χέρι του η αποφυγή αυτών των θανάτων και δεν θα ήταν ούτε στο μέλλον. Αυτή η επίγνωση, ότι ερήμην του και εξαιτίας του, το πολύτιμο δώρο της ζωής θα έσβηνε ίσως πολλές φορές στο μέλλον, τον έκανε να νιώσει πραγματικά αδύναμος. Ένιωσε τον τρόμο να τον χαϊδεύει απειλητικά στην σπονδυλική του στήλη, όταν κατάλαβε ότι η εύθραυστη επαφή του με τον κόσμο των ανθρώπων γλιστρούσε αργά μες απ’ τα χέρια του. Κι αυτός δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για αυτό!
«Αξίζει τον κόπο;» αναρωτήθηκε η ανθρώπινη φύση του, νοιώθοντας να περιστοιχίζεται από την ύπαρξη της Σκιάς, που παραμόνευε στο σκοτάδι, ίσως στον πάτο, του ασυνείδητού του, ενώ αυτός σκούπιζε τα υγρά του μάτια με το κεφάλι σκυφτό. Διέκρινε μέσα του, με τα μάτια του μυαλού του, μια μορφή να στέκει ακίνητη, παγωμένη. Έβλεπε την σκοτεινή αντανάκλαση του σώματός του, μια κατάμαυρη ανθρώπινη φιγούρα που εξέπεμπε φόβο με την απόλυτη απουσία φωτός, με το τρομερό της σκοτάδι. Μια τρομερή Σκιά λοιπόν, που περίμενε υπομονετικά, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν την φοβήθηκε ούτε λίγο, γιατί ο Πλάτων κατανοούσε ότι σε τελική ανάλυση η Σκιά ήταν ένα ακόμη κομμάτι του εαυτού του, το καινούριο κι υπέροχο κομμάτι που κοιμόταν μέσα του απ’ όταν γεννήθηκε. Η Σκιά ήταν αυτός και θα μπορούσε να την ελέγξει. Έπρεπε να την ελέγξει!
«Δεν έχει σημασία πλέον!», απάντησε αυστηρά η Σκιά. Άκουσε κρυστάλλινα την αυστηρή φωνή της. Το νερό είχε μπει στο αυλάκι κι ήξερε καλά ότι το ποτάμι πίσω δεν γυρίζει. Μια στιγμή αδυναμίας ήταν μόνο και άρχισε να συνέρχεται, παίρνοντας βαθιές ανάσες. Αισθανόταν τόσο...
Ένα καλοδεχούμενο χάδι στα μαλλιά τον επανέφερε γρήγορα πίσω στην πραγματικότητα. Σήκωσε το κεφάλι και την είδε να τον παρατηρεί με βλέφαρα βαριά. Ήταν πιο όμορφη από ποτέ. Ο χαμηλός φωτισμός του δωματίου δεν δικαιολογούσε σε καμιά περίπτωση τον πίνακα μπροστά του. Η Νεφέλη σχεδόν έλαμπε. Το περίγραμμα του προσώπου της φωτιζόταν από ένα αχνό φως, λες και τα μόρια των κυττάρων της ακτινοβολούσαν φωτόνια.
-Γεια σου, όμορφε, του είπε προσηλωμένη στο πρόσωπο του. Πρόσεξε τα κοκκινισμένα μάτια του. Τι συνέβη, ρώτησε απλά, δεν την πολυενδιέφερε όμως, αρκεί που αυτός ήταν διπλά της, κοντά της.
-Καλημέρα, μωρό μου, της απάντησε και συνόδευσε τις λέξεις με ένα γλυκό φιλί. Τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα παρατεταμένο, υγρό μονοπάτι, προσπαθώντας μάταια να γίνουν ένα. Οι ενδορφίνες έκαναν και πάλι τα μαγικά τους και η ευτυχία τους, εκείνη την μοναδική στιγμή, εκτοξεύτηκε στα ύψη.
Μετακινήθηκε  στο πλάι, τραβώντας τον στο κρεβάτι. Αυτός ξάπλωσε διπλά της και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Αυτό ήταν το καλύτερο γιατρικό για τα τεράστια ερωτήματα που στριφογύριζαν μες το κρανίο του. Έκλεισαν τα μάτια τους γαλήνιοι, αν και έσφιγγαν δυνατά ο ένας τον άλλο, σαν να φοβόνταν μην τον χάσει. Άρχισε να της εξιστορεί τι είχε συμβεί από την στιγμή, που έφυγε από το ξενοδοχείο. Της είπε για την συνάντηση με τον πρωθυπουργό, καθώς και για την αναμέτρηση με τον Αστυνόμο, που τους είχε καταδιώξει. Σ’ εκείνο το σημείο πρόσθεσε και η Νεφέλη την αποτρόπαια, αλλά ήδη πολύ μακρινή εμπειρία της, αν και είχαν περάσει μόλις δυο μέρες. Της είπε για το που βρίσκονται, για την συμφωνία που έκανε με τον πρωθυπουργό και τέλειωσε με το πως την πήρε από το ασθενοφόρο. Δεν της είπε βεβαίως τα πάντα, ότι δηλαδή ήταν σχεδόν νεκρή όταν έφτασε εκεί, δεν ήθελε να την αναστατώσει. Όμως η έκφραση απορίας που καρφώθηκε στο πρόσωπο της με τα μάτια της να γουρλώνουν ανοίγοντας αφύσικα διάπλατα, όταν είδε το τραυματισμένο πόδι της, το πρώην τραυματισμένο πόδι, δεν άφηνε περιθώρια.
-Πλάτων; Κοίτα το πόδι μου! Πως έγινε αυτό; Θυμάμαι ότι πριν από δυο μέρες μια σφαίρα μου δημιούργησε μια αποκρουστική πληγή στον μηρό και τώρα ... τώρα είναι καλυτέρα κι από  πριν! Ούτε πληγή, ούτε σημάδι, ούτε τίποτα.
Περιεργαζόταν τον μηρό της, τον έτριβε στο σημείο που θυμόταν το τραύμα της και τον χάιδευε για να σιγουρευτεί ότι δεν την απατούν τα μάτια της. Κούρνιασε πάλι στην αγκαλιά του σχεδόν βέβαιη  ότι αυτό που είχε συμβεί αφορούσε τον Πλάτων. Έστρεψε το βλέμμα της πάνω του και τον κοίταζε σιωπηλή. Δεν είπε τίποτα, ούτε σκέφτηκε κάτι, μόνο διψούσε να μάθει. Αυτός την κοιτούσε εξίσου απορροφημένος, εξίσου σιωπηλός. Αυτή κουράστηκε να περιμένει, χαμήλωσε το βλέμμα της και έκανε μια σκέψη.
«Τι έγινε Πλάτων; Δεν θα μου πεις; Δεν με εμπιστεύεσαι, αγάπη μου;»
Τι να της πει όμως; Πως να της ομολογήσει; Πως λες σε κάποιον που αγαπάς ότι δεν είσαι αυτός που νομίζει; Ότι διαρκώς αλλάζεις, μεταλλάσσεσαι, ότι χάνεις σταδιακά τα χαρακτηριστικά που είχες; Ότι είναι πολύ πιθανόν να μην είσαι το ίδιο πρόσωπο, που ερωτεύτηκε κι αγάπησε. Πόσο μάλλον όταν οι αλλαγές είναι ραγδαίες, όπως στην περίπτωση του. Πως να της πει αλήθεια ότι έκλαιγε πριν από λίγο, μόνο και μόνο γιατί όπως αντιλήφτηκε μόλις τώρα, οι θάνατοι που συνέβησαν σήμερα, δεν τον ένοιαζαν όπως άλλοτε, δεν του είχαν στοιχίσει όπως ο θάνατος του γορίλα; Αντιθέτως δεν ήταν για αυτόν τίποτε περισσότερο από ένα ακόμη συμβάν στα γρανάζια της Ιστορίας! Δεν έκλαιγε με αιτία τους θανάτους. Έκλαιγε με αφορμή τους θανάτους και αιτία αυτό που του συνέβαινε εδώ και μια εβδομάδα, απ’ όταν ξύπνησε. Μόρφασε στην εικόνα της Σκιάς που είχε ανέβει λίγο ψηλότερα στο ασυνείδητό του και τώρα τον κοίταζε ακίνητη και πάλι.
«Η Σκιά απλώνεται!»
Μετά από ολιγόλεπτη σιωπή, όπου αυτός προσπαθούσε να συμμαζέψει την ανησυχία του για την Σκιά και ταυτόχρονα σκεφτόταν τι να της πει κι ενώ αυτή μετρούσε τα δευτερόλεπτα σαν ώρες, προσπαθώντας να μην κάνει την παραμικρή σκέψη, προδίδοντας τα αισθήματα της, αποφάσισε να της μιλήσει και να της πει την αλήθεια.
-Δεν ξέρω τι έγινε. Μπορώ όμως να σου πω τι βίωσα εγώ!
-Ναι, αυτό μου αρκεί.
Έτσι της εξιστόρησε τα πάντα. Πως έφτασε με την καρδιά της σταματημένη, με τον γιατρό να προσπαθεί απελπισμένα να την επαναφέρει στην ζωή, πως αντέδρασε ενστικτωδώς, αγνοώντας τι θα συμβεί, πως άγγιξε με τα δυο του χέρια την καρδιά και το μέτωπο της, πως ενεργοποίησε την δύναμη στο χέρι της καρδιάς και πως φώναξε(αυτό το είπε γυρνώντας γλυκά το πηγούνι της με τον δείκτη του, ώστε να κοιτάζονται στα μάτια) πως την αγαπάει με όλη του την ψυχή. Πρόσθεσε ακόμη ότι μια λάμψη ακτινοβόλησε απ’ το χέρι του, αυξήθηκε σταδιακά και έσβησε σχεδόν απότομα.
-Τότε η καρδιά σου άρχισε να λειτουργεί και πάλι, μωρό μου. Την ένιωθα ξεκάθαρα στο χέρι μου, παλλόταν τόσο σταθερά, που σκέφτηκα εκείνη την στιγμή, ότι δεν θα σταματήσει ποτέ ξανά, της είπε και διέκρινε την υγρασία να αυξάνεται γοργά ανάμεσα στα βλέφαρα της.
Ξαναμπήκε στην αγκαλιά του σφίγγοντας τον με απίστευτη δύναμη και ο χείμαρρος των ματιών της έσκασε βίαια στα μάγουλα της. Δεν αγκάλιαζε μόνο τον άντρα της ζωής της, δεν αγκάλιαζε μόνο έναν σύντροφο στο άσκοπο ταξίδι της ζωής. Αγκάλιαζε και τον σωτήρα της, την ζωοδόχο πηγή, χάρη στην οποία θα έβλεπε τον ήλιο να ανατέλλει ξανά!
Ο Πλάτων δεχόταν το αγκάλιασμα με ευγνωμοσύνη, είχε ανάγκη την σωματική επαφή για να του θυμίζει ότι ήταν ακόμη άνθρωπος, σαν όλους τους άλλους. Απλώς σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους, αυτός δεν ήξερε πως θα ξημέρωνε η επόμενη ημέρα. Δεν γνώριζε αν η αγάπη, αυτή η ολοκληρωτική θέληση για πρόσφορα που αισθανόταν για το κορίτσι αυτό, θα ήταν παρών στον ψυχισμό του νέου του εγώ, μόλις τελικά ολοκληρωνόταν η μεταμόρφωση του. Ήξερε μέσα του ότι η Σκιά δεν θα σταματούσε πουθενά!
Γι’ αυτό και έπρεπε να βιαστεί. Της εξήγησε ότι θα έλειπε για λίγο. Έπρεπε να πάει στο Μέγαρο Μάξιμου, όπου τον περίμενε ο πρωθυπουργός για να σχεδιάσουν μαζί ένα καλύτερο αύριο για την κοινωνία τους. Αυτή στο άκουσμα και μόνο της φράσης του ένιωσε περηφάνια, αλλά  ταυτόχρονα σε ένα βαθύτερο, ασυνείδητο επίπεδο, ένιωσε μια πανίσχυρη ζήλια. Δεν θα ήταν ποτέ ολοκληρωτικά δικός της. Πως θα μπορούσε άλλωστε να τον μονοπωλήσει, αφού αυτός ανήκε σε ολόκληρη την ανθρωπότητα;

                                                                       17

Έφαγαν όλοι σαν μια μεγάλη οικογένεια το μεσημέρι (ένας από τους τρεις άντρες της φρουράς είχε πεταχτεί σε ένα εστιατόριο εκεί κοντά και είχε φέρει φαγητό) και στην συνέχεια ο Πλάτων αποφάσισε ότι ήταν καιρός να επισκεφτεί τον πρωθυπουργό. Μαζεύτηκαν όλοι μαζί στο σαλόνι κι άκουσαν τις οδηγίες του. Έδωσε εντολή στους τρεις άντρες να προστατεύσουν την Νεφέλη σαν την ίδια τους την ζωή. Τον κοιτούσαν πειθαρχημένα να τους διατάζει  με καλοσύνη, αλλά η κατανόηση που έδειξαν και η προθυμία να κάνουν πράξη την ευχή του ήταν αποτέλεσμα του δέους που αισθανόταν γι’ αυτόν. Ευχαρίστησε με θέρμη τον γιατρό και του δήλωσε ότι μπορούσε να επιστρέψει στην καθημερινότητα του, κάτι που ο γιατρός δέχτηκε με ανάμεικτα συναισθήματα. Τέλος, φίλησε την Νεφέλη της υποσχέθηκε ότι θα επέστρεφε όσο νωρίτερα γινόταν κοντά της, μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε. Αυτή τον παρακολουθούσε με θλίψη να απομακρύνεται, προσπαθώντας να διώξει από πάνω της την ανάμνηση του τελευταίου τους αποχωρισμού, ελπίζοντας ότι θα γύριζε κοντά της σύντομα.
-Γεια σας, παιδιά. Είμαι η Νεφέλη, είπε το κορίτσι με τα μακριά, μελαχρινά μαλλιά και οι τρεις προστάτες της χαμογέλασαν γοητευμένοι κι απόλυτα αποφασισμένοι.
Ο Πλάτων πέρασε την πύλη, όπου χαιρέτησε τους δυο φρουρούς και οδήγησε με ταχύτητα το αυτοκίνητο προς το Μέγαρο Μάξιμου. Στα πεντακόσια μέτρα μακριά του, σε ένα λοφάκι απέναντι απ΄ το αγρόκτημα, κρυμμένος πίσω από λίγα δέντρα, ο πράκτορας της υπερδύναμης, παρατηρούσε τα γεγονότα μέσα από τα κιάλια του, μια συσκευή τελευταίας τεχνολογίας. Είδε ένα αυτοκίνητο να απομακρύνεται από το αγρόκτημα και άρχισε να μετράει τα άτομα που αποτελούσαν την ασφάλεια του. Διέκρινε δυο άντρες στην κεντρική πύλη και, ρυθμίζοντας την συσκευή και κοιτώντας προς το κτίριο, άλλους τέσσερεις στην είσοδο του κτιρίου. Καθόταν ακριβώς στην είσοδο και συζητούσαν με ... ένα κορίτσι!
-Φαίνεται πως ο φίλος μας έχει και αγαπητικιά, σχολίασε σαρκαστικά στον νεαρότερο συνεργάτη του, που δεν έβλεπε τίποτα, ακουμπισμένος στον κορμό ενός δέντρου και καπνί-ζοντας ένα ακόμη τσιγάρο από τα πολλά των τριών περίπου ωρών που στεκόταν εκεί, περιμένοντας απλώς τις διαταγές του συνεργάτη του. Έσβησε μετά από λίγο το τσιγάρο του στο κινητό του τασάκι, για να μην αφήσει το παραμικρό ίχνος κι είδε τον συνεργάτη του να φεύγει προς άγνωστη κατεύθυνση με την μηχανή του, ενώ αυτός έμεινε εκεί να κατασκοπεύει.
Εν τω μεταξύ, ο πρωθυπουργός προσπαθούσε να βάλει μια τάξη στον πανικό που επικρα-τούσε στο γραφείο του. Τα τηλέφωνα είχαν σπάσει από τα μέλη της κυβέρνησης που προ-σπαθούσαν απεγνωσμένα να μάθουν για την δολοφονία στο κέντρο της πόλης και αν σχετιζόταν με την εξαφάνιση του υπουργού Δημόσιας Τάξης. Το ίδιο γινόταν και με τα ΜΜΕ, τα οποία είχαν βγάλει ήδη το πόρισμα ότι όλα σχετιζόταν με το περιστατικό με τον περίεργο νεαρό, που είχε συνταράξει την κοινή γνώμη στις αρχές της εβδομάδας.
Ο σπιούνος της Υπερδύναμης θέλησε να μπει στο πρωθυπουργικό γραφείο, αλλά μάταια. Οι άντρες του Οδυσσέα είχαν εντολή να μην τους ενοχλήσει κανένας, όσο οι δυο τους με τον πρω-θυπουργό συντόνιζαν τις κινήσεις τους και περιμένοντας βεβαίως τον Πλάτωνα.
-Δεν γνωρίζω αν υπάρχει κίνδυνος για όλους μας, αλλά κάτι τέτοιο μου φαίνεται πολύ τραβηγμένο, δεν νομίζεις, ρώτησε ο πρωθυπουργός τον υπουργό Υγείας στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, που προσπαθούσε να μάθει αν κινδύνευαν όλοι, και πρωτίστως το τομάρι του. Κάνε την δουλειά σου, μην αναφέρεσαι στο θέμα και άσε τις αρχές να διαλευκάνουν την υπόθεση. Αυτή είναι η γραμμή μας, είπε τσατισμένος κλείνοντας το τηλέφωνο.
Τα έκτακτα δελτία ειδήσεων αναζωπύρωναν το θέμα του Πλάτων δημιουργώντας πρόσθετο άγχος στον πρωθυπουργό. Παρακολουθούσε στην τηλεόραση του γραφείου του τις ζωντανές συνδέσεις με το σημείο του εγκλήματος. «…Δυο νεκροί της προσωπικής του φρουράς και ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, υπεύθυνος για τον συντονισμό της επιχείρησης στις αρχές της εβδομάδας με τον παράξενο νεαρό, αγνοείται...»
Έδωσε εντολή στον υπεύθυνο τύπου να διαψεύσει για μια ακόμη φορά όλα όσα ακουγόταν τις τελευταίες ημέρες. «Οι αρχές ερευνούν το συμβάν με την εξαφάνιση του υπουργού, και παράλληλα η κυβέρνηση εργάζεται πυρετωδώς για την ευημερία του ελληνικού λάου», ενημέρωσε λακωνικά και με την ικανότητα ενός ηθοποιού, ο οποίος ξέρει ότι υποκρίνεται, ο εκπρόσωπος τύπου.
Ο πρωθυπουργός πάγωσε απότομα, όταν το μυαλό του δέχτηκε μια απρόσκλητη επίσκεψη και άκουσε έναν ψίθυρο. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, όπου το κενό στο βλέμμα του ήταν απόλυτο, στράφηκε στον Οδυσσέα.
-Είναι εδώ. Δώσε εντολή στην είσοδο να αφήσουν το αυτοκίνητο του να μπει μέσα και επιτέλους απομάκρυνε σε απόσταση ασφαλείας τις κάμερες και τους δημοσιογράφους, είπε και ο Οδυσσέας έτρεξε να τον υποδεχτεί.
«Για να δούμε» σκέφτηκε ο πρωθυπουργός μετέωρος ανάμεσα στην εμπιστοσύνη που του προκαλούσαν οι ικανότητες του Πλάτων και στην γνώση των δυσκολιών, που έστεκαν ήδη απέναντι τους. Έτριψε το κεφάλι του με τα χέρια του, προσπαθώντας να χαλαρώσει όταν το μεγαλύτερο εμπόδιο όλων προσγειώθηκε στο ακουστικό του τηλεφώνου του.
Η μαύρη συσκευή κουδούνισε στον συνηθισμένο της τόνο για χιλιοστή φορά σήμερα και για μια στιγμή σκέφτηκε να το αφήσει να χτυπάει, για πάντα αν χρειαστεί. Αυτό επέμενε στον μονότονο ήχο του.
-Ποιος είναι πάλι, ρε Γιώτα (η γραμματέας του); Μην με ενοχλήσεις για κανέναν σε παρά-καλώ! Περιμένω ...
-Κύριε, έχω στην γραμμή τον πρόεδρο των ΗΠΑ, τον διέκοψε με την απαραίτητη, βάση των συνθηκών, αγένεια.
Ο πρωθυπουργός σάστισε. Ο πρόεδρος της Υπερδύναμης είχε μιλήσει μαζί του στο τηλέφωνο δυο φορές όλες κι όλες, την πρώτη πριν εκλέγει για δεύτερη φορά στην προεδρία της Υπερδύναμης, κι αυτό λόγω της πίεσης που είχαν ασκήσει οι σύμβουλοι του για ένα πιο φιλικό προς την Ελλάδα προσωπείο με σκοπό τις ψήφους της ελληνικής ομογένειας, και την δεύτερη όταν του είχε ζητηθεί η ψήφιση ενός πιο σκληρού προς την τρομοκρατία νομοσχεδίου, για να δείξει ο «πολιτισμένος» κόσμος ότι ήταν ενωμένος και με κοινό προσανατολισμό. Πράγμα που έκανε τότε χωρίς δεύτερη σκέψη.
-Πλάκα μου κάνεις; Τώρα ξημερώνει στην Αμερική. Πες μου ότι...
-Όχι, κύριε! Περιμένει ήδη  είκοσι τρία, είκοσι τέσσερα, είκοσι...
-Δωσ’ τον μου, είπε επιτακτικά και καθάρισε την φωνή του, ενώ ανακάθισε πιο αναπαυτικά στην πολυθρόνα του, λες και κάποιο αόρατο μάτι τον έβλεπε. Ακούστηκε ένα κλικ και η γραμμή συνδέθηκε.
-Καλημέρα, κύριε πρόεδρε ,είπε προσπαθώντας να ακουστεί ευδιάθετος.
-Γεια σου, φίλε μου πρωθυπουργέ. Τι κάνεις; Πως είναι ο καιρός στην Αθήνα; Εδώ μόλις βγήκε ένας υπέροχος ήλιος. Η οικογένεια σου είναι καλά; Τα πιτσιρίκια μεγαλώνουν; Ελπίζω να μπορέσω να έρθω σύντομα να σας δω από κοντά. Με θέλετε, έτσι δεν είναι παλιόφιλε, βομβάρδισε με ερωτήσεις, που μοναδικό σκοπό είχαν την δημιουργία φιλικού κλίματος και την ψευδή εντύπωση αληθινού ενδιαφέροντος.
-Όλα είναι μια χαρά εδώ, κύριε πρόεδρε. Πως είναι η σύζυγος σας;
-Πως να είναι; Δεν ξέρεις τις γυναίκες; Διαρκώς τα ίδια. Ψώνια, ψώνια και πάλι ψώνια, είπε και γέλασε πραγματικά. Αν τους δώσεις χρήματα για φαγητό και τους πεις να πάρουν και κάνα δωράκι αν περισσέψει τίποτα, θα τα ξοδέψουν όλα σε άχρηστα πράγματα, το στομάχι σου θα μείνει άδειο και μόνο το πουλί σου θα χορτάσει πραγματικά, είπε γελώντας ακόμη δυνατότερα αυτή την φορά. Τέλος πάντων, δεν σε πήρα για να σου πω κάτι που ήδη ξέρεις (η αλήθεια ήταν ότι δεν ήξερε, δεν είχε ιδέα για ποιο πράγμα μιλούσε ο άντρας στην άλλη όχθη του ατλαντικού, δεν είχε καμιά σχέση η εικόνα που του περιέγραψε για τις γυναίκες με την δικά του άποψη), είπε σοβαρεύοντας απότομα.
«Για πες μου τι ακριβώς θέλεις!»
-Βασικά, θέλω να σου μιλήσω για κάτι, που έγινε πρόσφατα και το οποίο τα αγόρια στην εθνική ασφάλεια θεωρούν κομβικής σημασίας και γι’ αυτό με ξύπνησαν τόσο νωρίς, είπε χαμηλώνοντας την φωνή του και μιλώντας συνωμοτικά, λες και υπήρχε περίπτωση να τους ακούσουν. Έμαθα για τον νεαρό (ο πρωθυπουργός αντιλήφτηκε έναν στιγμιαίο δισταγμό στην φωνή του), ο οποίος εισέβαλε στο γραφείο σου εξουδετερώνοντας την φρουρά σου. Μην το αρνηθείς και μην ρωτήσεις πως, αλλά ξέρω ότι αληθεύει και η πηγή μου δεν είναι οι αοριστίες των μέσων ενημέρωσης.
«Από που το ξέρεις;» αναρωτήθηκε και φίδια άρχισαν να τον ζώνουν. Ταξίδεψε το βλέμμα του μες τον χώρο του γραφείου, χωρίς να έχει ιδέα τι ακριβώς έψαχνε. Ο συνομιλητής του συνέχισε ακάθεκτος.
-Έχουμε βάσιμες υποψίες ότι σχετίζεται με συγκεκριμένες ομάδες. Ομάδες τρομοκρατών, οι οποίες έχουν την τεχνολογική ικανότητα να κάνουν αυτό που έκανε ο νεαρός, τόνισε με την σιγουριά ότι  μιλούσε για την υπέρτατη αλήθεια.
Ο πρόεδρος της Υπερδύναμης σταμάτησε και περίμενε την αντίδραση του Έλληνα πρωθυ-πουργού. Ήταν βέβαιος για την πορεία της συζήτησης, αλλά έπρεπε να δώσει την εντύπωση όχι ότι απαιτεί κάτι από τον συνομιλητή του, ούτε ότι δίνει διαταγές σε κατώτερους του (που ήταν), αλλά ότι έπρεπε να συνεργαστούν για τις κοινές άξιες του δυτικού πολιτισμού ενάντια στους εξτρεμιστές και ... μπλα, μπλα, μπλα.
Ο πρωθυπουργός από την άλλη παρέμεινε σιωπηλός, ενώ σταμάτησε να συμπεριφέρεται παρανοϊκά ψάχνοντας για αόρατα μάτια γύρω του. Ήξερε πολύ καλά που βάδιζε το πράγμα και τι θα του ζητούσε. Και η πικρή αλήθεια ήταν, όπως συνειδητοποίησε με έντονη διάθεση αυτοκριτικής, ότι αν δεν είχε γνωρίσει τον Πλάτων, αν δεν είχε μιλήσει μαζί του, αν παρέμενε κοιμισμένος, όπως ήταν πριν τον ξυπνήσει, πολύ πιθανόν θα δέχονταν χωρίς δεύτερη σκέψη ότι παραμύθια του πάσαραν και θα έκανε με θρησκευτική ευλάβεια ό,τι τον πρόσταζαν! Τώρα όμως αντέδρασε με απόλυτη ειλικρίνεια και χωρίς καμιά διάθεση να προσποιηθεί.
-Ο νέος αυτός; Ένα τριαντάχρονο παιδί είναι απλώς, όχι… τρομοκράτης! Χα χα χα χα χα, ξέσπασε σε έντονα γέλια, γέλια που έκαναν τον πρόεδρο να ανοίξει το στόμα του έκπληκτος από την απροσδόκητη αντίδραση του.
-Τι κάνεις, κύριε πρωθυπουργέ; Γελάς μαζί μου; Σου φαίνονται αστεία αυτά που σου λέω, είπε σκληραίνοντας τον τόνο της φωνής του. Ο άνθρωπος αυτός σχετίζεται με την τρομοκρατία. Έχω βάσιμες πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών μου, δεν θα σου έλεγα...
-Τι πληροφορίες, συνέχισε σε χαρούμενο τόνο, προσπαθώντας όμως να ακουστεί πιο σοβαρός. Σαν τα ψέματα που σου είπαν για να εισβάλεις σε μια ανεξάρτητη χώρα και να εκμεταλλευτείτε τα πλούτη της; Τα τελευταία λόγια ξεπήδησαν αυθόρμητα απ΄ το στόμα του, καθοδηγούμενα από έναν καταπιεσμένο μέχρι σήμερα ιδεαλισμό. Η αλήθεια πρέπει να λέγεται, με οποίο κόστος και απέναντι στον οποιοδήποτε! Κι εκτός αυτού, κατανοούσε τώρα περισσότερο από ποτέ ότι ελεύθερος άνθρωπος είναι αυτός που λέει πάντα την αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται να πει ψέματα!
Η πόρτα του γραφείου του άνοιξε και ο Οδυσσέας μπήκε μέσα, ενώ καμιά δεκαριά μέτρα πίσω του ο πρωθυπουργός διέκρινε τον Πλάτων να ακολουθεί. Από την στιγμή που τον παρέλαβε ο Οδυσσέας προχωρούσε αργά μες το κτίριο και κοιτούσε στα μάτια όλους τους υπάλληλους του Μεγάρου. Αυτό που έκανε ήταν προφανές στον Οδυσσέα, που γνώριζε τις δυνάμεις του, όχι όμως και στους ανθρώπους που έβλεπαν έναν πανέμορφο νεαρό να τους ακτινογραφεί με το σπινθηροβόλο του βλέμμα. Σε κλάσματα του δευτερολέπτου κατέγραφε στον υπερυπολογιστή που έκρυβε στο κρανίο του, όνειρα και φιλοδοξίες, αισθήματα και αναμνήσεις, το είναι των υπάρξεων τους. Τους παρατηρούσε προσεκτικά και σύντομα ήξερε γι’ αυτούς περισσότερα από όσα οι ίδιοι για τον εαυτό τους!
Σταμάτησε ξαφνικά έξω από την πόρτα. Η φωνή στο ακουστικό, που κρατούσε ο πρωθυπουργός ακουγόταν απόμακρη «Ορίστε; Πως τολμάς να λες κάτι τέτοιο; Εμείς φέραμε την δημοκρατία και ...». Ο πρωθυπουργός όμως δεν νοιαζόταν για το τι έλεγε ο πρόεδρος εκείνη την στιγμή, παρά μόνο παρακολουθούσε την ιεροτελεστία που εκτυλισσόταν μπρος το άναυδο προσωπικό.
Ο  Πλάτων  είχε  μείνει  ακίνητος,  αλλά απόλυτα ήρεμος, κοιτάζοντας ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Ήταν κρυμμένο πίσω από τους άντρες ασφαλείας, διπλά στην πόρτα, στα δεξιά όπως κοίταζε ο πρωθυπουργός, ο οποίος σηκώθηκε από την καρέκλα του με το τηλέφωνο στο χέρι και κατευθύνθηκε στα αριστερά του για να διευρύνει το οπτικό του πεδίο. Είδε τον έντρομο «σπιούνο» να κοιτάζει δεξιά-αριστερά απορημένος, μέχρι που οι ματιές τους διασταυρώθηκαν και του έκανε νόημα με το χέρι να περάσει μέσα. Αυτός επιστρατεύοντας τις τελευταίες εφεδρείες της ψυχραιμίας του μπήκε στο γραφείο ακολουθούμενος από τον νέο, η πρώτη γνωριμία με τον οποίο τον είχε οδηγήσει στα κλάματα!

                                                                       18

Ο πρόεδρος της Υπερδύναμης είχε αρχίσει να χάνει την δικιά του ψυχραιμία. Αναρωτήθηκε πως ήταν δυνατό να του μιλάνε έτσι. Και μάλιστα ποιος; Ο πρωθυπουργός ενός μικρού και υποτακτικού κράτους. Ένας ασήμαντος άντρας από μια ασήμαντη γωνία του πλανήτη! Μίλησε ωμά και εκβιαστικά.
-Κοίτα να δεις, άνθρωπε μου. Ο νέος αυτός είναι ύποπτος τρομοκρατίας. Οι άντρες μου θέλουν να τον ανακρίνουν και να μιλήσουν μαζί του. Αν είναι καθαρός και δεν έχει σχέση με τις υποψίες μας, χάρισμα σου. Η χώρα σου έχει υπογράψει διεθνής συνθήκες που την υποχρεώνουν να συνεργαστεί. Κατάλαβες, φώναζε τόσο που οι σύμβουλοι του τράβαγαν τα μαλλιά τους, γνωρίζοντας τις επιπτώσεις σε επίπεδο εντυπώσεων αν διέρρεε αυτός ο διάλογος. Εκείνου όμως δεν του καιγόταν καρφί για τις εντυπώσεις στην προκείμενη περίπτωση. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να κάνει αυτό το οποίο είχαν ζητήσει απ’ αυτόν, αυτό το οποίο είχαν απαιτήσει οι μοναδικοί άνθρωποι στους οποίους έδινε λόγο. Και βεβαίως τον ένοιαζε να βάλει στην θέση του το αναιδέστατο ανθρωπάκι, που είχε τολμήσει να του μιλήσει έτσι.
-Με συγχωρείτε, όμως στην πραγματική δημοκρατία, όπως αυτή που έχουμε εδώ, τηρούμε τους νόμους και το Σύνταγμα, το οποίο είναι πάνω απ’ όλους. Το αίτημα σας απορρίπτεται, είπε πιο αποφασισμένος από ποτέ ο πρωθυπουργός και έκλεισε το τηλέφωνο. Κοίταζε αμίλητος τον Πλάτων, αναλογιζόμενος αυτό που μόλις έκανε καθώς και τις πιθανές επιπτώσεις για την χώρα. Τα μεγάλα αποτελέσματα μικρών πραγμάτων και πράξεων. Παρόλα αυτά άρχισε να νιώθει σιγουριά, μόνο και μόνο αντικρίζοντας το χαμόγελο που σχηματίστηκε σταδιακά και πλάτυνε απίστευτα στο πρόσωπο του Πλάτων, ενώ αυτός μάθαινε, εξερευνώντας τις αναμνήσεις του, το τι είχε λεχθεί.
Αντιθέτως, η ατμόσφαιρα στο προεδρικό γραφείο ήταν τεταμένη. Ο πρόεδρος είχε μείνει με το ακουστικό στο χέρι και το παρατεταμένο βουητό να του θυμίζει διαρκώς αυτό που είχε προηγηθεί. Για πρώτη φορά στην προεδρία του, και ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία, ένας αρχηγός κράτους είχε κλείσει το τηλέφωνο κατάμουτρα στον πρόεδρο των ΗΠΑ!
Κατέβασε το ακουστικό, κοιτώντας το και χαϊδεύοντας ταυτόχρονα τα μαλλιά του με το άλλο χέρι από το μέτωπο προς τα πίσω, σε μια κίνηση που δήλωνε ξεκάθαρα την δύσκολη θέση στην οποία τον είχε τοποθετήσει τόσο άδοξα η απρόσμενη πράξη του συνομιλητή του. Οι σύμβουλοι του έσκυψαν γρήγορα τα κεφάλια τους πάνω από τα έγγραφα τους, αναλογιζόμενοι την κατάσταση και περιμένοντας υπομονετικά το ξέσπασμα. Αυτό δεν ήρθε ποτέ.
-Φύγετε! Θέλω να μείνω μόνος μου, είπε με φωνή ξεψυχισμένη, ακουμπώντας τους αγκώνες του στο γραφείο, μπλέκοντας τα χέρια του σε γροθιά και αναπαύοντας πάνω τους το μέτωπο του. Οι σύμβουλοι έφυγαν γοργά κλείνοντας όσο πιο σιγά γινόταν την πόρτα. Τον άφησαν μόνο με τις χιλιάδες σκέψεις που στροβιλίζονταν μέσα του.
Αναρωτήθηκε πως είναι δυνατόν να αλλάξει τόσο πολύ ένας άνθρωπος, ο οποίος στην τελευταία τους συνάντηση, μόνο που δεν του φίλησε τον κώλο για ένα μικρό προεκλογικό δωράκι, μια δήλωση του υπέρ των συμφερόντων της Ελλάδας. Μια απλή δήλωση ζήτησε, καμιά πράξη, ούτε καν υπόσχεση πράξης. Και τώρα του είχε φερθεί τόσο υποτιμητικά, του είχε κλείσει το τηλέφωνο, αν ήταν δυνατόν! Μόνο αυτός είχε το αυθαίρετο δικαίωμα να κλείνει τηλέφωνα στους άλλους, αυτός και κανένας άλλος.
Αναρωτήθηκε επίσης ποια είναι η απαραίτητη συνθήκη, χάρη στην οποία ο οποιοσδήποτε συμπεριφέρεται τόσο αλλοπρόσαλλα. Κατέληξε μετά από σύντομη σκέψη, ίσως και λίγη ενδοσκόπηση, ότι μόνο η αλλαγή συσχετισμών θα μπορούσε να δικαιολογήσει κάτι τέτοιο. Σκέφτηκε δηλαδή ότι για κάποιον λόγο ο πρωθυπουργός είχε πιστέψει ότι έπαψε να βρίσκεται σε μειονεκτική θέση απέναντι του, ότι ίσως θεωρούσε ότι είναι ίσοι στο παγκόσμιο παιχνίδι της εξουσίας. Χαμογέλασε στην σκέψη αυτή, αλλά την πήγε ένα βήμα παραπέρα αναρωτώμενος αν υπήρχε περίπτωση, έστω και μια στο εκατομμύριο, ο κακομοίρης να νόμιζε ότι είναι και ισχυρότερος. Ειδάλλως γιατί να διακόψει με πρωτοβουλία του την συνομιλία τους και μάλιστα με τόσο άκομψο τρόπο. Δεν κράτησε ούτε καν τα προσχήματα, αδιαφορώντας για τις πολιτικές επιπτώσεις
Γύρισε την πολυθρόνα του προς το παράθυρο, αγναντεύοντας έξω την υπέροχη ημέρα που ξημέρωνε. Μετά από έντονη πνευματική εργασία λίγων λεπτών κατέληξε ότι η εξήγηση ήταν μια και μοναδική. Η συμπεριφορά του πρωθυπουργού πρέπει να οφειλόταν στον νεαρό. Επομένως, ότι του είχαν πει πρέπει να ήταν αλήθεια. Ο νέος αυτός ήταν ξεχωριστός. Ίσως οι εξωπραγματικές του δυνάμεις ήταν αυτές που είχαν οδηγήσει τον πρωθυπουργό, στο βιαστικό συμπέρασμα ότι τώρα είναι πανίσχυρος. Ναι, σίγουρα έτσι ήταν, δεν υπήρχε άλλη λογική εξήγηση. Ο πρωθυπουργός είχε κάνει το λάθος να πιστεύει ότι επειδή, προφανώς, έχει τον νεαρό υπό την επίβλεψη του, θα γίνει πιο ισχυρός, θα χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του για όφελος του.
«Αστείο ανθρωπάκι» σκέφτηκε τελικά και γέλασε ειρωνικά, κουνώντας το κεφάλι σε ένδειξη αποδοκιμασίας. Κάλεσε την γραμματέα του και της ζήτησε να φωνάξει αμέσως στο γραφείο του τον σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας. Οι πράκτορές τους βρισκόταν στην Ελλάδα και προσπαθούσαν να πραγματοποιήσουν την εντολή, που τους είχε δώσει. Μέχρι τώρα έπρεπε απλώς  να μαζέψουν πληροφορίες και να εντοπίσουν την τοποθεσία, όπου βρισκόταν ο στόχος τους. Τώρα, αφού ο πρωθυπουργός του είχε αρνηθεί να τον παραδώσει οικιοθελώς, θα έπρεπε να τον πάρουν με το ζόρι! Παλιά μου τέχνη κόσκινο, που λέει κι ο λαός μας!

                                                                       19

Το κινητό τηλέφωνο του πράκτορα χτύπησε την ώρα που κατευθυνόταν στο σημείο που του είχε υποδειχθεί από την αμερικάνικη πρεσβεία για να παραλάβει τον κατάλληλο εξοπλισμό, όπλα και διάφορες υποστηρικτικές συσκευές τελευταίας τεχνολογίας. Είχε αφήσει τον συνεργάτη του να παρακολουθεί το αγρόκτημα για να τον ενημερώσει για κάθε εξέλιξη. Κοίταξε το νούμερο και διαπίστωσε ότι ήταν από το γραφείο του προϊστάμενού του, του αρχηγού των μυστικών υπηρεσιών. Σπάνια τον έπαιρνε προσωπικά κι αυτό για ευνόητους λογούς. Επομένως, υπήρξε κάποια σημαντική εξέλιξη. Στάθηκε ακίνητος σ’ έναν πεζόδρομο στο κέντρο της Αθήνας, απάντησε στην κλήση κι άκουσε τον προϊστάμενό του να τον ενημερώνει ότι μόλις είχε λάβει την έγκριση του πρόεδρου και ότι είχε το ελεύθερο να δράσει. Το επόμενο βήμα μετά την γνωστοποίηση της τοποθεσίας όπου βρισκόταν ο στόχος, ήταν η απαγωγή του. Συνήθης πρακτική για τις μυστικές υπηρεσίες της Υπερδύναμης. Έπρεπε όμως να τους παραδώσει τον νέο ζωντανό, πάση θυσία. Οι ζωές των άλλων ήταν αναλώσιμες και οι παράπλευρες απώλειες δικαιολογημένες, όπως του οδηγού του υπουργού, όχι όμως και του νέου.
-Με λίγα λόγια έχεις την άδεια από πολύ ψηλά να κάνεις ότι χρειαστεί, μα ότι χρειαστεί, τόνισε, για να μας φέρεις τον νέο ζωντανό. Δεν μας νοιάζει αν εξουδετερώσεις ακόμη και την μισή ελληνική αστυνομία! Υπάρχει όμως και κάτι που πρέπει να ξέρεις, είπε ο προϊστάμενος κι έκανε μια μικρή παύση λίγων δευτερολέπτων.
Ο πράκτορας κατάλαβε αμέσως ότι ο ανώτερος του δυσκολευόταν να του πει αυτό που ήθελε. Ήταν άνθρωπος που μιλούσε πάντα σταράτα και έξω απ΄ τα δόντια, για όλα τα ζητήματα, τώρα όμως προφανώς κάτι τον απασχολούσε.
-Κοίτα, Μάικλ, ξέρεις ότι σε θεωρώ τον καλύτερο μου άντρα, έτσι; Έχεις προσφέρει τεράστιες υπηρεσίες στο κράτος μας και σου οφείλω τουλάχιστον την αλήθεια. Αυτή που δεν σου έκρυψα ποτέ, για καμιά αποστολή, σωστά, ρώτησε θέλοντας να τον προετοιμάσει για ότι θα ακολουθούσε.
-Κύριε, δεν παραπονέθηκα ποτέ, έτσι δεν είναι; Κάνω αυτό που κάνω καλυτέρα και εσείς μένετε ικανοποιημένοι. Τι είναι αυτό που δυσκολεύεσαι τόσο να μου πεις, ρώτησε ευθέως ο πράκτορας.
Και πήρε μια απάντηση που δεν θα φανταζόταν ποτέ. Άκουσε για τις υποτιθέμενες δυνάμεις, που διέθετε ο στόχος του και πληροφορήθηκε ότι κατά τα φαινόμενα ήταν περά για περά αληθινές. Δεν του αποκάλυψε την συνομιλία του πρόεδρου με τον πρωθυπουργό, παρά το ότι αυτή ήταν η επιβεβαίωση των υποθέσεων τους. Οι υποθέσεις είχαν πλέον μετατραπεί σε γεγονότα. Όσο περίεργο κι αν φάνηκε και στον ίδιο τον πράκτορα, στο άκουσμα της επιβεβαίωσης, ανατρίχιασε.
-Είναι αλήθεια λοιπόν, οι φήμες των καναλιών, είναι αλήθεια, ρώτησε ψύχραιμα, αλλά ακόμη νιώθοντας δέος κι απορία.
-Είμαστε σχεδόν σίγουροι. Ναι, είναι αλήθεια!
Ήταν η σειρά του να σωπάσει. Προσπάθησε σε κλάσματα του δευτερόλεπτου να ερμηνεύσει την ύπαρξη αυτού του νέου, αλλά το μυαλό του συγκρούστηκε απότομα στο τείχος των ορίων του. Είχε δει και κάνει πολλά σ’ αυτή την ζωή, κυρίως αφαιρούσε ζωές, όμως του άρεσε και το διάβασμα, η γνώση. Όταν δεν εκτελούσε εν ψυχρό ένα παντελώς άγνωστο, άντρα ή γυναίκα, διάβαζε ποίηση και φιλοσοφία. Διάβαζε τα άγια βιβλία κι έψαχνε. Διάβαζε όσο περισσότερο μπορούσε και προσπαθούσε να λύσει τον γόρδιο δεσμό που είχε δημιουργηθεί μέσα του από την τραγική ημέρα που θυμάται τον εαυτό του. Την ίδια μέρα που ανακάλυψε και την θνητότητα του!
«Πως είναι δυνατόν να υπάρχει Θεός  και να αφήνει την Τύχη να καθορίσει ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει, την ζωή και τον θάνατο των ανθρώπων; Κι αν υπάρχει Θεός κι έχει αυτή την διεστραμμένη αδιαφορία, δεν χρειάζεται κάποιον να δίνει νόημα στον θάνατο; Έναν εκπρόσωπο, που να δικαιολογεί τα αδικαιολόγητα;»
Ήταν εφτά χρονών, την δεκαετία του εξήντα στην Αμερική, όταν βίωσε από το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πατέρας του την απόλυτη τραγωδία. Καθόταν με την αδερφούλα του και παίζανε, με τον ίδιο κι απαράλλακτο τρόπο που το κάνουν όλα τα αδελφάκια. Την μια στιγμή τσακωνόταν και την αμέσως επόμενη τα έβρισκαν, πότε έτσι και πότε αλλιώς καθόλη την διάρκεια του ταξιδιού τους. Οι γονείς τους στα μπροστινά καθίσματα συζητούσαν γελώντας  και ερωτοτροπούσαν. Η μαμά ήταν έγκυος και αυτό είχε στείλει στα ύψη την ευτυχία όλης της οικογένειας. Ο μπαμπάς δούλευε σκληρά και τους πρόσφερε όσα περισσότερα μπορούσε. Ήταν μαχητής και σίγουρος νικητής στο παιχνίδι της επιβίωσης. Παρόλα αυτά, το τρακτέρ που πετάχτηκε σαν θηρίο ξαφνικά από τον χωματόδρομο είχε διαφορετική άποψη.
Η σύγκρουση ήταν σφοδρή και το αυτοκίνητο έγινε σμπαράλια. Ο μικρός έκλεισε τα μάτια του και ένιωσε μια έντονη ώθηση προς τα εμπρός. Η τελευταία εικόνα που αποτυπώθηκε στις αναμνήσεις του, στα χιλιοστά του δευτερόλεπτου που τα βλέφαρα του κατέβαιναν αυτόματα και πριν χτυπήσει πάνω στο κάθισμα της μαμάς, ήταν ο πατέρας του να απλώνει απεγνωσμένα το χέρι του προς τα πίσω. Μάλλον ήθελε να τους προστατέψει, αυτόν και την αδελφή του. Όχι την μητέρα τους, αλλά τα δυο του παιδιά. Την αθανασία του!
Άνοιξε τα μάτια του, μετά από λίγο και κοίταξε γύρω του. Ήταν τρομοκρατημένος, τόσο όσο δεν θα ήταν ποτέ στην ζωή του, το κεφάλι του βούιζε κι έτρεμε σαν βρεγμένο κουτάβι, αλλά μετά από λίγο η ασφάλεια των συναισθημάτων του κάηκε και σε συναισθηματικό επίπεδο δεν ένιωθε τίποτε. Απλώς αντιδρούσε στις φωτογραφίες που τράβηξαν τα μάτια του με απάθεια. Γύρισε αμήχανα και είδε ότι η αδερφούλα του κείτονταν διπλά του ακίνητη και το κεφαλάκι της είχε μια αφύσικη θέση ως προς το κορμάκι της, σχεδόν είχε στραφεί εκατόν ογδόντα μοίρες, κι αν μπορούσε να δει, τα ματάκια της θα αντίκριζαν την πλάτη της. Το προσωπάκι της ήταν γαλήνιο και άσπρο, μόνο μια κόκκινη γραμμή, απ΄ την γωνία του χείλους της μέχρι το πηγουνάκι της, έδινε χρώμα στην ασπρόμαυρη εικόνα που θυμόταν ακόμη. Τα ορθάνοιχτα καστανά μάτια της διαμαρτυρόταν για την ζωή που δεν έζησε, τον έρωτα και την οικογένεια, τις απολαύσεις και τον πόνο, που δεν θα βίωνε ποτέ!
Στράφηκε μπροστά και είδε την πλάτη της μητέρας του, η οποία είχε γίνει ένα με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου και μόνο λίγες τρίχες από τα πλούσια μαλλιά της λικνιζόταν στο ελαφρύ αεράκι. Νόμιζε ότι πάλευαν να δραπετεύσουν απ’ το κρανίο της και να πετάξουν μακριά, να χαθούν. Αίματα παντού. Σάρκα και μέταλλο είχαν σχηματίσει  μια αποτρόπαια σύνθεση.
Η θέση του πατέρα του ήταν άδεια και το παρμπρίζ χιλιάδες κομμάτια διάσπαρτα μες το αυτοκίνητο και στο σώμα της μαμάς. Άνοιξε μηχανικά την πόρτα και βγήκε έξω. Είδε στα δέκα μέτρα μακριά, πίσω από το ακινητοποιημένο τρακτέρ, τον πατερά του. Έτρεξε γοργά προς το μέρος του, μην ακούγοντας την φωνή του έντρομου αγρότη που κοιτούσε το αποτρόπαιο θέαμα από το τρακτέρ του, και σταμάτησε στα αριστερά του ξαπλωμένου κορμιού του. Βρισκόταν μπρούμυτα στην άσφαλτο και είχε σπασμούς. Μικρού σπασμούς σαν ψάρι που ξεψυχάει. Άκουγε την ανάσα του αργή, μακρόσυρτη, βασανιστική. Το κεφάλι του ήταν γερμένο προς τα δεξιά, αγναντεύοντας τα ατέλειωτα χωράφια με το ψηλό καλαμπόκι. Μικρά ποτάμια αίματος κυλούσαν γύρω του. Πήγε αργά από την άλλη μεριά για να δει το πρόσωπο του. Είδε ένα κόκκινο συνονθύλευμα από οστά, δέρμα και κομμάτια γυαλιού με δυο μεγάλες κόκκινες κηλίδες να δεσπόζουν στην θέση των ματιών.
Αισθάνθηκε να πατάει κάτι με το παπούτσι του και σήκωσε το πόδι του.
 «Τι είναι αυτό;»
Έσκυψε και το πήρε. Ένα ασπροκόκκινο δόντι, μήκους τουλάχιστον τριών εκατοστών, αναπαύονταν πλέον στην παλάμη του. Ξανακοίταξε τον άντρα  σφίγγοντας το πολύτιμο δώρο του στην γροθιά του. Η ανάσα του και οι σπασμοί σταμάτησαν ξαφνικά και οι μεγάλες κόκκινες κηλίδες του φάνηκε πως σκοτείνιασαν γοργά! Υπήρξε τότε ένας όρκος που σιγοψιθύρισε με κλαμένα μάτια το παιδικό του προσωπάκι: να μην προσκυνήσει ποτέ ούτε θεό, ούτε άνθρωπο!
Τριανταπέντε χρόνια μετά έσφιξε στην γροθιά του, το φυλαχτό που είχε στο στήθος του, ένα ολόλευκο δόντι, μήκους τριών εκατοστών, κρεμάμενο από μια λευκόχρυση αλυσίδα. Μια υποψία δακρύων τόλμησε να ανοίξει προσεκτικά την πόρτα καταπιεσμένων κι ανεπιθύμητων συναισθημάτων και την έκλεισε βίαια!
Προσπαθούσε να βάλει τάξη στην χαοτική διαδικασία λειτουργίας του κόσμου μας. Υπήρχε μια συγκεκριμένη φράση που του άρεσε να λέει σε όσα από τα θύματα του είχε την δυνατότητα να το κάνει. «Ο θάνατός σου δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός. Εγώ βάζω τέρμα στην ζωή σου, μέσω μιας πλήρως ελεγχόμενης διαδικασίας!» Και έτσι ήταν. Είχε γίνει ο εκπρόσωπος ενός μυστήριου Θεού, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσε, αλλά ταυτόχρονα ποθούσε όσο τίποτα άλλο, περισσότερο κι από το τρυφερό κορμί μιας νεαρής παρθένας!
-Μάικλ;
-Δεν έχει σημασία ποιος είναι ή τι είναι!
«Πολύ ωραία», σκέφτηκε ο αρχηγός του και ο πράκτορας ολοκλήρωσε:
-Δεν έχει σημασία αν είναι ο Σούπερμαν ή ο Διάβολος! Σημασία έχει ότι όπως όλοι μας, θα έχει κι αυτός τις αδυναμίες του. Θα τις βρω και θα σας τον τυλίξω σε γιορτινό πακέτο, είπε σκεπτόμενος το κορίτσι με τα μακριά μαλλιά, που είχε δει στο αγρόκτημα και τρίβοντας με δύναμη το δόντι-φυλαχτό.

                                                                       20

Ο υπουργός Δημόσια Τάξης ξύπνησε με ένα κεφάλι σαν καζάνι, πέντε περίπου ώρες αφότου τον εγκατέλειψαν οι απαγωγείς του. Η νύχτα είχε αρχίσει να πέφτει πάνω στην πόλη κι αυτός κατευθύνθηκε προς το αεροδρόμιο. Γνωστοποίησε το συμβάν στο αστυνομικό τμήμα του αεροδρομίου, το οποίο ανέλαβε να τον μεταφέρει, μετά από παράκληση του, στο Μέγαρο Μάξιμου και αφού προηγουμένως είχε ενημερώσει τον πρωθυπουργό τηλεφωνικά για την επι-κείμενη άφιξη του.
Στο πρωθυπουργικό γραφείο, ο Πλάτων ενημέρωνε με ακρίβεια τον πρωθυπουργό για τις κρυφές σκέψεις, τις βλέψεις και τους στόχους του συμβούλου του. Αυτός καθόταν σε μια καρέκλα απέναντι από το γραφείο και με σκυμμένο το κεφάλι άκουγε τον Πλάτων να εξιστορεί τα κατορθώματα του. Δεν τόλμησε ούτε μια φορά να σηκώσει το βλέμμα του, παρά περίμενε υπομονετικά. Από την άλλη, ο πρωθυπουργός και ο Οδυσσέας τον κοίταζαν υποτιμητικά, μην πιστεύοντας πως ένας «εφιάλτης» είχε τρυπώσει μέσα στην καρδιά της εξουσίας στην χώρα τους.Κάνεις απ΄ τους δυο τους δεν ήταν αφελής, αλλά η περιγραφή του Πλάτων, τους έκανε ενδόμυχα να νιώθουν σχεδόν ηλίθιοι.
Ο Πλάτων τους ενημέρωσε για τις καθημερινές σχεδόν αναφορές που έδινε σε ένα άγνωστο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, χωρίς να έχει μιλήσει ποτέ ζωντανά ή έστω μέσω τηλέφωνου με τον πληροφοριοδότη του. Όλη η σχέση τους βασιζόταν σε ηλεκτρονικά μηνύματα, μια αθώα για τον κοινό πληθυσμό διαδικτυακή υπηρεσία. Στην περίπτωση του όμως, ήταν το διαβατήριο για μια καλύτερη ζωή, μια ζωή με πολλή χρήμα. Πληρωνόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα, με μικρά ποσά για να μην γίνει αντιληπτός από την εφορία, από έναν υποτιθέμενο συγγενή στην Αμερική. Εκεί τον στρατολόγησε και ο εργοδότης του, λίγο πριν τελειώσει τις σπουδές του. Και στην συνέχεια ήρθε φυτευτός στην Ελλάδα, σαν σύμβουλος του πρωθυπουργού.
-Τι έχεις να πεις για όλα αυτά, ρώτησε αυστηρά ο έκπληκτος πρωθυπουργός, υπό το άγρυπνο μάτι του Πλάτων, που συνέχιζε να σκαλίζει όλο και πιο βαθιά.
-Ξέρω ότι είναι μάταιο να δικαιολογηθώ, αλλά ζητώ ειλικρινά συγνώμη, απάντησε με φωνή τρεμάμενη απ’ το στρες και την επίγνωση ότι όλα είχαν τελειώσει γι’ αυτόν και η ζωή του θα έπαιρνε τον κατήφορο, μπαίνοντας σε ένα τούνελ χωρίς προορισμό. Θα εξασφάλιζε με σιγουριά ότι αυτή θα ήταν η πορεία των πραγμάτων ο... σήκωσε λίγο το κεφάλι του, ίσα-ίσα που να έχει στο οπτικό του πεδίο τον Πλάτων. Μπορείς να παρερμηνέψεις πολλές φορές το βλέμμα των ανθρώπων και τα συναισθήματα που αυτό υποδηλώνει, όχι όμως και το μίσος. Ποτέ το μίσος!
Μίσος γέμισε την καρδιά και το μυαλό του εκείνη την στιγμή και δεν φοβήθηκε να το δείξει. Ο πρότερος φόβος είχε μετασχηματιστεί σε καθαρό, αγνό και συντριπτικό μίσος. Η λογική του υποχώρησε άτακτα πιεζόμενη απ΄ το διαρκώς αυξανόμενο, πρωτόγονο συναίσθημα. Τίποτα δεν είχε σημασία πλέον. Ούτε οι συγνώμες, ούτε το μέλλον, παρά μόνο η αναγκαστική εκδήλωση της έντονης επιθυμίας του.
Σηκώθηκε απότομα, αρπάζοντας έναν χαρτοκόπτη πάνω απ΄ το γραφείο, κινούμενος άτσαλα και σοκάροντας με την απρόσμενη πράξη του τον πρωθυπουργό και τον Οδυσσέα, και κινήθηκε εναντίον του Πλάτων. Ο Οδυσσέας έκανε να τον σταματήσει όταν τον είδε να κοκαλώνει το ίδιο απότομα, όπως ξεκίνησε. Λες και ο χρόνος είχε σταματήσει γι’ αυτόν, έμοιαζε με μαρμάρινο γλυπτό. Ίσως μόνο ο Φειδίας θα μπορούσε να αναπαραστήσει την εμφανή κίνηση του σώματος και τον πανικό της έκφρασης. Ήταν ο Πλάτων όμως αυτός που είχε δώσει πνοή στο ζωντανό γλυπτό.
Είχε αντιληφθεί την ολοένα αυξανόμενη πίεση μες το μυαλό του και μπορούσε σχεδόν με βεβαιότητα να προβλέψει τις πράξεις του, ακόμη και την στιγμή όμως, που διάβασε μέσα του το σχέδιο του μίσους του, θέλησε να του δώσει μια ευκαιρία. Κανένας άνθρωπος δεν είναι εκ των προτέρων ένοχος λόγω της επιθυμίας του να κάνει κακό, υπάρχει πάντα η δυνατότητα την ύστατη στιγμή να εκτρέψει το εαυτό του από τον δρόμο αυτό. Μόνο αυτός μπορεί να καθορίσει την αμετάκλητη στιγμή, όπου η επιθυμία γίνεται πράξη και το μέλλον παρόν. Η δικαιοσύνη και  η  σύγχρονη  κοινωνία βεβαίως  δεν  έχουν  αυτή  την  πολυτέλεια, όμως ο Πλάτων την είχε και την εκμεταλλεύτηκε, προσφέροντας του μια και μοναδική ευκαιρία.
Ο αγαλματένιος σύμβουλος στεκόταν εντελώς ακίνητος, όμως το μυαλό του ήταν λειτουργικό. Η λογική ξαναπήρε σταδιακά τα ηνία και οδήγησε το σώμα του στην πλήρη παράδοση, αντιλαμβανόμενη το μάταιο της προηγούμενης πράξης του. Ο Πλάτων του έδωσε τον έλεγχο και το κορμί του ζωντάνεψε με μιας, τα χέρια έπεσαν στα πλευρά του και το σώμα κάθισε στα γόνατα. Θύμιζε χιλιοπαιγμένη μαριονέτα. Ο πρωθυπουργός κοιτούσε έκπληκτος αδυνατώντας να εκφέρει την παραμικρή άποψη, το ίδιο και ο Οδυσσέας. Το γήπεδο ανήκε ολοκληρωτικά στον Πλάτων.
-Κύριε πρωθυπουργέ, ζητώ ταπεινά συγνώμη, είπε ο γονατισμένος σύμβουλος και δάκρυα θλίψης έκαναν την εμφάνιση τους. Δεν πίστεψα ποτέ ότι θα έκανα κακό στην πατρίδα μου και θεωρώ ότι δεν έκανα. Το μόνο  που ήθελαν από μένα ήταν να τους ενημερώνω για τα σχέδια σας, ώστε αν χρειαστεί να σας πιέσουν. Εγώ απλώς κατέγραφα στο μυαλό μου τις προθέσεις σας και ... Ποτέ δεν σας παρότρυνα να κάνετε το ένα ή το άλλο, έτσι δεν είναι;
Κι όντως έτσι ήταν σύμφωνα με τον πρωθυπουργό. Ο σύμβουλος αυτός ήταν ίσως ο καλύτερος του, εκτελούσε άψογα τις εντολές του και ειλικρινά ποτέ δεν θυμόταν να τον οδήγησε με τον τρόπο του προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Αυτό δεν μείωνε σε καμιά περίπτωση την προδοσία του, αλλά τουλάχιστον η συγνώμη του πρέπει να ήταν ειλικρινής. Ο μοναδικός τρόπος για να είναι σίγουρος ήταν ο Πλάτων και στράφηκε προς αυτόν. Το ίδιο έκανε και ο σύμβουλος, αντιλαμβανόμενος ότι η εξιλέωση του ήταν πλέον κοντά. Εκτός αν ο παράξενος νέος, έλεγε ψέματα.
Ο Πλάτων κατένευσε επιβεβαιώνοντας και τους δυο τους. Ο σύμβουλος του χαμογέλασε λυπημένα κι έκλεισε τα μάτια, τα οποία ξαναπλυμμύρησαν, αυτή την φορά από δάκρυα λύτρωσης. Σήκωσε απότομα τον χαρτοκόπτη και τον έχωσε στον λαιμό του, όπου βυθίστηκε όπως το μαχαίρι στο βούτυρο. Το έστριψε βίαια, κι αντίθετα σε κάθε ένστικτο, μες την σάρκα, ώστε να είναι σίγουρος για το αποτέλεσμα κι άρχισε να ουρλιάζει.
Ο πρωθυπουργός και ο Οδυσσέας εμβρόντητοι είδαν ένα ποτάμι αίματος να κυλάει απ΄ το τραύμα και έσπευσαν να βοηθήσουν. Ο πρωθυπουργός στράφηκε στον Πλάτων με ένα βλέμμα μπερδεμένο, που ρωτούσε:
 «Εσύ το έκανες;»
«Όχι!»
«Γιατί δεν το σταμάτησες;»
«Δεν είναι ο ρόλος μου, να αφαιρώ απ΄ τους ανθρώπους την δυνατότητα να κάνουν αυτό που θέλουν, να τους ακρωτηριάζω στερώντας τους την ελευθερία της επιλογής. Ίσως, ακόμη κι αν στρέφονται κατά των συνανθρώπων τους, πόσο μάλλον όταν  αυτός στράφηκε κατ’ επιλογή κατά του εαυτού του. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, δεν είχα το δικαίωμα να του αρνηθώ αυτή την ελευθερία!»

                                                                       21

Ο υπουργός Δημόσιας Τάξης έφτασε στο Μέγαρο την ώρα που ένα ασθενοφόρο μετέφερε τον νεκρό σύμβουλο στο νεκροτομείο και πλήθος δημοσιογράφων είχε αρχίσει να μαζεύεται στην κεντρική είσοδο. Η θέα και μόνο του ασθενοφόρου τον προϊδέασε αρνητικά για ότι επρόκειτο να μάθει σε λίγο. Η αίσθηση ότι τα γεγονότα οδηγούνταν σε μια άγνωστη κορύφωση ήταν έντονη, σχεδόν έσφιγγε τα σωθικά του. Μπήκε στο πρωθυπουργικό γραφείο και είδε τους τρεις άντρες. Κοίταξε πρώτα τον πρωθυπουργό και τον Οδυσσέα και στην συνέχεια στράφηκε στον νεαρό, που κάθονταν διπλά στο παράθυρο. Αυτός σηκώθηκε ευθύς μόλις τον είδε και τον πλησίασε αργά. Αν και ενστικτωδώς, ίσως λόγο του απίστευτα ψυχρού βλέμματος που αντίκρισε,  ο υπουργός πισωπάτησε, τελικά η συνείδηση του αποφάσισε ότι δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος. Δεν ένιωσε κίνδυνο, αλλά αισθάνθηκε, εντελώς απρόσμενα, ασφαλής. Κοίταζε τον νεαρό στα μάτια και, καθώς αυτός του ανταπέδιδε το βλέμμα, για μια μοναδική στιγμή ένιωσε ότι ήταν μόνοι τους, οι δυο τους σε έναν δικό τους χωροχρόνο, αποκομμένοι από όλους τους άλλους.
Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ο Πλάτων κατένευσε, με τα χείλη του να προσπαθούν ανεπιτυχώς να σχηματίσουν ένα χαμόγελο, επιστρέφοντας διπλά στο παράθυρο και ο υπουργός προσγειώθηκε απότομα στον κοινό χωροχρόνο, έχοντας μόλις βιώσει την αίσθηση που αφήνει η πρώτη επαφή των ανθρώπινων αισθήσεων με τον Πλάτων, καθώς και το ξεφύλλισμα του ψυχικού του ημερολογίου, ίσως λίγο πιο έντονα από τους άλλους. Στράφηκε απορημένος στους άλλους δυο άντρες, που περίμεναν εναγωνίως να τους ενημερώσει. Σαστισμένος ακόμη τους είπε την εμπειρία που είχε, εστιάζοντας ιδιαίτερα στον παράξενο μαυροντυμένο άντρα, που δολοφόνησε ψυχρά τον οδηγό του.
Κι ενώ τον άκουγαν, ο εγκέφαλος του Πλάτων προσπαθούσε ανεπιτυχώς να βρει κάποια στοιχεία που να μαρτυρούν την ταυτότητα του άντρα αυτού, την εικόνα του οποίου είχε ξεκάθαρα μες το μυαλό του, αφού την δανείστηκε από τον υπουργό. Δεν άκουσε ούτε λέξη, δεν είδε κανένα χαρακτηριστικό του, παρά μόνο την μαύρη δερμάτινη στολή και το μαύρο κράνος με το φιμέ τζάμι, πάνω στο οποίο αντανακλούσε η μορφή του υπουργού. Μια φρέσκια, αλλά θολή ανάμνηση  του έδωσε τα μόνα στοιχεία, προς το παρόν. Παρακολούθησε τον άντρα να βγαίνει αστραπιαία απ’ το όχημα και να σημαδεύει. Η κάμερα των ματιών του υπουργού στράφηκε προς το πίσω παρμπρίζ και κάπου μακριά ο τρεχάμενος οδηγός σωριάστηκε ξαφνικά στο χώμα. Ένας εκπαιδευμένος δολοφόνος λοιπόν ήταν στο κατόπι του, έχοντας επίσης γνώση για την τοποθεσία του καταφυγίου του. Παρόλα αυτά δεν ανησύχησε ούτε για μια στιγμή για την Νεφέλη. Εκτός του ότι την προστάτευαν πέντε από τους καλύτερους άντρες της χώρας, θεωρούσε ότι δεν θα γινόταν άμεσος στόχος για τον νέο διώκτη του. Ο τρόπος που είχε χειριστεί την κατάσταση με τον υπουργό μαρτυρούσε έναν άκρως πειθαρχημένο και εγκεφαλικό άνθρωπο. Έναν επαγγελματία, κατά πάσα πιθανότητα, με τεράστια εμπειρία.
Η αστυνομία είχε ήδη περισυλλέξει το πτώμα του οδηγού και μαζί με τους δυο άντρες της ασφαλείας του υπουργού το άθροισμα γινόταν τρεις νεκροί συνολικά. Τρεις θάνατοι από έναν πράκτορα των εχθρών του. Ο Πλάτων ήταν σίγουρος ότι αυτό ήταν ο μαυροντυμένος άντρας. Ο υπουργός ενημερώθηκε για τον τέταρτο θάνατο από το πρωί, ο οποίος αν και αυτοκτονία έμοιαζε να προστίθεται σε μια ατελή ακόμη λίστα και κάθισε ξέπνοος σε μια καρέκλα κουνώντας το κεφάλι του. Το κλίμα ήταν τεταμένο  και απεικονιζόταν ξεκάθαρα στα πρόσωπα των τριών αντρών, οι οποίοι, μην μπορώντας να συνειδητοποιήσουν την κρισιμότητα της κατάστασης, πρόσβλεπαν στον Πλάτων για μια διέξοδο.
Αυτός έδωσε την λύση σαν από μηχανής θεός. Τους εξήγησε ότι οι προβληματικές καταστάσεις διορθώνονται μόνο με τολμηρές αποφάσεις και άμεσες πρωτοβουλίες της πολιτικής ηγεσίας. Τέσσερεις νεκροί σε μια μέρα, ένας εκ των οποίων μες το γραφείο του πρωθυπουργού, σε συνέχεια της πομπώδους δικής του παρουσίασης από τα τηλεοπτικά, ραδιοφωνικά και διαδικτυακά μέσα της χώρας στην αρχή της εβδομάδας, απαιτούσαν πυγμή και ηγεσία. Δεν υπάρχει χώρος για επικοινωνιακά παιχνίδια σε συνθήκες αναβρασμού της κοινωνίας, παρά μόνο για ηγέτες, ικανούς να οδηγήσουν τα ποίμνια τους εκεί που πρέπει!
-Δείτε την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί σαν μια πολύ καλή αφορμή για την εκκίνηση της προσπάθειας μας, κύριε πρωθυπουργέ. Να είστε σίγουροι ότι τα έντονα κοινωνικά προβλήματα, τα οποία έχουν προκληθεί λόγω της οικονομικής κρίσης και τα οποία μαστίζουν τον λαό μας, όπως όλους τους λαούς, δεν θα αργήσουν να εκδηλωθούν με απρόβλεπτη μορφή. Σχεδόν σίγουρα με βία και κοινωνικές συγκρούσεις. Ο λαός δεν θα αντέξει, σ’ αυτήν την δύσκολη συγκυρία, την γνώση ότι η εξουσία του είναι διεφθαρμένη, δεν το έχει κάνει ποτέ στην ιστορία του είδους μας. Εσείς μπορεί να μην έχετε άμεσο φταίξιμο για τους θανάτους των αντρών του υπουργού, ούτε για τον σύμβουλο σας, έχετε όμως, αποκλειστικά, την πολιτική ευθύνη. Το ίδιο και εσείς, είπε απευθυνόμενος στον υπουργό. Κάθε πολιτικός άντρας έχει την ευθύνη για οτιδήποτε συμβαίνει στον τομέα εξουσίας του. Κι αυτό γιατί, αν και είναι αδύνατον να ελέγξει κάποιος όσα συμβαίνουν και όσα θα μπορούσαν να συμβούν στα σκαλοπάτια της εξουσίας κάτω από αυτόν, εχθρός του καλού είναι το καλύτερο. Αν δεν μπόρεσες εσύ να λάβεις τα κατάλληλα μέτρα, που θα απέτρεπαν το σημερινό συμβάν με την απαγωγή σου, κύριε υπουργέ, τότε πρέπει να βρούμε έναν καλύτερο, είπε  και σώπασε.
Ο υπουργός ταράχτηκε. Η μέρα είχε ξεκίνησε άσχημα και έκλεινε πηγαίνοντας κατά διαόλου. Μετά την ολιγόωρη απαγωγή του ακολουθούσε, κατά τα φαινόμενα, η παραίτηση του. Κοίταξε τον πρωθυπουργό με απορία. Προσδοκούσε μια κουβέντα υποστήριξης, ένα βλέμμα καθησυχασμού και ... Δεν είδε, ούτε άκουσε κάτι παρόμοιο. Ο πρωθυπουργός, αν και δυσκολευόταν, έβλεπε την λογική του Πλάτων. Μπορεί αυτό να αφορούσε και τον ίδιο, όμως είχε συμφωνήσει να τον στηρίξει σε όλες του τις επιλογές και θα το έκανε ακόμη κι αν του ανακοίνωνε ότι έπρεπε να παραιτηθεί. Εν τέλει ο υπουργός πείστηκε μέσα του ότι ίσως αυτό ήταν για το καλό της πατρίδας του.
-Ποιος είναι αυτός, που θα μπορέσει να κάνει καλυτέρα την δουλειά από μένα, νεαρέ, ρώτησε με έκδηλη την θέληση να μάθει το σκεπτικό του Πλάτων. Ποιος θα μπορέσει να προβλέψει ένα γεγονός σαν κι αυτό, που συνέβη σε μένα και το οποίο, δεν μου το βγάζεις από το μυαλό ότι σχετίζεται άμεσα με σένα, ρώτησε με νόημα.
-Όλοι κι ο καθένας ξεχωριστά, κύριε υπουργέ. Λέγοντας «όλοι»,  εννοώ ότι όλοι οι Έλληνες πολίτες είναι ικανοί να κάνουν σωστά την δουλειά σας, την οποία πολιτική δουλειά. Πρέπει απλώς να τους δοκιμάσουμε κι ερχόμαστε έτσι στο «καθένας χωριστά». Ο καλύτερος και ικανότερος πολίτης πρέπει να πάρει την κατάλληλη θέση στην δεδομένη συγκυρία. Δεν μας υπόσχεται κάνεις ότι όντως θα είναι ο καλύτερος για την δουλειά που τον θέλουμε, αλλά αυτό δεν μένει παρά να αποδειχτεί στην πράξη. Μόλις έρθει σε γνώση μας ότι τελικά δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις προσδοκίες και τις δυσκολίες της πραγματικότητας, τον αλλάζουμε με κάποιον άλλο, ο οποίος φροντίζουμε να έχει κάποια επιπλέον χαρακτηρίστηκα, παράλληλα εννοείτε με την βελτίωση της γραφειοκρατικής διαδικασίας του συστήματος. Το σύστημα πρέπει να φτάσει σε ένα επίπεδο, όπου θα διεκπεραιώνει αυτόματα τις υποθέσεις, μέχρι του σημείου βεβαίως, όπου θα εμπλέκεται η πολιτική απόφαση.
-Δηλαδή, μου λες ότι αυτή την στιγμή, πρέπει να βρούμε τον κατάλληλο για την θέση μου με συγκεκριμένα αξιοκρατικά κριτήρια, π.χ. επίπεδο μόρφωσης σχετιζόμενο με το αντικείμενο, πολιτική δράση ίσως, προηγούμενη εμπειρία κ.α. Σωστά;
-Ακριβώς! Και επίσης αυτός θα προέρχεται από όλο το φάσμα της ελληνικής κοινωνίας … καθώς και των κομμάτων, έριξε την βόμβα και περίμενε τις αντιδράσεις.
Οι δυο ισχυροί πολιτικοί άντρες πάγωσαν στο άκουσμα της τελευταίας του δήλωσης και στο ενδεχόμενο να χρειαστεί ή μάλλον να αναγκαστούν να συνεργαστούν με τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Βλέπετε, γαλουχημένοι στον πολιτικό στίβο, που δεν επιτρέπει άλλο από την ατέρμονη προσπάθεια του κάθε κόμματος να υπερασπιστεί πρώτα και πάνω απ’ όλα τα κλειστά κομματικά του συμφέροντα, αδυνατούσαν να διακρίνουν την πραγματικότητα που λέει ότι άνθρωποι έξυπνοι, ικανοί και με θέληση για προσφορά υπάρχουν παντού, σε κάθε ιδεολογικό χώρο της ελληνικής κοινωνίας. Ενώ ο Οδυσσέας, που δεν ήταν παρά ένας κατώτερος δημόσιος υπάλληλος, συμφώνησε μέσα του απολύτως με τον Πλάτων, αναγνωρίζοντας το αυτονόητο. Αυτό που μόλις είχε εκστομίσει δεν ήταν παρά η φωνή της κοινής λογικής, η από καιρό ξεχασμένη στο μεγαλύτερο κομμάτι του ανθρώπινου είδους, και πάνω απ’ όλα στην ελληνική κοινωνία, που δυστυχώς λίγη συγγένεια είχε πλέον με τους πρωτοπόρους αρχαίους Έλληνες!

                                                                            22

Η μεγάλη ξύλινη, και περίτεχνα σκαλισμένη, πόρτα άνοιξε και οι αντιπρόσωποι του Κεφαλαίου άρχισαν να μπαίνουν στο πολυτελές ψηλοτάβανο δωμάτιο, συζητώντας ψιθυριστά μεταξύ τους. Πήραν τις προκαθορισμένες θέσεις τους γύρω απ΄ το μακρόστενο, γυάλινο τραπέζι, αγνοώντας επιδεικτικά τον πρόεδρο της Υπερδύναμης που καθόταν σκεφτικός στο ένα άκρο του τραπεζιού. Αφού τακτοποιήθηκαν όλοι, σίγασαν απότομα και στράφηκαν συντονισμένα προς το μέρος του. Αυτός παραδόξως τους κοίταζε με θάρρος, όχι σαν τις προηγούμενες φορές, που τους κοιτούσε με ένα θλιβερό και συνάμα φοβισμένο βλέμμα, κάτι το οποίο έγινε γρήγορα αντιληπτό, προκαλώντας αν μη τι άλλο την απορία τους.
-Λοιπόν; Τι έχεις για μας, ρώτησε ο άντρας απέναντι του, ο τραπεζίτης, που είχε αναλάβει τον ρόλο του οικοδεσπότη για σήμερα, με την χροιά της φωνή του σαφώς πιο μαλθακή από αυτήν που είχε ετοιμάσει και με όλα τα μάτια ακόμη καρφωμένα πάνω στον πρόεδρο.
-Κοιτάξτε να δείτε, είπε με φωνή σταθερή, που δήλωνε ξεκάθαρα σιγουριά, η συνομιλία που είχα με τον πρωθυπουργό της Ελλάδας πήρε μια απροσδόκητη τροπή. Ο μέχρι χθες ανθρωπάκος ψήλωσε, ψήλωσε ξαφνικά και ψήλωσε… πολύ, είπε και εκφράσεις έκπληξης μαζί με διάφορες ερωτήσεις αναδύθηκαν απ΄ την σιωπή.
-Τι εννοείς;
-Πώς ψήλωσε; Τι...
-Εννοώ ότι ένας πολιτικός, υποχείριο του συστήματος μέχρι σήμερα, ξαφνικά μετατράπηκε σε αυτόβουλο ον (σκέφτηκε θλιμμένα και τον εαυτό του)! Αρνήθηκε κατηγορηματικά να μας παραδώσει τον νεαρό και μάλιστα μου έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα.  Αυτό δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε ένα συμπέρασμα, είπε και όλοι ασυναίσθητα έγειραν ελάχιστα εμπρός. Περίμεναν να ακούσουν αυτό, που δεν τολμούσαν να σκεφτούν. Οι φήμες είναι αληθινές, είπε γρήγορα. Ο νέος αυτός έχει κάποιες υπερδυνάμεις!
Είδε πρόσωπα σκέφτηκα κι απορημένα, με μάτια έκπληκτα να ψάχνουν δίπλα τους για ένα αποκούμπι, μιας και παρά την προσπάθεια να φανούν ψύχραιμοι, η ανησυχία τους ήταν έκδηλη. Η επιβεβαίωση των φόβων τους δεν ήταν μια ρεαλιστική εκδοχή για τους περισσότερους εκεί μέσα από την πρώτη τους συνάντηση και μετά. Θεωρούσαν οι περισσότεροι την ύπαρξη ενός τέτοιου ανθρώπου  στατιστικά απίθανο και είχαν πάρει πολύ ελαφρά το νέο, κάποιο λάθος πρέπει να είχε κάνει σίγουρα ο πληροφοριοδότης τους. Περίμεναν με βεβαιότητα την διάψευση των υποθέσεων και την ενασχόληση, επιτέλους, με τα πραγματικά τους ζητήματα Κι όμως τα πράγματα πήγαιναν κάπου, όπου οι πιο διορατικοί εκεί μέσα έβλεπαν, αλλά απεχθάνονταν με κάθε τρόπο. Ο τραπεζίτης προσπάθησε να ηρεμήσει τα πνεύματα των ανήσυχων ομοϊδεατών του.
-Πως είσαι σίγουρος; Τι πληροφορίες έχεις, ρώτησε και όλα τα κεφάλια στράφηκαν και πάλι προς τον πρόεδρο, κοιτώντας τον αυτή την φορά με μια κρυφή ελπίδα. Αυτός φρόντισε να την σκοτώσει άμεσα, εν μέρη νιώθοντας μια θριαμβευτική ικανοποίηση γι’ αυτό. Βλέπετε ένιωθε ήδη ότι αυτός ήταν μπροστάρης πλέον και όλοι μες το δωμάτιο θα ακολουθούσαν, γιατί δεν γινόταν αλλιώς. Τόσα χρόνια διαταγών, πιέσεων και προσβολών είχαν γεμίσει την ψυχή του με υπομονή. Η εκδίκηση είναι όντως ένα πιάτο που σερβίρεται κρύο, παγωμένο και σε ακατάλληλη στιγμή!
-Ποια άλλη εξήγηση έχετε εσείς για την προσβλητική συμπεριφορά του πρωθυπουργού, εκτός της γνώσης ότι έχει έναν νεαρό με αυτές τις εξωπραγματικές δυνάμεις στο πλευρό του. Πως θα νιώθατε αλήθεια όλοι σας εάν δίπλα σας είχατε έναν νέο με την ικανότητα να εκτοξεύει μια πανίσχυρη δύναμη απ’ τα χέρια του, κι ακόμη περισσότερο να ελέγχει τα μυαλά των ανθρώπων; Εγώ πάντως θα ήμουν τουλάχιστον εκστασιασμένος! Επίσης ποιά εξήγηση έχετε για το γεγονός ότι ο άνθρωπος μας μέσα στο στενό κύκλο του πρωθυπουργού, αυτοκτόνησε μέσα στο πρωθυπουργικό τους μέγαρο σήμερα; Πριν από λίγο μας ενημέρωσε η πρεσβεία μας στην Αθήνα, ότι ένα ασθενοφόρο παρέλαβε τον σύμβουλο νεκρό. Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις είναι καθαρή αυτοκτονία, αλλά εγώ έχω πολύ διαφορετική γνώμη, είπε και η κεραμίδα που τους πέταξε χτύπησε άγρια το ένστικτο της αυτοσυντήρησης τους.
Οι παρευρισκόμενοι άκουγαν άφωνοι τον πρόεδρο και οι καρδιές όλων τους ξεκίνησαν να χτυπούν γρηγορότερα. Έπρεπε να στείλουν επιπλέον αίμα στους δοκιμαζόμενους εγκεφάλους τους. Δυο-τρεις άναψαν το απαραίτητο τσιγάρο-αγχολυτικό και μερικοί άλλοι σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν προς το πλούσιο μπαρ του δωματίου. Ένα ποτό, και μάλιστα της καλύτερης ποιότητας, ήταν ότι πρέπει την συγκεκριμένη στιγμή. Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη και η υποψία μιας ανεπιθύμητης και δύσκολης δοκιμασίας αιωρούνταν πάνω απ’ τα κεφάλια τους.
-Ποια δύναμη πιστεύετε ότι οδήγησε έναν νέο άνθρωπο, με όλη την ζωή μπροστά του και μάλιστα υπό τις καλύτερες συνθήκες, στην αυτοκτονία, συνέχισε ο πρόεδρος. Δούλευε σαν πληροφοριοδότης μας τα τελευταία πέντε χρόνια, όλα δίπλα στον πρωθυπουργό τους και αυτοκτόνησε μες το γραφείο του, μόλις μια εβδομάδα από την εμφάνιση αυτού του ανθρώπου! Σύμπτωση;
Σχεδόν όλοι ήταν ξαφνικά πεπεισμένοι ότι οι δυνάμεις του νεαρού ήταν γεγονός. Κι ακόμη χειρότερα, αυτός δεν ήταν υπό τον έλεγχο τους. Ποιός ξέρει ποιόν δρόμο θα τραβούσε; Θα τον έβρισκαν άραγε απέναντί τους; Περίπου είκοσι πανίσχυροι άντρες μες το δωμάτιο, εκπρόσωποι γιγάντιων οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων σε όλο τον κόσμο δημιούργησαν τρία-τέσσερα πηγαδάκια, συζητώντας μεταξύ τους. Μόνο ένας έκατσε μόνος του, σκεφτικός, με τα χέρια  αγκαλιασμένα στις γροθιές και μάτια σφαλιστά. Αδυνατούσε κι αυτός να εξηγήσει το γεγονός της ύπαρξης του νέου. Στο σημείο όμως που στον άνθρωπο σταματάει η γνώση κι η λογική, αρχίζει η πίστη!
-Έχει ειπωθεί ότι ένα Θηρίο θα γεννηθεί στον κόσμο των ανθρώπων, είπε μετά από λίγα λεπτά ο κληρικός, με τα μάτια ακόμη κλειστά και όλοι σταμάτησαν τις συζητήσεις στα πηγαδάκια τους και στράφηκαν προς το μέρος του, αισθανόμενοι μια ψύχρα απορρέουσα απ’ τον απόκοσμα σοβαρό τόνο της φωνής του. Ένα Θηρίο, που θα μοιάζει με άνθρωπο, αλλά δεν θα είναι. Ένα θηρίο, με υπεράνθρωπες δυνάμεις, που στόχος του θα είναι η υποδούλωση του ανθρώπινου είδους, θα έχει  εικόνα γοητευτική, που μπρος της θα γονατίζουν όλοι και που θα προσπαθήσει να καταλάβει σταδιακά την εξουσία πάνω στον πλανήτη.
Τα λόγια του προκάλεσαν αναταραχή. Οι ακροατές του δεν ήξεραν τι να πουν και τι να κάνουν. Τα σοκ διαδέχονταν το ένα το άλλο. Τι εννοούσε ο αιδεσιμότατος; Μήπως ότι ο νεαρός είναι το Θηρίο, που μόλις τους περιέγραψε; Μα είναι δυνατόν να λέγονται τέτοια πράγματα. Αυτά  είναι παραμυθάκια για μικρά παιδιά. Ή μήπως όχι; Ο κληρικός συνέχισε απτόητος.
-Θα γοητεύει τον κόσμο και θα είναι γλυκομίλητος στην αρχή. Ο πρωθυπουργός τους είναι το πρώτο θύμα της γοητείας του. Θα κάνει και πολλά καλά, για να πείσει κι άλλους, όσους περισσότερους μπορεί. Θα...
-Ανοησίες, διέκοψε φωνάζοντας ο τραπεζίτης. Αιδεσιμότατε, δεν είμαστε το ποίμνιο σου και εδώ δεν είναι ο άμβωνας σου. Τι μαλακίες μας περιγράφεις; Αλήθεια πιστεύεις αυτά, που λες; Για το … Θηρίο και το πώς θα καταλάβει τον κόσμο, ρώτησε περιπαικτικά. Οι υπόλοιποι στράφηκαν πάλι στον αιδεσιμότατο, αναμένοντας την απάντηση του. Το ίδιο έκανε και ο πρόεδρος, στην καρδιά του οποίου τα λόγια του ήχησαν σαν απαγγελία αγγέλων, σαν το πολυ-πόθητο κάλεσμα από ψηλά!
-Εγώ … ναι τα πιστεύω ακράδαντα αυτά που λέω, ειδάλλως δεν θα τα έλεγα, αγαπητέ, είπε με γαλήνη. Δεν κάνω τίποτα περισσότερο απ’ το να ερμηνεύω τα γεγονότα με βάση τις Γραφές. Και οι Γραφές είναι ξεκάθαρες. Μόνο όποιος εθελοτυφλεί δεν βλέπει τα πραγματικά γεγονότα, τόνισε κοιτώντας τον τραπεζίτη. Έχεις εσύ κάποια διαφορετική εξήγηση για την ύπαρξη αυτού του νέου, τον ρώτησε. Μπορείς να μας φωτίσεις, εξηγώντας μας την ύπαρξη αυτών των δυνάμεων, που μόλις μας περιέγραψε ο πρόεδρος; Έλεγχος του μυαλού και θανατηφόρα δύναμη από τα χέρια; Σαν θαύματα δεν ακούγονται όλα αυτά; Μπορείς να μας πεις τον λόγο, για τον οποίο ένας αρχηγός κράτους, αλλάζει πρόσωπο, και στρατόπεδο κατά τα φαινόμενα, απ’ την μια στιγμή στην άλλη; Επίσης, αν δεν κάνω λάθος, πρέπει να είναι τριάντα χρονών, σωστά; Όσο ακριβώς ήταν κι ο Χριστός όταν ξεκίνησε την δράση του κι όσο έχουν προβλέψει οι προφητείες, είπε απευθυνόμενος στον πρόεδρο. Αυτός ένευσε θετικά.
Ο τραπεζίτης, όπως και οι υπόλοιποι εκεί μέσα, άρχισε να το ξανασκέφτεται. Κι όχι γιατί ήταν θρήσκος, όχι, όχι, δεν ενδιαφέρονταν ποτέ ιδιαίτερα για την θρησκεία. Αλλά διότι στην αίθουσα υπήρχαν δύο και όχι ένας θεός! Εκτός από τον θεό της θρησκείας, υπήρχε και ο θεός της σύγχρονης εποχής, το Χρήμα. Αν αλήθευαν τα λόγια του αιδεσιμότατου, τότε κινδύνευαν και οι δυο θεοί. Κινδύνευε η άρχουσα τάξη αυτού του κόσμου!
-Τι προτείνεις λοιπόν; Τι πρέπει να κάνουμε; Αν αυτό που λες αληθεύει, τότε πώς θα εξοντώσουμε αυτό το … Θηρίο;
Ο αιδεσιμότατος, υπό το άγρυπνο βλέμμα του προέδρου, σκέφτηκε τα λόγια του καλά και είπε αποφασιστικά, με φωνή που δεν σήκωνε αμφιβολίες:
-Θα περιμένουμε και παράλληλα θα οργανωθούμε! Σύμφωνα με τις γραφές, έχουμε τρία χρόνια μπροστά μας. Στο τέλος του τρίτου χρόνου θα αποκαλυφθεί στον κόσμο, όπως πραγματικά είναι, ο Άνθρωπος της Αμαρτίας, ο Υιός της Απώλειας! Ζούμε σε ιστορικές εποχές, συνέχισε συνεπαρμένος και κοιτώντας ψηλά, προς έναν αόρατο θεατή. Το τέλος της Ιστορίας πλησιάζει. Πρέπει να αντισταθούμε στο Θηρίο και να προετοιμάσουμε την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας. Έχουμε την μοναδική και μαγευτική ευκαιρία να γίνουμε βασιλιάδες στο βασίλειο, που θα εγκαθιδρύσει ο Κύριος μας, είπε γεμίζοντας τις μπαταρίες της ματαιοδοξίας του. Αρκεί να εξοντώσουμε το Θηρίο, να εξοντώσουμε τον Αντίχριστο, είπε με τα μάτια όλων των λύκων καρφωμένα στον νέο τους αρχηγό! Αυτόν που όλοι μες το δωμάτιο έλπιζαν, αν και με δυσπιστία, ότι θα τους γλύτωνε από τα χειρότερα.

                                                                            23

-Καλέστε τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, κύριε πρωθυπουργέ. Πρέπει να κάνει μια έκτακτη ενημέρωση προς τους δημοσιογράφους, στην οποία θα εξηγήσει με κάθε ειλικρίνεια τα σημερινά γεγονότα και θα γνωστοποιήσει ότι θα εκφωνήσεις  ένα ιστορικό διάγγελμα στον ελληνικό λαό. Αύριο το μεσημέρι στο διάγγελμα θα ανακοινώσεις την αλλαγή πορείας της χώρας, θα ανακοινώσεις άμεσο ανασχηματισμό περιλαμβάνοντας στην κυβέρνηση τα καλύτερα άτομα, από κάθε κόμμα, κλάδο και τάξη του έθνους. Θα καλέσεις συστράτευση όλων των δυνάμεων, για μια νέα πορεία προς το αύριο!
Ο Οδυσσέας, αν και συγκρατήθηκε στην αρχή, ένιωσε μια απίστευτη επιθυμία να χειροκροτήσει τον Πλάτων. Τα λόγια του άγγιξαν λεπτές χορδές ακριβώς στην καρδιά των επιθυμιών του, όπως και του κάθε πολίτη αυτής της χώρας. Τελικά δεν άντεξε και έκανε πράξη την επιθυμία του. Ο πρωθυπουργός παρέμενε προβληματισμένος στο άκουσμα της επιταγής του Πλάτων, αλλά η αυθόρμητη αντίδραση του Οδυσσέα μετρίασε την ανησυχία του. Αυτή ήλπιζε να είναι η αντίδραση όλων μετά το αυριανό διάγγελμα. Ήξερε ότι αυτό ήταν ουτοπικό να το ζητάει, μιας και η αμφισβήτηση θα προερχόταν στην αρχή από το ίδιο του το κόμμα και στην συνέχεια από σύσσωμη την αντιπολίτευση, που στην ομιλία του θα διέκρινε τον απόλυτο κίνδυνο για την επιβίωση της.
Η αλήθεια είναι ότι τα κόμματα, ως πολιτικοί οργανισμοί, ενδιαφέρονται πρωτίστως για την επιβίωση τους. Κατά βάθος δεν τα νοιάζει  το συμφέρον της πατρίδας, την οποία υποτίθεται ότι υπηρετούν, γιατί συνήθως τα συμφέροντα τους συγκρούονται. Πρώτα έρχεται το καλό της παράταξης, την οποία υπηρετούν υπάκουα στρατιωτάκια και στην συνέχεια το καλό του έθνους, το οποίο πρέπει πάση θυσία να ακολουθήσει τον δρόμο τους. Ατομικά συμφέροντα με συλλογική συνείδηση, στην οποία επικρατεί το συμφέρον του ισχυρότερου, ο οποίος συνήθως βρίσκεται εκτός, αλλά επηρεάζει σαφώς, αποτελούν τα δομικά στοιχεία ενός σύγχρονου κόμματος.
Αυτό όμως επρόκειτο να αλλάξει. Η εξελικτική μετατροπή του κόμματος σε οργανισμό παραγωγής ιδεών, πολιτικά εφικτών, με στόχο, πάνω και έξω από την επιβίωση του σαν οντότητα, μόνο την εφαρμογή των θεωριών του, ήταν στα σκαριά. Ένα τεράστιο εξελικτικό άλμα θα γινόταν στην βάση θεωριών ήδη ειπωμένων, εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Το κράτος δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να χρειάζεται τα κόμματα για να λειτουργήσει. Το κράτος είναι ένα όχημα, το οποίο πρέπει να μπορεί να μας πάει παντού με ασφάλεια. Τα κόμματα χρειάζονται μόνο για να δείχνουν το καθένα τον τελικό προορισμό και την διαδρομή που θεωρούν καλύτερη. Είναι στο χέρι του λαού να αποφασίσει την κατεύθυνση!
Ο Πλάτων αντιλήφθηκε τις αμφιβολίες του πρωθυπουργού και θέλησε να τον καθησυχάσει. Τόνισε με το αυστηρό ύφος καθηγητή πανεπιστημίου ότι ήταν καιρός να γυρίσουν στις γνήσιες αρχές της Δημοκρατίας. Απαραίτητο βήμα γι’ αυτό ήταν οι πολιτικοί να επιστρέψουν στην φυσική τους θέση, αυτή του υπηρέτη του λαού.
-Κανείς δεν πρέπει να πανηγυρίζει, όταν ψηφίζετε απ’ τον λαό για μια κυβερνητική θέση. Γιατί εκτός της τιμής που του γίνετε υπάρχει και μια καθοριστική συνέπεια για την ζωή του. Αυτή παύει να είναι ιδιωτική και γίνετε κτήμα του λαού τον οποίο αυτός ζήτησε να υπηρετεί. Προσέξτε, κανείς δεν αναγκάζει κάποιον να ασχοληθεί με τα κοινά, αυτό αποτελεί μια καθαρά προσωπική επιλογή, επομένως είναι υποχρεωμένος να υποστεί τις συνέπειες της επιθυμίας του. Ποιές είναι αυτές οι συνέπειες, του συγκεκριμένου Γολγοθά, κύριε πρωθυπουργέ, ρώτησε ο Πλάτων και τα πρόσωπα του υπουργού και του Οδυσσέα, που άκουγαν προσηλωμένοι στράφηκαν ταυτόχρονα.
Ο πρωθυπουργός προσπάθησε να αναλογιστεί το ζήτημα, που είχε τεθεί, απ’ όλες τις πλευρές. Γινόταν ξεκάθαρο ότι ο νεαρός απέναντι του ζητούσε κάτι περισσότερο από μια αλλαγή πολιτικής. Του φάνηκε ότι ήθελε κάτι περισσότερο, κάτι πολύ μεγαλύτερο, κάτι που αυτός ήταν αδύνατο να του προσφέρει. Έδιωξε την σκέψη αυτή, πριν προλάβει να γίνει κτήμα του, υπό το αδυσώπητο βλέμμα του Πλάτων.
-Πλήρη αφοσίωση. Ελάχιστος ελεύθερος χρόνος. Θυσία του ατομικού για το συλλογικό, είπε με παύσεις.
-Ακριβώς αυτές, είπε γελαστός ο Πλάτων. Μόνο τότε, μόνο όταν δεχθεί ο πολιτικός αυτές της συνέπειες της πράξης του, μπορεί να ζητάει με θάρρος και θράσος την μέγιστη εξουσία, μέσω της οποίας θα οδηγήσει τον λαό του στο αύριο. Μόνο τότε αξίζει να γίνει ο Ηγεμόνας του. Είστε έτοιμοι γι’ αυτό, κύριοι, ρώτησε αυστηρά.

                                                                       24

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διάβασε, σχεδόν απρόθυμα, το λόγο που του είχαν ετοιμάσει λίγο πριν τα μεσάνυχτα και ένα κύμα συζητήσεων κι ερμηνειών για το ιστορικό διάγγελμα αλλαγής πορείας της χώρας και τα επακόλουθα απλώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα σε όλη την επικράτεια. Στα κανάλια, με έκτακτες εκπομπές και αναλύσεις των δημοσιογράφων και των καλεσμένων τους, στα κομματικά επιτελεία απ’ τα κομματόσκυλα, που έψαχναν τρόπους αντιδράσεις σε κάθε πιθανή πρωτοβουλία του πρωθυπουργού, αλλά και στα σπίτια και τις κάθε είδους συγκεντρώσεις από τους πολίτες. Ποτέ πριν δεν είχε γίνει τέτοια παρέμβαση απ’ την κυβέρνηση, τα μεσάνυχτα, μες το σκοτάδι. Τι ετοίμαζαν άραγε; Σχεδόν ένιωθες την ένταση όλων στον ζεστό αέρα της νύχτας και την προσμονή για το άγνωστο αύριο.

Αντιθέτως, η Νεφέλη, αισθανόμενη μια γλυκιά νύστα, είχε ξαπλώσει από νωρίς στο δωμάτιο του πρώτου ορόφου. Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο τον Πλάτων, ένιωθε τόσο γεμάτη απ’ τα γεγονότα των τελευταίων ημερών, που ένιωσε την κούραση, κυρίως ψυχική και ελάχιστα σωματική, να την σκεπάζει. Νιώθοντας σίγουρη και ασφαλής αφέθηκε πάνω στο κρεβάτι, χωρίς καμιά έγνοια να ταλαιπωρεί το ρομαντικό της μυαλό. Η αυγουστιάτικη ζέστη σε συνδυασμό με την υγρασία δημιουργούσαν αποπνικτική ατμόσφαιρα, κάτι όμως που δεν φαίνονταν να την απασχολεί ιδιαίτερα. Φορώντας μόνο τα εσώρουχα της, άνοιξε χέρια και πόδια, θυμίζοντας τον βιτρούβιο άνθρωπο του Ντα Βίντσι, και αγνάντευε τον ξάστερο νυχτερινό ουρανό έξω απ΄ το ανοιχτό παράθυρο με μόνο εμπόδιο την ελαφρώς λιμνάζουσα κουρτίνα. Αποκοιμήθηκε αθόρυβα, σαν μωρό παιδί.
Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και όμορφες εικόνες αναδύθηκαν απ΄ το ασυνείδητό της ταξιδεύοντας την σε έναν κόσμο διαφορετικό. Αυτή και ο Πλάτων κείτονταν γυμνοί στο κρεβάτι ενός ξενοδοχείου στο κέντρο της Αθήνας (μάλλον σ’ αυτό που βρισκόταν λίγα εικοσιτετράωρα πριν). Την φιλούσε σε ολόκληρο το σώμα της και η ηδονή κυρίευσε το είναι της. Είχε παραδοθεί στην θέληση του. Αχ, πόσο τον ποθούσε! Τα χάδια του την τρέλαιναν κυριολεκτικά. Σπαρταρούσε στα χέρια του κι ένοιωθε μοναδική. Το κορμί της ήταν δικό του, χάρισμά του. Δεν την ένοιαζε τίποτε άλλο, παρά μόνο αυτός  και η αγνή ηδονή, που της είχε προσφέρει τόσο ενστικτωδώς απροκάλυπτα!
Έξω απ’ το όνειρο, πίσω στο δωμάτιο του πρώτου ορόφου, η Νεφέλη άρχισε να χαϊδεύει τον εαυτό της. Γύρισε στο πλάι, έκλεισε τα πόδια της και τα χέρια της χώθηκαν στην πιο ερωτογενή κι ασυνείδητη ζώνη του σύμπαντος. Η ανάσα της επιτάχυνε λίγο και οι κινήσεις της έγιναν πιο έντονες και πιο βίαιες, δαγκώνοντας γλυκά το κάτω χείλος της.
Γυρνώντας ξανά στο όνειρο, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου φιλιόντουσαν παθιασμένοι, γονα-τισμένοι πάνω στο κρεβάτι. Τα χέρια του Πλάτων ταξίδευαν σε όλη την επιφάνεια του κορμιού της, σε κάθε εκατοστό. Τώρα είχε τα δυο του χέρια στα οπίσθιά της και την έσφιγγε πάνω του. Αυτή χάιδευε τα μαλλιά του και άρχισε να τον σφίγγει όλο και πιο δυνατά. Το πάθος τους ξεχείλιζε και ο ιδρώτας τους μετατράπηκε σε υλικό ένωσης των δύο κορμιών. Τα νεανικά και σφριγηλά της στήθη γλιστρούσαν απαλά πάνω στο καλοσμιλεμένο του στέρνο. Το χέρι της γλιστρούσε πάνω στην πλάτη του, σαν παγωτό που λιώνει. Τον έσφιξε ακόμα πιο κοντά της, πιέζοντας στην πλάτη του τα νύχια της τα οποία οδήγησε αργά προς τα πλούσια μαλλιά του.
Ο Πλάτων μόρφασε απ΄ τον πόνο, χωρίς όμως να βγάλει μιλιά. Οι κοιλιές τους ακουμπούσαν η μία πάνω στην άλλη και οι δυο εραστές έμειναν ακίνητοι μετά από λίγο να κοιτιούνται βαριανασαίνοντας, με τα χέρια του καθενός μπλεγμένα στα μαλλιά του άλλου. Η ευωδιαστή εκπνοή του χτύπαγε τρυφερά το πρόσωπο της και αυτή ένιωθε ότι ξεφυσώντας πάνω της της έδινε ζωή. Την κοίταζε με ένα παράξενο μειδίαμα, που θύμιζε χαμόγελο. Κοίταξε αργά προς τα κάτω κι η Νεφέλη από περιέργεια τον μιμήθηκε.
Είδε ξαφνικά ότι οι δύο κοιλιές τους είχαν ενωθεί και κατά ένα περίεργο τρόπο ήταν πλέον ένα, σαν σιαμαία αδερφάκια ενωμένα μόνο στην κοινή τους κοιλιά. Σήκωσε έντρομη το πρόσωπο της και τώρα της χαμογελούσε. Η κοιλιά τους ήταν ενωμένη και ... κινούνταν. Αμυδρά μεν, αλλά κινούνταν. Ο Πλάτων τραβήχτηκε ξαφνικά κι άθελα του, από μια ανώτερη δύναμη, πιο δυνατά πάνω της στην ενιαία τους κοιλιά, αλλά με το κεφάλι και τα χέρια του τραβηγμένα προς τα πίσω. Η Νεφέλη τρόμαξε.
-Μην φοβάσαι, της ψιθύρισε φέρνοντας με κόπο τα χείλη του δίπλα στο αυτί της.
Η Νεφέλη σταμάτησε τα ερωτικά της χάδια και μαζεύτηκε κουβάρι, αγκαλιάζοντας με τις παλάμες της την κοιλιά της και το όνειρο συνέχισε.Ένιωθε την δροσερή του ανάσα στο κάτω μέρος του λαιμού της. Τον αγκάλιαζε δυνατά κι όμως τον ένιωθε να της φεύγει, γλιστρώντας εύκολα απ΄ το άγγιγμα της. Σαν σε παραίσθηση αισθάνθηκε ξεκάθαρα ότι μίκραινε στην αγκαλιά της. Η κοιλιά της έκανε ρυθμικές κινήσεις, που θύμιζαν φίδι την στιγμή που καταπίνει το θήραμά του. Η σκέψη αυτή πυροδότησε τον πανικό της. Τον κοίταξε και για μια και μόνη στιγμή πρόλαβε να τον δει, πριν εξαφανιστεί  μέσα της, χαρούμενο. Το πρόσωπό του έλαμπε. Έμοιαζε τόσο ευτυχισμένος.
Μετά, στην διάρκεια ενός βλεφαρίσματος χάθηκε και η έρπουσα κοιλιά της, αφού ταλαντεύτηκε για λίγο σαν μπαλόνι γεμάτο νερό, σταμάτησε να κινείται. Έμεινε ακίνητη, αλλά εμφανώς παραμορφωμένη. Ήταν ολοστρόγγυλη, σαν μπάλα του μπάσκετ. Φάνταζε τεράστια στα μάτια της. Η Νεφέλη την χάιδεψε διστακτικά και διαπίστωσε ότι ήταν ζεστή και ... κάτι κινούνταν μέσα της.
Τότε κατάλαβε και άνοιξε ήρεμη για λίγο τα μάτια της, στο κρεβάτι του πρώτου ορόφου αγναντεύοντας το φως των αστεριών έξω απ’ το παράθυρο. Οι παλάμες της χάιδευαν ήρεμα την επίπεδη κοιλίτσα της, η οποία θα μεγάλωνε σιγά σιγά, καθώς οι μήνες θα ταξίδευαν μπροστά. Απροσδόκητα γαλήνια με την γνώση αυτή, ξαναφέθηκε στον γλυκό της ύπνο. Δεν σκεφτόταν τίποτα, αλλά ένοιωθε υπέροχα  και απολύτως πλήρης. Ολοκληρωμένη!
Κι ο σπόρος μέσα της μεγάλωνε!

Δεν υπάρχουν σχόλια: