Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΝΟ 11


                                                                       11

Αυτά συνέβαιναν νύχτα Παρασκευής στην Ελλάδα, παράλληλα με μια μεσημεριανή συνάντηση, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ο αιδεσιμότατος Ιάκωβος είχε καλέσει τηλεφωνικά, τονίζοντας έντονα ότι η συνάντηση είχε «κατεπείγον» χαρακτήρα, τα πιο επιφανή στελέχη όλων των δογμάτων της χριστιανικής πίστης στην συγκέντρωση αυτή. Υπήρχαν στην αίθουσα εκπρόσωποι του ενός δισεκατομμυρίου καθολικών πιστών, όπως και των σαφώς λιγότερων κι όμως αρκετά ισχυρών προτεσταντών, ευαγγελιστών και ορθοδόξων. Θρησκευτικοί ηγέτες από το Βατικανό, την Ρωσία, την Αγγλία και την Λατινική Αμερική, άνθρωποι που σε αντιδιαστολή με τον ρόλο τους, και την άποψη της κοινή γνώμης, ζουν σαν βασιλιάδες με τα πολυτελή σπίτια τους, τα πανάκριβα τζετ τους και τα αλεξίσφαιρα αυτοκίνητά τους. Συγκεντρώθηκαν λοιπόν  όλοι αυτοί στον Ναό της Αναστάσεως, στην Νέα Υόρκη, γνωρίζοντας μόνο ότι κάτι πολύ σημαντικό έπρεπε να συζητηθεί δίχως αναβολή. Η συνάντηση τους, ή το γεύμα εργασίας όπως αποκαλέστηκε, ζητήθηκε προκαταβολικά απ’ όλους να μείνει άκρως μυστική και όπως διαπίστωσαν με απορία όλοι απ’ την αρχή είχε και μια μυστικιστική χροιά!
Σε μια τεράστια και ψηλοτάβανη αίθουσα, όπου δέσποζε η αγαλματένια μορφή του Εσταυρωμένου, δώδεκα «άγιοι» άνθρωποι απ’ όλον τον χριστιανικό κόσμο, βρισκόταν καθισμένοι γύρω από ένα μακρόστενο, ξύλινο τραπέζι. Λίγες πορσελάνινες πιατέλες με νηστίσιμες, γκουρμέ συνταγές και κρυστάλλινα κανάτια με κόκκινο κρασί αρκετών δεκαετιών, κοσμούσαν την επιφάνειά του, παραπέμποντας εμφανώς στον μυστικό δείπνο ή τουλάχιστον σε μια σύγχρονη, χλιδάτη παρωδία του.
Ο αιδεσιμότατος Ιάκωβος βρισκόταν σε κατάσταση βαθιάς περισυλλογής από την συνάντηση που είχαν, αυτός σαν εκπρόσωπος της Προτεσταντικής Εκκλησίας με τους άλλους ηγέτες της σύγχρονης οικονομίας και κατ' επέκτασην της εξουσίας, με τον πρόεδρο της Υπερδύναμης. Η ύπαρξη του Πλάτων τον είχε στοιχειώσει από την στιγμή, που επιβεβαιώθηκαν τόσο απροσδόκητα, όσο και συντριπτικά, οι δυνάμεις του. Βαθιά μέσα του κάτι είχε αλλάξει, κάτι τον τρόμαζε. Ίσως επρόκειτο για την στιγμή που περίμεναν οι απανταχού χριστιανοί, οι αληθινοί (οι ελάχιστοι) και οι κατ’ όνομα(οι περισσότεροι). Η έλευση του… Αντίχριστου, αυτή που είχαν προφητέψει αιώνες πριν, προοιώνιζε και κάτι άλλο. Την έλευση του Χριστού!
Ζήτησε βιαστικά απ’ τους καλεσμένους του να κλείσουν τα μάτια, να σκύψουν το κεφάλι και να προσευχηθούν όλοι μαζί. Έπρεπε να απασχολήσει το μυαλό του με κάτι άλλο. Έτσι κι έγινε, έστω και με κάποιον δισταγμό από μερικούς κι αφού ο αιδεσιμότατος είπε δυο ιερά λόγια απευθυνόμενα στον ουράνιο πατέρα όλων τους, σήκωσε το βλέμμα του αποφασιστικά.
-Φίλοι μου, είπε με δυνατή φωνή, κι  όλοι γύρισαν να τον κοιτάξουν καθώς άνοιγαν τα μάτια τους, καλώς ήρθατε! Ξέρω ότι το τηλέφωνο που έκανα σε καθέναν σας προσωπικά, γέμισε αγωνία τις σκέψεις σας. Ευχαριστώ που ανταποκριθήκατε άμεσα. Κατανοώ ότι ο χρόνος σας είναι πολύτιμος, όμως πιστέψτε με ότι το θέμα για το οποίο σας κάλεσα εδώ είναι υπεράνω όλων μας, κατέληξε και τα πρόσωπα των παρευρισκομένων γέμισαν απορία. Τα μάτια του έδειχναν βαθιά περισυλλογή καθώς οι «άγιοι» άντρες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους ανταλλάσοντας ματιές άγνοιας και προσμονής για να στραφούν μετά από λίγο ξανά στον οικοδεσπότη τους.
-Τι είναι αυτό, που αφορά όλους μας, αιδεσιμότατε Ιάκωβε; Τι μπορεί να συνέβη που αφορά τις εκκλησίες μας, ρώτησε ευθέως ο καθολικός ιερέας, ένας πανίσχυρος καρδινάλιος του Βατικανού, ορισμένος για τέτοιου είδους θέματα από τον ίδιο τον εκπρόσωπο του Θεού στην Γη. Τουλάχιστον αυτό άφηναν τους πιστούς να πιστεύουν!
-Υπήρξε κάτι, οτιδήποτε, που σας έκανε εντύπωση, που χαράχτηκε στην μνήμη σας την τελευταία εβδομάδα, ρώτησε ο αιδεσιμότατος Ιάκωβος και περίμενε υπομονετικά.
Άρχισαν όλοι να σκαλίζουν την μνήμη τους για οτιδήποτε τους κίνησε την περιέργεια τις προηγούμενες ημέρες, με την ανησυχία να βαθαίνει μέσα τους μπρος το μυστήριο που αιωρούταν πάνω απ’ το τραπέζι. Μέτα από λίγα δευτερόλεπτα, ο ορθόδοξος ιερέας είπε αυθόρμητα:
-Αυτό που μου κίνησε το ενδιαφέρον προσωπικά είναι η είδηση για έναν περίεργο νέο στην Ελλάδα, είπε και ο αιδεσιμότατος έσκυψε το σώμα του μπροστά επιδεικνύοντας σε όλους έντονο ενδιαφέρον. Ακούστηκαν πολλά, σίγουρα αποκυήματα της φαντασίας, αλλά παρόλα αυτά η αλήθεια, όποια κι αν είναι, γεννά ερωτήματα, συνέχισε σχεδόν αδιάφορα. Λες και θεωρούσε δεδομένο ότι η αλήθεια απείχε παρασάγγας από τα δημοσιεύματα και τις θεωρίες που αφορούσαν τον περίεργο νεαρό. Δεν καταλαβαίνω, όμως, αν όντως μιλάς για τον ταλαντούχο αυτό νέο, γιατί αφορά όλους εμάς; Είναι απλώς ένας ιδιαίτερος νέος, που ξεγέλασε αρχικά την ασφάλεια του πρωθυπουργού τους, εν συνεχεία αποδείχτηκε ότι τον προόριζε για μέλος της κυβέρνησής του και η ιστορία στιγματίστηκε, όπως πάντα από την υπερβολική εκδοχή των μέσων ενημέρωσης, ολοκλήρωσε και στράφηκε στους υπόλοιπους, οι οποίοι έδειξαν να συμφωνούν μαζί του.
-Είσαι σίγουρος γι’ αυτό, ρώτησε με ψυχρή και ελαφρώς ειρωνική διάθεση ο αιδεσιμότατος Ιάκωβος. Πίστευε ότι μια περίπτωση σαν κι αυτή θα έπρεπε τουλάχιστον να αντιμετωπιστεί με την απαραίτητη δεκτικότητα απ’ όλους. Όσο απίστευτα κι αν ακουγόταν τα υποτιθέμενα γεγονότα,  μες το δωμάτιο υπήρχαν άνθρωποι που κάποτε πίστευαν ότι ο Θεός τους, η απόλυτη δύναμη του Σύμπαντος, ενσαρκώθηκε στον κόσμο μας με ανθρώπινη μορφή, πέθανε για χάρη όλων των ανθρώπων στον σταυρό μετά από φρικτά βασανιστήρια και αναστήθηκε μετά από τρεις ημέρες. Όταν πιστεύεις κάτι τέτοιο πρέπει να είσαι τουλάχιστον ανοιχτός σε κάθε πιθανότητα. Η αλήθεια είναι ότι κι ο ίδιος μόλις τις τελευταίες ημέρες είχε επανακτήσει την χαμένη του πίστη. Την πίστη στο απίθανο!
-Πιστεύω πως ναι…
-Μην πιστεύεις τίποτα. Απλώς άκου, τον διέκοψε αγενώς και ο ορθόδοξος ιερέας ένιωσε απρόσμενη έκπληξη που γέννησε θυμό στο κρανίο του (ακούγεται παράδοξο κι όμως, δεν είναι τίποτε περισσότερο, ο καθένας τους, από έναν άνθρωπο, σαν όλους τους άλλους με πάθη κι αδυναμίες, που απλώς φοράει ράσα, την στολή της εργασίας του). Οι υπόλοιποι παρακολουθούσαν αμέτοχοι, αν κι έκπληκτοι, την σκηνή. Τα γεγονότα είναι τα εξής συνέχισε: Ο Πλάτων, έτσι λέγεται ο νέος για τον οποίο ακούστηκαν τόσα, έχει δυο ξεχωριστές δυνάμεις, δυνάμεις που δεν έχουν υπάρξει ποτέ μέχρι σήμερα. Πρώτον, εκτοξεύει κατά βούληση μια θανατηφόρα δύναμη από τα χέρια του και δεύτερον διαβάζει τις σκέψεις των άλλων και μάλιστα, μπορεί να ελέγχει το μυαλό τους, ολοκλήρωσε θεατρικά και σταμάτησε για να τους δώσει μια στιγμή να  σκεφτούν την σημασία των λέξεων του.
Σχεδόν ταυτόχρονα και ασυναίσθητα έσκυψαν όλοι τα κεφάλια τους κι έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Πίεσαν τα μυαλά τους να κατανοήσουν αυτό που μόλις είχαν ακούσει.
«Τι … θεϊκές δυνάμεις ήταν αυτές; Πώς είναι δυνατόν; Πως … Για μια στιγμή! Πώς το ήξερε αυτό ο αιδεσιμότατος Ιάκωβος;»
Πάντα η αμφιβολία οδηγεί έξω από τα αληθινά ερωτήματα, μας κάνει να ξεστρατίζουμε από τον σωστό δρόμο. Μας οδηγεί στην αναζήτηση δικαιολογιών. Οτιδήποτε μπορεί να μας κρατήσει στην εύθραυστη ισορροπία, που έχουμε δημιουργήσει μόνοι μας, αδιαφορώντας αν είναι επίπλαστη, είναι καλό και θεμιτό!
-Πως είσαι τόσο σίγουρος; Πως…
-Μην αμφιβάλλετε! Είναι ακριβώς έτσι. Οι πληροφορίες μου απλώς δεν θα μπορούσαν να είναι πιο έγκυρες. Κι επιπροσθέτως, συνέχισε και όλοι ξανακοίταξαν με φόβο, για ότι επρόκειτο να ακολουθήσει, ο πρωθυπουργός της χώρας του, μέσα σε λίγες μόνο ημέρες, είναι ήδη υπό τον έλεγχό του, είπε και το πάζλ άρχισε να παίρνει μια απροσδόκητη μορφή.
Ο λατινοαμερικάνος ιερέας, ένα πονηρό ανθρωπάκι, σφάλισε τα  μάτια του  και προσευχήθηκε ξανά, μόνος του αυτή την φορά, με φωνή σιωπηρή, σαν ψίθυρο από κάποιον άλλο κόσμο.
Είχε καταλάβει πρώτος, αυτό που οι άλλοι αρνιόντουσαν να δεχθούν. Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο βάρυνε απότομα και πλήθος ερωτήσεων στάθηκαν στα χείλη όλων. Ένα βουητό, σαν μανιασμένα κύματα που σκάνε στην ήσυχη παραλία, απλώθηκε στο τραπέζι, με τους ιερείς να αρνούνται πεισματικά την εκδοχή του αιδεσιμότατου Ιάκωβου, ζητώντας αποδείξεις σαν τον άπιστο Θωμά, σιγοψιθυρίζοντας ταυτόχρονα, για να μην βγει παραέξω, να μην ακουστεί,  το βλάσφημο μυστικό.
-Αυτό είναι ανεπίτρεπτο, φώναξε ο εκπρόσωπος του Βατικανού. Πώς μπορείς να διαδίδεις τέτοιες ανακρίβειες και επικίνδυνα ψεύδη; Μας φώναξες εδώ, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, για να ακούσουμε μια φήμη, ένα δημοσιογραφικό αποκύημα της φαντασίας; Δεν ξέρεις ότι μόνο ένας άνθρωπος στην ιστορία, ο θεάνθρωπος είχε δυνάμεις πέρα από τις ανθρώπινες; Ο στυλοβάτης της Εκκλησίας, ο Υιός του Θεού, ο Χριστός μας, είπε αναψοκοκκινισμένος κι έτοιμος να εκραγεί. Σταμάτησε να πάρει μια ανάσα, είχε πολλά να του πει ακόμη, αλλά ο αιδεσιμότατος Ιάκωβος, ήρεμος και πράος, σίγουρος από πριν για τέτοιου είδους αντιδράσεις τον πρόλαβε.
-Ναι, φίλε μου, το ξέρω ότι μόνο ο Ιησούς, είχε δυνάμεις έξω από τις ανθρώπινες και πέρα από κάθε φαντασία. Νίκησε τον θάνατο, έτσι δεν είναι, είπε γλυκά, σαν να αναπολούσε περασμένα μεγαλεία, στιγμές μοναδικές. Το είχα ξεχάσει, ξέρετε. Ότι ο Ιησούς υπήρξε πραγματικά, ότι πέθανε για χάρη μας. Το είχα ξεχάσει. Ξεκίνησα, όπως όλοι μας φαντάζομαι, με τις καλύτερες προθέσεις. Να δώσω την ζωή μου, να αφιερωθώ στον Λόγο του, ώστε να βοηθήσω με τις μικρές μου δυνάμεις να γίνει ο κόσμος μας καλύτερος, είπε αφηρημένα σαν να μονοπωλούσε και όλοι τον άκουγαν με προσοχή λες και κοίταζαν τον εαυτό τους σε καθρέπτη. Στην πορεία όμως, αφού η ματαιοδοξία μου με κυρίευσε, όπως όλους μας, στον αγώνα μου να ανέβω την σκάλα της ιεραρχίας και προσπαθώντας να γίνω αρεστός, εγκλωβίστηκα. Παγιδεύτηκα στην παράδοση, που θέλει τον ιερέα πάνω από τους ανθρώπους. Είμαστε οι εκπρόσωποι του Θεού στην Γη, είπε χαμογελώντας. Και σε μια κοινωνία, όπου το χρήμα είναι ο θεός, πάνω από τον δικό μας, πάνω από όλους τους θεούς, άρχισα να ξεχνάω …και δυστυχώς… αλλαξοπίστησα. Ζώντας σαν όλους τους υπόλοιπους, με μόνη διαφορά το ντύσιμο, μην αποτελώντας πρότυπο για κανέναν, έκανα ότι κάναμε όλοι μας. Ξέχασα, είπε λυπημένα και αποκαρδιωμένος σε μια κρίση αυτοκριτικής. Ξέχασα ότι ο Ιησούς υπήρξε και ότι δεν είναι μόνο ένα πρόσωπο, ένας χαρακτήρας σε μια ιστορία, αλλά το ίδιο το νόημα της Ιστορίας. Ξέχασα ότι έζησε, όχι όπως θα μπορούσε, αλλά όπως έπρεπε. Ξέχασα το χρέος μου, όλοι το ξεχάσαμε! Πριν από δύο ημέρες, όμως ξαναθυμήθηκα, συμπλήρωσε κοιτάζοντας τους αργά έναν έναν και η φωνή του χρωματίστηκε από αισθήματα  μισαλλοδοξίας και εκδίκησης. Και ξέρετε πώς; Μαθαίνοντας για τον νέο αυτόν, για τον Πλάτων. Συνειδητοποίησα, ότι οι αποδείξεις που ίσως ψάχνουμε όλοι μας, για το υπερφυσικό, για το θεϊκό, αυτό που θα μας κάνει να πιστέψουμε πραγματικά, μου φανερώθηκαν. Η έκπληξη και το σοκ του απίστευτου είναι ένα τονωτικό, ένα θεόσταλτο φάρμακο και τώρα το μοιράζομαι μαζί σας. Τα γεγονότα είναι αυτά που είναι και δεν χωράει καμιά αμφιβολία, ο ίδιος ο πρόεδρος της χώρας μου έχει επίγνωση του ζητήματος και ασχολείται προσωπικά με αυτό, πρόσθεσε και όλοι ανακάθισαν.
 «Είναι τόσο σοβαρό λοιπόν;».
Το πιο σημαντικό για μένα όμως είναι το εξής, συνέχισε με χαμηλή φωνή και η προσοχή όλων στο πρόσωπό του ήταν απόλυτη, κάποιοι σχεδόν σταμάτησαν να αναπνέουν για να ακούσουν. Σύμφωνα με τις Γραφές μας, μόνο ένας θα έχει δυνάμεις έξω από τις ανθρώπινες. Αυτός που θα έρθει, πριν τον Κύριό μας, ένας κίβδηλος Χριστός, ένας ψευδόχριστος, για να υποδουλώσει το ανθρώπινο γένος! Ο Ιησούς μας προειδοποίησε: «Προσέχετε δε από τους ψευδοπροφήτες, που έρχονται σε σας με ενδύματα προβάτων, από μέσα όμως, είναι αρπακτικοί λύκοι. Ας μην σας εξαπατήσει κάποιος με κανέναν τρόπο επειδή, δεν θα ‘ρθει εκείνη η ημέρα (η Δευτέρα Παρουσία), αν πρώτα δεν έρθει η αποστασία, και αποκαλυφθεί ο Άνθρωπος της Αμαρτίας, ο γιος της απώλειας, αυτός που θα αντιτάσσεται και θα υπερυψώνει τον εαυτό του ενάντια σε κάθε έναν που λέγεται θεός ή σέβασμα, ώστε να καθίσει στον ναό του Θεού ως Θεός, αποδεικνύοντας τον εαυτό του ότι είναι Θεός». Ξέρετε το όνομά του, ρώτησε ανοίγοντας απότομα την ένταση της φωνής του και είδε μάτια φοβισμένα, κορμιά να τρέμουν.
-Θα σας το πω εγώ. Το όνομά του είναι Αντίχριστος. Πιστεύω ότι ο νέος αυτός, ο Πλάτων είναι ο Αντίχριστος και ξεκίνησε το δαιμονικό έργο του από την χώρα του, ολοκλήρωσε  και φόβος και τρόμος σάρωσε τις ψυχές τους!

                                                                       12

Είναι πραγματική άβυσσος το μυαλό του ανθρώπου. Θα κάνει τα πάντα για να χαρίσει στο σώμα την δυνατότητα να επιβιώσει, στον νου την δύναμη να κρατηθεί λογικός και να μην αυτομολήσει στην τρέλα κι αυτό γιατί όταν μια τρομερή δοκιμασία  εμφανίζεται μπροστά μας, πρέπει για χάρη της πνευματικής μας υγείας να θεωρηθεί απλώς ένας τρομερός εφιάλτης που ναι μπορεί να συμβεί μέσα σε ένα όνειρο, σίγουρα όμως όχι στην πραγματικότητα. Αυτό έκαναν και τα μυαλά των ιερέων, μόλις άκουσαν την θεωρεία του αιδεσιμότατου. Τι θα συμβεί αν αυτά που τους έλεγε ήταν αλήθεια; Τι κόλαση τους περίμενε καρτερικά; Αυτή ήταν η ερώτηση που έκαναν όλοι με φωνή χαμηλή, σχεδόν ψιθυριστά, μονολογώντας, για να μην ξυπνήσουν τον δράκο που κοιμάται! Απαρνήθηκαν λοιπόν ενδόμυχα την πιθανότητα να είναι αλήθεια όσα άκουσαν, έσκαψαν βαθειά και έθαψαν προκλητικά γρήγορα στο υπόγειο των αναμνήσεών τους τα λόγια του. Στάθηκαν ψυχροί και φρόνιμοι σε ένα επιφανειακό επίπεδο, μακριά από την αδιαμφισβήτητη φωνή της αλήθειας μέσα τους.
-Ας υποθέσουμε, το τονίζω αυτό, ας υποθέσουμε ότι έτσι έχει η κατάσταση, τι θα κάνουμε τώρα; Πώς θα δράσουμε, ρώτησε όλους, αλλά απευθυνόμενος κυρίως στον οικοδεσπότη τους, ο καθολικός ιερέας. Θα αρκεστούμε στις Γραφές, με ότι αυτό συνεπάγεται ή θα κάνουμε κάτι για να τον σταματήσουμε;
Η αντίδραση ήταν αυθόρμητη και συντονισμένη. Κανείς δεν σκέφτηκε ούτε για μια στιγμή, το ενδεχόμενο να αφήσουν τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους. Οι Γραφές μπορεί να λένε διάφορα ωραία, όμως ο αιδεσιμότατος εξέφρασε το πνεύμα όλων τους. Αν υπήρχε ίχνος αλήθειας στην ιστορία αυτή, τότε θα έπρεπε να επιδιώξουν το μέγιστο για όλους τους και για όλη την ανθρωπότητα.
-Τα πράγματα προχωράνε με γρήγορους ρυθμούς. Χθες ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, επιση-μοποίησε όχι μόνο την ύπαρξή του, αλλά και την πρωτοκαθεδρία του. Ίσως ακούσατε ή μάθατε για το διάγγελμά του. Ο πρωθυπουργός μιας δημοκρατικής χώρας που ανήκει παραδοσιακά στον δυτικό κόσμο αποτελεί πλέον υποχείριό του. Η αρχική μας πρόθεση, δικιά μου, αλλά και των ισχυρότερων οικονομικά ανθρώπων του πλανήτη, να περιμένουμε είναι πλέον απαγορευτική. Υπάρχει μόνο ένας δρόμος για να ανακόψουμε μια προδιαγεγραμμένη πορεία. Θα πολεμήσουμε. Δεν θα περιμένουμε τον Κύριο μας για να μας σώσει αυτή την φορά, αλλά θα δείξουμε ότι  είμαστε άξιοι να φέρουμε τον σταυρό στο στήθος και στις καρδιές μας, θα ανέβουμε τον δικό μας Γολγοθά. Κι αν χρειαστεί η παρουσία του, η Δευτέρα παρουσία, για να αναστηθούμε, τότε θα στέκουμε δίπλα του, αληθινοί εκπρόσωποί του, είπε συνεπαρμένος ο αιδεσιμότατος και μια άγρια πολεμική ατμόσφαιρα απλώθηκε πάνω απ’ το τραπέζι του Καλού! Δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να τον σκοτώσουμε, είπε και  ξέσπασαν όλοι μαζί σε χειροκροτήματα και θριαμβευτικές φωνές!

Κατά σύμπτωση την ίδια ακριβώς στιγμή, η Νεφέλη πετάχτηκε απότομα στο κρεβάτι της ιδρωμένη και λαχανιασμένη. Δεν θυμόταν να είδε κάποιο όνειρο, όμως ένα αίσθημα φόβου και ανασφάλειας τριγύριζε στο μυαλό της, ανακατεύοντας το στομάχι της. Προσπάθησε να ηρεμήσει με βαθιές ανάσες, κρύβοντας μες τις παλάμες το πρόσωπό της. Αντιλήφθηκε την παρουσία του Πλάτων δίπλα της και αυτόματα η αγωνία της περιορίστηκε. Γύρισε και μέσα στο λιγοστό φως τον είδε ξαπλωμένο.
Κοιμόταν ανάσκελα, ήσυχος σαν μωρό παιδί, γυμνός, φορώντας μόνο το μποξεράκι του. Μες το μισοσκόταδο διέκρινε ότι το πρόσωπο του ήταν ανέκφραστο, χωρίς ίχνος ρυτίδας και έντασης, μαρτυρώντας την απόλυτη γαλήνη. Γαλήνη που μεταδόθηκε και σ’ αυτήν και σε μια μόλις στιγμή η προηγούμενη αγωνία της ήταν ήδη μακρινό παρελθόν. Ο κόμπος στο στομάχι της λύθηκε. Παρόλα αυτά της φάνηκε ότι τα χέρια του ήταν σε μια άβολη, κατά τα φαινόμενα θέση. Διασταυρώνονταν στο στήθος, σχηματίζοντας ένα Χ με τις παλάμες να αγγίζουν τους ωμούς του. Η Νεφέλη σκέφτηκε ότι έμοιαζε σαν να θέλει να αγκαλιάσει τον εαυτό του και γέλασε στην ιδέα. Θα προτιμούσε να αγκαλιάζει αυτήν και αποφάσισε να κάνει κάτι για αυτό. Ξάπλωσε δίπλα του και άρπαξε ευγενικά το χέρι του
«Πω-πω, αυτός έχει παγώσει»!
για να το περάσει στον δικό της ώμο, εκεί που όφειλε να είναι. Ήθελε απλώς να κοιμηθούν αγκαλιασμένοι, δύο κορμιά, μια ψυχή.
Η δύναμη που χρησιμοποίησε ήταν εμφανώς λίγη, μιας και αισθάνθηκε το χέρι του βαρύ σαν βράχο. Προσπάθησε λίγο περισσότερο, μόνο και μόνο για να αντιληφθεί ότι ήταν μάταιο. Το χέρι του απλώς δεν μετακινούνταν, ήταν αγκυλωμένο όπως η πόρτα του αυτοκινήτου ένα πολύ παγωμένο πρωινό. Η αγωνία επέστρεψε δριμύτερη και η Νεφέλη προσπάθησε να την διώξει. Σηκώθηκε στα γόνατα και τον κοίταξε προσεκτικά. Τα βλέφαρά του ήταν ακίνητα και το πρόσωπό του στραμμένο στο ταβάνι. Τα χαρακτηριστικά του τέλεια, ήρεμα και αψεγάδιαστα, αλλά έμοιαζε με … κέρινο ομοίωμα. Άγγιξε το στήθος του. Ένιωσε ότι άγγιζε κρέας στην συντήρηση του ψυγείου και ο πανικός που καραδοκούσε μέσα της ήταν πλέον έτοιμος να εκραγεί. Τον απώθησε βίαια στο ασυνείδητό της.
-Πλάτων, ψιθύρισε τραγουδιστά, θέλοντας να τον βγάλει από τον ύπνο του όσο πιο γλυκά γινόταν.
Καμία αντίδραση. «Και καμιά ανάσα επίσης!», σκέφτηκε εντελώς απροσδόκητα.
-Πλάτων, είπε πιο δυνατά και τον σκούντηξε. Πλάτων, ξύπνα! Μην κάνεις πλάκα. Στο λέω δεν είναι αστείο. Και πάλι καμιά αντίδραση. Έβαλε ασυναίσθητα το αυτί της στο στήθος του. Ήθελε απλώς να ακούσει την καρδούλα του να χτυπάει. Περίμενε υπομονετικά. Τίποτα, κανένας χτύπος. Ο πανικός επέστρεψε θριαμβευτικά. Ξεκίνησε να σηκωθεί έντρομη, με σκοπό να αρχίσει να τον ταρακουνάει πέρα δώθε με όλο της το είναι για να ξυπνήσει. Δεν πρόλαβε να πάρει το αυτί της από το στήθος του κι άκουσε έναν αμυδρό ήχο.
«Ντούπ». Μόνο αυτό κι ύστερα πάλι σιωπή. Κόλλησε πάλι το αυτί της στο παγωμένο του στήθος, καταπίεσε με υπερπροσπάθεια τον πανικό της, που δεν έλεγε να κοπάσει και περίμενε. Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα στο δωμάτιο, μπορεί και λεπτό, αλλά μια αιωνιότητα μες το ανυπόμονο είναι της και ο ήχος επαναλήφθηκε, ίσως λίγο διαφορετικός.
«Ντάπ». Σηκώθηκε απότομα κι απομακρύνθηκε λίγο.
«Μα πώς γίνεται; Η καρδιά του χτυπάει, αλλά… πολύ αργά! Τόσο αργά…» σκέφτηκε ακόμη πιο τρομοκρατημένη από πριν. Δεν ήταν νεκρός, όπως φοβήθηκε, αλλά δεν ήταν και το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο αυτό που συνέβαινε. Η θερμοκρασία του ήταν απίστευτα χαμηλή και η καρδιά του σχεδόν σταματημένη. Κινήθηκε αυθόρμητα προς το τηλέφωνο, να πάρει έναν γιατρό, κάποιον να τον βοηθήσει, αλλά σταμάτησε απότομα. Θυμήθηκε αυτό που της είχε πει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, ότι βρισκόταν έναν μήνα σε κώμα και μόλις ξύπνησε, πριν από μια εβδομάδα, είχε αποκτήσει τις δυνάμεις του.
«Κι αν συμβαίνει το ίδιο;» αναρωτήθηκε. «Αν απλώς …αλλάζει; Αν αποκτά κι άλλες δυνάμεις; Θα με θυμάται;» Η τελευταία απρόσκλητη σκέψη την ανησύχησε, δεν ήξερε τι θα γινόταν μόλις ξυπνούσε ο Πλάτων.
«Βεβαίως και θα σε θυμάται. Μην είσαι χαζή!» την προέτρεψε μια φωνή μέσα της. Ήταν η σίγουρη φωνή της ελπίδας. Σκέπασε το κορμί της με το σεντόνι και ξάπλωσε δίπλα του. Το πρωί θα ενημέρωνε τους άντρες ασφαλείας και μετά τον πρωθυπουργό, αλλά τώρα ήθελε να είναι μόνοι οι δυο τους. Ήθελε επίσης να τον αγκαλιάσει, να τον ζεστάνει, αλλά κατάλαβε γρήγορα ότι ήταν μάταιο. Έμεινε με μάτια ορθάνοιχτα να τον παρατηρεί, μέχρι που οι πολλές σκέψεις που κουλουριάζονταν μέσα της την κούρασαν και την οδήγησαν βαθμιαία σε λίγες ώρες ανήσυχου  ύπνου, την στιγμή, που το πρώτο φως του ήλιου χάραζε την νύχτα, βάφοντας κόκκινο τον ουρανό πάνω απ’ το σπίτι στον λόφο!

                                                                            13

Ο πρωθυπουργός έφτασε νωρίς το πρωί στο γραφείο του, γεμάτος όρεξη για δουλειά. Ξεχείλιζε πλήρως από την όρεξη που διαθέτουμε όλοι μας όταν κάνουμε ένα νέο ξεκίνημα. Όρεξη συνοδευόμενη πάντα από συναισθήματα προσμονής κι ελπίδας για το καινούριο και μια βαθύτερη σιγουριά ότι τελικά όλα θα πάνε καλά. Ποτέ δεν περνάει από το μυαλό μας η σκέψη ότι ίσως κάτι στραβώσει. Αυτό απλά μένει να αποδειχθεί σε ένα πολύ, μα πολύ, μακρινό μέλλον. Οι πρώτες στιγμές μιας δημιουργικής διαδικασίας είναι πάντα γεμάτες αισιοδοξία και ένα απολαυστικό αίσθημα πληρότητας.
Έτσι, ο πρωθυπουργός σήκωσε τα μανίκια και στρώθηκε στην δουλειά. Συνοδευόταν από τον Οδυσσέα, ο οποίος μέσα σε λίγες ημέρες είχε προαχθεί ασυνείδητα, εκτός από υπεύθυνος ασφαλείας και στο δεξί του χέρι. Ήταν ο άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης του, αφού είχε περάσει το υπέρτατο τεστ. Είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του Πλάτων κι αυτό ήταν περισσότερο από αρκετό. Αποτελούσε  πανάκεια, ήταν το φανταστικό φάρμακο που θεραπεύει όλες τις αρρώστιες της ψυχής και το οποίο ενσαρκώθηκε στον κόσμο μας!
Μέσα σε λίγες ώρες από την ομιλία του στο έθνος, δεκάδες τηλεφωνήματα πιστοποιούσαν το ενδιαφέρον των Ελλήνων να ανταποκριθούν στο κάλεσμά του. Κάθε είδους άνθρωποι, από όλο το εύρος της κοινωνίας, από κάθε εργατική τάξη και πνευματικό επίπεδο, από όλο το φάσμα του πολιτικού χώρου επικοινώνησαν με το γραφείο του πρωθυπουργού, είτε απέστειλαν με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ένα σύντομο βιογραφικό. Η έμπιστη γραμματέας του είχε συγκεντρώσει ονόματα, επαγγελματική σταδιοδρομία, επιστημονική κατάρτιση και πολιτική κατεύθυνση απ’ όλους. Έτσι, μια μεγάλη λίστα, που αναμενόταν να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο, καθώς οι μέρες θα κυλούσαν, περίμενε για αξιολόγηση.
Κοιτώντας τον κατάλογο με τα ονόματα των υποψηφίων δεν άργησε να πετάξει στον κάλαθο των αχρήστων αρκετά χαρτιά με τις προσωπικές πληροφορίες ατόμων, γνωστών για τον καιροσκοπισμό και την μισαλλοδοξία, που τα διακατείχε. Η αλήθεια είναι ότι δεν εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα, όταν διαπίστωσε ότι τα περισσότερα από αυτά τα άτομα ανήκαν στον ευρύτερο πολιτικό του χώρο. Ή μήπως είχε έρθει η στιγμή να αναφέρεται σ’ αυτόν ως πρώην; Τελοσπάντων, σημασία είχε ότι είχε γίνει και θα συνέχιζε τις επόμενες ημέρες ένα πρώτο ξεσκαρτάρισμα απ’ τον ίδιο κατά την διάρκεια του πρωινού κι ενώ η λίστα γιγαντωνόταν με κάθε ώρα που περνούσε και στην συνέχεια απέμενε να γίνει η τελική κρίση από τον Πλάτων.
Που ήταν όμως αυτός; Η ώρα περνούσε και το μεσημέρι πλησίαζε με τον πρωθυπουργό να έχει αρκετή δουλειά ακόμη στον καταρτισμό της λίστας και στο κλείσιμο των ραντεβού για τις προσωπικές συνεντεύξεις, αλλά η ασυνήθιστη αργοπορία του Πλάτων του δημιούργησε κύματα υποψιών. Είχε καταλάβει ότι από την στιγμή που μπλέχτηκε σ’ αυτήν την ιστορία θα ένιωθε μονίμως λες και κάνει σκωτσέζικο ντους. Μια ζέστη, μια κρύο! Από τα ψηλά στα χαμηλά και ανάποδα! Κι όμως αυτό είναι άλλο να το λες κι άλλο να το ζεις, μιας και αποτελεί μια ιδιαίτερα ψυχοφθόρα διαδικασία!
Αποφάσισε λοιπόν να στείλει τον Οδυσσέα στο σπίτι στον λόφο για να δει τι συμβαίνει και να πάρει οδηγίες για το πώς θα συνέχιζαν στο εξής. Χρειαζόταν καθοδήγηση. Αυτός παρέμεινε στο Μέγαρο Μαξίμου, το οποίο είχε μετατραπεί σε απόρθητο φρούριο. Πάνοπλοι άντρες φύλασσαν το κτίριο και τους δρόμους γύρω από αυτό, με εντολές να είναι προετοιμασμένοι για τα πάντα και να μην ρισκάρουν το παραμικρό. Προσπαθούσαν να φυλαχτούν από έναν αόρατο εχθρό!
Βγαίνοντας ο Οδυσσέας από το κτίριο, επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητό του με την συνοδεία τριών αντρών και ξεκίνησε για τον προορισμό του. Δεν άργησε να διαπιστώσει την περιέργεια των περαστικών και κυρίως των δημοσιογράφων όταν πέρασε δίπλα τους, στην είσοδο του δρόμου που οδηγούσε στο Μέγαρό Μαξίμου. Εκεί μια πινακίδα και δυο-τρείς αστυνομικοί απαγόρευαν την είσοδο, τόσο των πεζών, όσο και των οχημάτων αν δεν ήταν μέλη της κυβέρνησης ή εργαζόμενοι στο Μέγαρο. Είδε εκφράσεις απορίας για τα πρωτοφανή μέτρα, καθώς και αγανάκτησης από το γεγονός ότι οι δημοσιογράφοι δεν μπορούσαν πλέον να πλησιάσουν όσο άλλοτε για να πάρουν δηλώσεις από όσους εξέρχοταν του Μεγάρου.
Έφτασε μετά από λίγο στο πέτρινο σπίτι και ρώτησε τους φύλακες που βρίσκεται ο Πλάτων. Αφού πήρε την απάντηση ότι δεν είχε βγει από το δωμάτιό του (ούτε η κοπελιά) από χθες το βράδυ, κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο στον πάνω όροφο. Ανεβαίνοντας μόνος τα ξύλινα σκαλιά άρχισε να νιώθει ανασφάλεια. Μια απροσδιόριστη αίσθηση κενού συνεπικουρούμενη από την απουσία κάθε ήχου χτύπησε την πόρτα της ανησυχίας του. Πλησίασε την πόρτα του δωματίου προσπαθώντας να αφουγκραστεί την παρουσία κάποιου μέσα σ’ αυτό. Τίποτα. Μόνο οι ψίθυροι των αντρών από κάτω.
-Πλάτων, είπε χαμηλόφωνα χτυπώντας ασθενικά την πόρτα.
-Πέρασε, άκουσε την φωνή (όχι αυτή που περίμενε) της Νεφέλης κι άνοιξε διάπλατα την πόρτα.
Αντίκρισε απέναντί του το κορίτσι να κάθεται στο πάτωμα κάτω απ’ το περβάζι του παραθύρου. Τα παντζούρια ήταν ορθάνοιχτα και το φώς έλουζε το δωμάτιο. Αυτή τον κοίταξε για μια στιγμή κι έπειτα έστρεψε το βλέμμα στα δεξιά της, προς το κρεβάτι. Φαινόταν άυπνη και κουρασμένη. Ακολουθώντας τα κουρασμένα της μάτια της με αυξανόμενη ανησυχία και καθώς προχώρησε αργά προς το κρεβάτι είδε τον Πλάτων ξαπλωμένο, με τα πόδια ενωμένα και τα χέρια του να τον αγκαλιάζουν σφιχτά, λες και αρνιόνταν να τον αφήσουν. Το δέρμα του γυάλιζε, έμοιαζε με γυάλινο άγαλμα. Προχώρησε ακόμη πιο διστακτικά μην αφήνοντας τον στιγμή από τα μάτια του. Η εικόνα, που αντίκριζε δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου φυσιολογική. Κατάλαβε αμέσως ότι κάτι είχε συμβεί. Αλλά τι;
Στάθηκε ακίνητος μπροστά από το κρεβάτι. Για ένα μόλις δευτερόλεπτο, στράφηκε στην κοπέλα ρωτώντας:
-Κοιμάται; Βαθιά μέσα του ήξερε την απάντηση,  αλλά σαν σκληρή πραγματικότητα, την αρνήθηκε πεισματικά.
«Δεν μπορεί παρά να είναι εφιάλτης!»
-Όχι, επιβεβαίωσε τους φόβους του η Νεφέλη.
Άπλωσε τα ακροδάχτυλά του να τον αγγίξει. Φοβούμενος για το απροσδόκητο, σαν να πλησίαζε εκρηκτικό μηχανισμό, άγγιξε τελικά το λείο δέρμα στα πόδια του και τραβήχτηκε απότομα κάτω από την αφόρητη αίσθηση του παγωμένου ανθρώπινου σώματος. Δεν πρόλαβε να σκεφτεί οτιδήποτε και η Νεφέλη τον έβγαλε από τον διογκωμένο πανικό του, εξιστορώντας του αργά και βασανιστικά την εμπειρία της.
-Η θερμοκρασία του έχει πέσει κι άλλο. Τώρα είναι σχεδόν παγωμένος, άκουσε σιωπηλός κι αμήχανος την ξέπνοη φωνή της. Βγήκε από το σκοτεινό δωμάτιο της αγωνίας και των ανεκπλήρωτων ελπίδων μες το νου του και μπήκε σ’ ένα άλλο εξίσου σκοτεινό και ψυχρό, στο δωμάτιο της απορίας και του φόβου. Τριγυρνούσε σ’ αυτά τα σκοτεινά δωμάτια από την στιγμή που έμαθε για τον Πλάτων και η ύπαρξή του αποτελούσε το απόλυτο μυστήριο. Και πάντα μια πηγή φωτός, η ίδια η ύπαρξη και ο λόγος του Πλάτων, τον οδηγούσε στο λυτρωτικό δωμάτιο των ονείρων. Αφού το κορίτσι τελείωσε την περιγραφή της, την κοίταξε μέσα στα μάτια, αυτά τα πανέμορφα και πρησμένα από τον πόνο μάτια, με συμπόνια και χωρίς να πει λέξη βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο.
Δεν πέρασε ούτε μίση ώρα, χρόνος μοναξιάς και προσμονής για την Νεφέλη, και τρεις άντρες ανέβηκαν, σχεδόν τρέχοντας, στο δωμάτιο που φιλοξενούσε τον γεμάτο εκπλήξεις και εντυπωσιακά συμβάντα νεαρό, που μπήκε εντελώς ξαφνικά στην ζωή τους. Πρώτος μπήκε μέσα ο γιατρός, έτοιμος να προσφέρει τις ιατρικές του γνώσεις, αλλά παντελώς ανέτοιμος για ότι επρόκειτο να αντιμετωπίσει. Ακολούθησε ο πρωθυπουργός, με μια έκφραση τρομερής αγωνίας να γεμίζει τις κινήσεις και τους μορφασμούς των μυών του προσώπου του. Ήταν ο πιο φοβισμένος άνθρωπος στον κόσμο εκείνη την στιγμή και φαινόταν ξαφνικά τουλάχιστον μια δεκαετία μεγαλύτερος. Όχι μεγαλύτερος, γερασμένος! Ο Οδυσσέας στάθηκε στην είσοδο και παρακολούθησε, επιφανειακά ατάραχος, το σκηνικό.
Ο γιατρός κατευθύνθηκε άμεσα στον Πλάτων και τον κοίταξε. Μίλησε στο κορίτσι, χωρίς να την κοιτάζει.
-Τι συνέβη Νεφέλη; Από πότε είναι έτσι; Έπιασε τα χέρια του διαπιστώνοντας έκπληκτος ότι ήταν παγωμένα. Έβγαλε το στηθοσκόπιο και τοποθέτησε με λίγη δυσκολία το διάφραγμα κάτω απ’ το Χ που δημιουργούσαν τα χέρια του, προσπαθώντας να ακροαστεί την καρδιά του. Ξαναστράφηκε στο κορίτσι, το οποίο δεν είχε βγάλει άχνα.
Αυτή τον κοίταξε θλιμμένα και του ψιθύρισε:
-Περίμενε! Γύρισε τα μάτια της και πάλι στον αγαπημένο της. Βαθιά μέσα της μια μάχη ήταν σε εξέλιξη. Η αγάπη που αισθανόταν για αυτόν συγκρούονταν με την λογική της. Η τελευταία, με την γλυκιά φωνή της συμπόνιας, την φωνή που πρέπει να άκουσαν ο Αδάμ και Εύα στον παράδεισο, την φωνή του πειρασμού, της ζάλιζε τα αυτιά από την στιγμή που συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί.  
«Ξέρω ότι τον αγαπάς, αλλά ποιος ξέρει τι άνθρωπος θα είναι όταν ξυπνήσει. Σου είπε και μόνος του ότι την τελευταία φορά που συνέβη κάτι παρόμοιο ξύπνησε με δυο απίστευτες δυνάμεις. Τις είδες με τα μάτια σου, τις ένιωσε μέσα σου. Πώς μπορείς να ρισκάρεις τώρα; Όχι για σένα, αλλά για το παιδί μέσα σου. Πήρες από αυτόν ότι καλύτερο, τώρα είναι η στιγμή να φύγεις. Προφύ-λαξε το μωρό σου από τους κινδύνους που θα έρθουν. Μπορεί οι άντρες στο δωμάτιο να μην έχουν άλλη επιλογή, εσύ όμως έχεις. Μια και μοναδική. Τώρα! Φύγε!»
-Όχι, είπε χαμηλόφωνα και η φωνή της μόλις και μετά βίας έφτασε στα αυτιά της, ενώ ένα δάκρυ πρόλαβε να ξεφύγει από τον έλεγχό της.
Ο πρωθυπουργός παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα. Τα λόγια του γιατρού είτε θα απελευθέρωναν τον τρόμο μέσα του, είτε θα του χάριζαν μια πνοή ανακούφισης. Ήθελε να πιστεύει ότι ο Πλάτων δεν τον είχε εγκαταλείψει τόσο ξαφνικά, πριν προλάβουν καλά-καλά να οργανώσουν το όνειρό τους. Δεν θα μπορούσε ποτέ να το καταφέρει μόνος του, να συντηρήσει την φωτιά που είχε ανάψει μέσα του ο Πλάτων και να την μεταδώσει. Δεν είχε τις δυνάμεις και τις αντοχές. Θα τον ξέσκιζαν, όπως θα ξέσκιζαν ένα ελαφάκι πεινασμένοι λύκοι!
Ο γιατρός αδυνατούσε να ακούσει τους γνώριμους για αυτόν χτύπους της καρδιάς του. Μπορεί το κορίτσι να του είχε πει να περιμένει και η εκδοχή της να είχε μεταφερθεί από τον Οδυσσέα σ’ αυτόν και τον πρωθυπουργό, αλλά όσο τα δευτερόλεπτα περνούσαν η σιωπή κάλυπτε βασανιστικά την ελπίδα. Έκανε μια γκριμάτσα απογοήτευσης και σχεδόν αμέσως μετά άνοιξε διάπλατα τα μάτια του.
-Να με πάρει και να με σηκώσει. Είχε ακούσει τον ίδιο ήχο που είχε ακούσει και η Νεφέλη. «Ντουπ». Χαμογέλασε αμήχανα στο κορίτσι, το οποίο δέχθηκε με ευγνωμοσύνη αυτό το χαμόγελο. Δεν είχε ακούσει με την ελπίδα της λοιπόν, αλλά με τα αυτιά της. Ξεφύσησε με ανακούφιση. Ο Πλάτων ήταν ζωντανός.
-Είναι … μάλλον ζωντανός, αποφάνθηκε ο γιατρός και ο πρωθυπουργός μόνο που δεν χορο-πήδησε από την χαρά του. Είναι παγωμένος, δεν νομίζω η θερμοκρασία του να ξεπερνά τους 2-3 βαθμούς, αλλά η καρδιά του κτυπάει, έστω και με ένα περίπου χτύπο το λεπτό. Είναι μοναδικό αυτό που συμβαίνει, συμπλήρωσε και απευθύνθηκε στον πρωθυπουργό. Δεν έχω ιδέα τι πρέπει να γίνει. Πείτε μου εσείς! Τι θέλετε να κάνουμε τώρα;
Αυτός κοίταξε για πρώτη φορά από όταν μπήκε στο δωμάτιο την Νεφέλη. Είδε την αγωνία να συνυπάρχει με την εμπιστοσύνη στο πρόσωπό της.
-Θα περιμένουμε. Δεν μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς, είπε πιέζοντας τον εαυτό του και βγάζοντας ένα πικρό γέλιο. Θα τον μεταφέρουμε στο δωμάτιο  στο υπόγειο, όπου θα μπορείς να τον προσέχεις καλύτερα  γιατρέ και θα περιμένουμε. Έχετε αντίρρηση, δεσποινίς;
-Όχι, καμία, είπε η Νεφέλη. Σας ευχαριστώ, έσπευσε να προσθέσει με ευγένεια, καθώς οι άντρες έβγαιναν από το δωμάτιο. Σταμάτησαν και κατένευσαν, κοιτώντας το πανέμορφο κορίτσι με τα μακριά μελαχρινά μαλλιά και βλέποντας απλά και μόνο μια ερωμένη, χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα ότι κυοφορούσε το παιδί του Πλάτων!

                                                                            14

Είχε αποφασίσει να περάσει το Σαββατοκύριακο, μες το λιτό διαμερισματάκι στην καρδιά της πόλης ολομόναχος. Με μόνη παρέα λίγο αλκοόλ, σαν κάποια μορφή τιμωρίας και εξιλέωσης για τον θάνατο του συνεργάτη του. Μπορεί να εκτελούσε εδώ και χρόνια με πλήρη απάθεια τα θύματά του με χίλιους διαφορετικούς τρόπους μην νιώθοντας την παραμικρή τύψη γι’ αυτό, αλλά τον συμπαθούσε τον μικρό. Ιδίως τον τρόπο με τον οποίο τον κοίταζε με θρησκευτική ευλάβεια από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε κι αυτό τον έκανε πραγματικά να αισθάνεται σαν θεός. Μήπως δεν ήταν; Αφαιρούσε και χάριζε ζωή, κατά το δοκούν! Ένας θεός ανάμεσα στους ανθρώπους! Ναι, του άρεσε αυτή η σκέψη. Βοηθούσε το μυαλό του να μην επιστρέφει διαρκώς στην εικόνα του νεκρού του συνεργάτη, χιλιοστά του δευτερολέπτου πριν πατήσει την σκανδάλη και τον απαλλάξει από το μαρτύριο που βίωνε, μαζί βεβαίως με την απαραίτητη εξασφάλιση της μυστικότητας της αποστολής του. Δεν έπρεπε να ρισκάρει την αποκάλυψη του, το να αποκτήσει ο εχθρός του με μαγικό τρόπο την εικόνα του προσώπου του και βεβαίως δεν θα το επέτρεπε ποτέ. Σε έναν κόσμο, όπου η κατοχή της πληροφορίας ήταν η απόλυτη δύναμη, όφειλε να μένει άγνωστος μεταξύ αγνώστων, μια ολοκληρωτική απουσία. Με ότι αυτό συνεπάγεται για την προσωπική του ζωή!
Θυμήθηκε τα τρομαγμένα μάτια του νεαρού. Πρέπει να ένιωθε το κενό, τον τρόμο μπρος την άβυσσο. Η παρουσία του Πλάτων ήταν η αιτία για μια αμείλικτη εμπειρία, που αδυνατούσε να υποφέρει. Πώς να αισθάνθηκε άραγε; Βλέποντας μπροστά του το απόλυτο μυστήριο, έναν άντρα βγαλμένο από τους εφιάλτες όλων μας; Τον άντρα με την δύναμη να πάρει οικιοθελώς, αυτό μου μας κάνει μοναδικούς, τις σκέψεις μας, το ίδιο μας το πνεύμα! Η ανάμνηση ξαναβγήκε καθαρότερη στην επιφάνεια και μια λεπτομέρεια που δεν είχε διακρίνει τον καθησύχασε. Του φάνηκε πως είδε την απόγνωση στα μάτια του να μετατρέπεται σε λύτρωση, στο απειροελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου, που ο εγκέφαλός του παρέμεινε ζωντανός, απ’ όταν η σφαίρα τρύπωσε στο κρανίο του και μέχρι να τον συντρίψει, σκορπίζοντας στο τίποτα όνειρα και επιθυμίες.
Ο μικρός είχε αποτύχει και ήταν υπεύθυνος για τις συνέπειες. Αρκούσε να προσέχει λίγο περισσότερο για να μην τον εντοπίσουν. Είχε θέσει σε κίνδυνο την αποστολή τους και δεν υπήρχε εναλλακτική. Μόνο ο θάνατος, ο λυτρωτής, είχε απομείνει. Κι αυτός φρόντισε, ώστε να τον πάρει αυτός την κατάλληλη στιγμή, πριν ο βέβηλος νέος κλέψει την ψυχή του. Ο συλλογισμός αυτός ηρέμησε ακόμη περισσότερο τις ελάχιστες ερινύες που τον περιστοίχιζαν.
Καθισμένος μπροστά στον φορητό υπολογιστή περίμενε απάντηση στην αναφορά, που είχε στείλει. Ξεκαθάριζε πως προτιμούσε να δουλέψει μόνος του προς το παρόν, μέχρι να βρει τον κατάλληλο τρόπο να ολοκληρώσει με επιτυχία την αποστολή του. Θα τους ζητούσε βοήθεια, μόλις και αν την χρειαζόταν. Είχε επεξεργαστεί αρκετά πιθανά σενάρια και όλα εννοείτε πως περιείχαν αρκετούς θανάτους. Όσο περισσότεροι φυλούσαν το κρησφύγετο του εχθρού, τόσο περισσότερα πτώματα θα προσθέτονταν. Δεν τον απασχολούσαν καθόλου οι φύλακες, καθώς πίστευε ότι αυτοί ήταν αμελητέα ποσότητα για έναν άντρα της εκπαίδευσης, της εμπειρίας και κυρίως των δυνατοτήτων του. Αυτό που δεν είχε ξεκαθαρίσει ακόμη μέσα του ήταν ο τρόπος που θα τον πλησίαζε, το πώς θα κατάφερνε να έρθει κοντά του. Το τι θα έκανε στην συνέχεια θα τον απασχολούσε όταν έφτανε εκείνη η στιγμή.
Το κορίτσι του ανίερου άντρα αποτελούσε το καλύτερο δόλωμα και το προφανές σχέδιο έδειχνε ότι θα την απήγαγε σε κάποια στιγμή που αυτός θα έλειπε. Το πρόβλημα όμως ήταν άλλο. Πώς θα αντιδρούσε ο στόχος του σ’ αυτή την περίπτωση; Του είχε συμβεί, αν και ελάχιστες φορές, ο στόχος να αδιαφορήσει για το θηλυκό. Σπάνιο μεν, αλλά συνέβαινε. Πόσο μάλλον ένας άνθρωπος σαν κι αυτόν με άγνωστη ηθική, μεταλλαγμένη σίγουρα από τις υπερφυσικές του δυνατότητες.
Το κουδούνισμα του κινητού τον έβγαλε για λίγο από τον συλλογισμό, που αφορούσε τις παραμέτρους της αποστολής του. Το σήκωσε και είδε ότι ο αριθμός ήταν σε απόκρυψη. Το άφησε πάλι στην θέση του και περίμενε να σταματήσει. Η υπηρεσία επικοινωνούσε μαζί του μόνο μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Την τελευταία φορά μπορεί να είχε μιλήσει στο κινητό με τον αρχηγό του, αλλά τον είχε καλέσει μέσω ενός απόρρητου, αλλά γνωστού σε αυτόν, αριθμού, ώστε να καταλάβει ποιος είναι. Οι τηλεπικοινωνίες ήταν ο τομέας, όπου η χώρα του βρισκόταν χρόνια μπροστά από τις υπόλοιπες στην αντικατασκοπεία και για να τον καλέσουν πρέπει να ήταν σίγουροι, ότι η συνομιλία δεν θα υποκλαπεί. Τώρα, όμως αντί για αριθμό η γνωστή φράση περί απόκρυψης αριθμού αναβόσβηνε ρυθμικά. Δεν θα απαντούσε σε καμιά περίπτωση. Ο μονότονος ήχος όμως επέμενε!
Σταμάτησε μετά από λίγο, αφού προφανώς ενεργοποιήθηκε ο τηλεφωνητής. Και ξεκίνησε από την αρχή. Ξανά και ξανά! Επίμονα και σταθερά ο ήχος ήθελε να του μεταφέρει μια αλήθεια. Όποιος κι ήταν δεν θα σταματούσε αν δεν το σήκωνε. Θα τον καλούσε διαρκώς, ασταμάτητα, μέχρι ή να αποφασίσει να συμμορφωθεί ή τα νεύρα του να γίνουν κουβάρια. Το αλκοόλ, που γέμιζε το σώμα του είχε βγάλει για λίγο εκτός δράσης την μοναδική, κι όπως πίστευαν κάποιοι στην υπηρεσία απάνθρωπη, υπομονή του. Σε νορμάλ συνθήκες θα μπορούσε να το αφήσει εκεί να χτυπάει για μέρες χωρίς αυτός να ενδιαφερθεί έστω και λίγο, χωρίς να τον προβληματίσει καθόλου, τώρα όμως άρπαξε νευρικά την συσκευή.
-Ναι! Ποιός είναι, ρώτησε αυστηρά.
-Γεια σου, Μάικλ! Η απάντηση ήρθε από μια βαριά και ψυχρή φωνή.
-Ποιος είσαι, επανέλαβε πιο δυνατά τώρα. Ο μπάσος ήχος της φωνής που είχε ακούσει του δημιούργησε την αίσθηση ότι στην άλλη άκρη της γραμμής βρισκόταν ένας απίστευτα γερασμένος, αλλά κι αποφασισμένος άνθρωπος.
-Το ζήτημα είναι ποιος είσαι εσύ! Ποιός είσαι, Μάικλ; Εκτός από τον καλύτερο πράκτορα της Υπερδύναμης βεβαίως, εκτός από ένα ανθρώπινο, φονικό υπερόπλο. Ποιός είσαι εκτός από αυτόν;
-Τι εννοείς; Και που ξέρεις το όνομά μου; Που βρήκες αυτές τις πληροφορίες;
-Ξέρω τα πάντα για σένα, Μάικλ! Ξέρω ότι έχεις βοηθήσει με κάθε δυνατό τρόπο την χώρα σου. Ξέρω ότι έχεις κάνει πράγματα, που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε ή θα τολμούσε να κάνει ποτέ. Και ξέρεις γιατί; Γιατί κανείς δεν έχει την δύναμη, το θάρρος και την ανδρεία να πάρει τις δύσκολες αποφάσεις και να τις κάνει πράξη! Εσύ όμως τα έχεις όλα αυτά. Τα διαθέτεις στον ύψιστο βαθμό και η απόλυτη επιτυχία σου είναι η καλύτερη απόδειξη. Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο είσαι ο Εκλεκτός!
-Ο Εκλεκτός; Τι εννοείς, ρώτησε με την περιέργεια να φουσκώνει μέσα του. Ποιός ήταν ο άντρας στην άλλη άκρη της γραμμής; Πώς ήξερε τόσα πολλά για αυτόν και τι στο καλό εννοούσε αποκαλώντας τον Εκλεκτό; Οι απαντήσεις δόθηκαν μαζεμένες στο ζαλισμένο κεφάλι του. Σχεδόν όλες!
-Εννοώ ότι εκλέχθηκες εσύ από όλους τους ανθρώπους για να φέρεις σε πέρας την μεγαλύτερη αποστολή στην  ιστορία του ανθρώπινου γένους. Το γένος μας βρίσκεται σε κίνδυνο. Φαντάζομαι ότι ξέρεις γιατί.
-Ο Πλάτων, δήλωσε με μια αδικαιολόγητη σιγουριά.
-Ναι, αυτός … ο Πλάτων, αποκρίθηκε συμφωνώντας η φωνή. Μόνο που αυτό δεν είναι το πραγματικό του όνομα. Έτσι, μπορεί να τον βάφτισαν, αλλά το πραγματικό του όνομα είναι άλλο. Θέλεις να μάθεις ποιό;
Ο πράκτορας αδυνατούσε να δει που πραγματικά πήγαινε αυτή συζήτηση. Η δύναμη της περιέργειας όμως τον έκανε να θέλει να μάθει όσα περισσότερα γίνεται για τον Πλάτων.
-Ακούω.
-Είσαι θρήσκος άνθρωπος, Μάικλ;
-Αν ήξερες τόσα όσα λες ότι ξέρεις για μένα, θα το ήξερες κι αυτό. Όχι, δεν είμαι οπαδός κάποιας θρησκείας, είπε τελικά. Χρησιμοποιώντας το μικρό μου το μυαλό δεν μπορώ να αποκριθώ στην ερώτηση περί της ύπαρξης του θεού παρά με ένα μεγαλοπρεπέστατο: Δεν ξέρω!
«Δεν ξέρω, αλλά εύχομαι με όλη την δύναμη της ασήμαντης ύπαρξής μου, να υπάρχει! Πρέπει να υπάρχει» σκέφτηκε, αλλά δεν το είπε στην φωνή.
-Χμ, καταλαβαίνω, αποκρίθηκε με τόνο συγκατάβασης η φωνή. Ας υποθέσουμε λοιπόν, ότι η απάντηση είναι «Ναι», η απάντηση που πρεσβεύω εγώ! Αν υπάρχει Θεός, τότε υπάρχει και ο Σατανάς, έτσι δεν είναι;
-Υποθέτω.
-Ωραία. Ας υποθέσουμε τώρα ότι ο Σατανάς έχει στείλει τον εκπρόσωπό του στην Γη, τον ίδιο του τον γιο για να υποδουλώσει το ανθρώπινο γένος. Και ότι εσύ θα ήσουν ο Εκλεκτός, αυτός που απ’ όλους τους ανθρώπους επιλέχθηκε για να τον εξοντώσει! Τι θα έλεγες σε ένα τέτοιο, υποθετικό σενάριο;
-Θα έλεγα ότι είναι αποστολή αυτοκτονίας, απάντησε άμεσα και γέλασε νευρικά. Έκανε τον κατάλληλο συνειρμό κι αν και του φαινόταν απίστευτο, άρχισε να το συλλογίζεται. Αναλογιζόμενος όλα τα πιθανά σενάρια, ο άντρας άρπαξε την ευκαιρία να του προσφέρει ένα ακόμη κίνητρο.
-Φαντάσου την δυνατότητα, που έχεις να σώσεις την τιμή και το μέλλον της χώρας μας,
 «Της χώρας μας; Είναι συμπατριώτης;»
να σώσεις τον τρόπο ζωής για τον οποίο πάλεψαν και πέθαναν οι γονείς μας. Να σώσεις το σύ-στημα, που έχτισαν με κόπο τόσο ο πατέρας μου, και όσο κυρίως ο δικός σου, πριν το νήμα της ζωής του κοπεί τόσο άδικα, είπε με προσποιητή λύπη η φωνή. Να σώσεις τον κόσμο από τις αλλαγές που θα φέρει αυτός στην ζωή μας, αλλαγές που θα μετατρέψουν την Γη μας σε αληθινή κόλαση!
«Όλα αυτά κινδυνεύουν από ένα άνθρωπο;» αναρωτήθηκε με την μνήμη του να ανασύρει από τα βάθη του ασυνείδητου, φωτογραφίες του ατυχήματος, τριάντα πέντε χρόνια πριν.
-Και πρέπει εγώ να τον σκοτώσω, πριν προλάβει αυτός να καταστρέψει τον δυτικό τρόπο ζωής μας, ρώτησε ψυχρά με απάθεια στην φωνή του. Κατάλαβε ότι σε τελική ανάλυση αυτό ήταν το διακύβευμα.
-Ναι, εσύ θα δράσεις μόνος! Κρυμμένος από όλους, περιστοιχισμένος μόνο από εχθρούς, θα σκάψεις αργά και μεθοδικά τον τάφο του. Θα προσπαθήσεις και θα τα καταφέρεις, γιατί ολόκληρος ο πλανήτης θα είναι στο πλευρό σου και όταν χρειαστεί θα δράσουμε έτσι ώστε να έχεις την μια και μοναδική σου ευκαιρία να πραγματοποιήσεις το μέγιστο επίτευγμα, που κατάφερε ποτέ ένας θνητός, πρόσθεσε αγγίζοντας λεπτές χορδές της ματαιοδοξίας του. Ακούω την απάντηση σου, διέταξε η φωνή.
-Θα το κάνω, είπε αποφασισμένος. Οι πιθανότητες ήταν εκεί και δεν ήταν άνθρωπος που άφηνε τα πράγματα στην τύχη. Θα έκανε τα πάντα λοιπόν, ώστε αν το σενάριο της φωνής ήταν αληθινό, αυτός θα έσωζε, ή τουλάχιστον θα προσπαθούσε να σώσει, τον κώδικα ηθικής που πρέσβευε η πατρίδα του!
-Πολύ ωραία. Θα είμαστε σε επαφή, είπε η φωνή και έκλεισε το τηλέφωνο.
Ο πράκτορας ξάπλωσε στον καναπέ και έκλεισε τα μάτια του. Είχε πολλά να σκεφτεί, πολλά να οργανώσει. Και κυρίως έπρεπε να υπερνικήσει τα συναισθήματά του. Αν είναι αλήθεια, έστω και μια στο δισεκατομμύριο, και ο Πλάτων είναι αυτός που είπε η φωνή, τότε θα έπρεπε να τα βάλει με τον ίδιο τον… Αντίχριστο!
Μπούρδες! Είναι; Πόσο σίγουρος ήταν; Όταν το άγνωστο μας χτυπάει την πόρτα, διαταράσσοντας την φαινομενική μας ψυχική ηρεμία και γνώση, που θα στραφούμε; Σηκώθηκε απότομα και άνοιξε την τηλεόραση, κάνοντας ασταμάτητο ζάπινγκ, κατεβάζοντας τις ασφάλειες του νου και μην επιτρέποντας στο μυαλό του να λιποτακτήσει. Αλλά στην κλίμακα της πίστης από το ένα μέχρι το δέκα, όπου ένα σημαίνει απολύτως άθεος και δέκα απόλυτα θρήσκος, ο Μάικλ ειχε μετακινηθεί ασυνείδητα από το πέντε στο εφτά. Αμετάκλητα και για πάντα, η αλλαγή μέσα του είχε ξεκινήσει
Ταυτόχρονα, ο άντρας στην άλλη άκρη της γραμμής κοιτούσε με μια μακάρια ικανοποίηση το τηλέφωνο. Η πρώτη κίνηση είχε γίνει, ο καλύτερος άντρας της Υπερδύναμης, μια ανθρώπινη μηχανή θανάτου βρισκόταν στο κατόπι του Αντίχριστου. Κι επειδή, αυτό δεν θα ήταν σε καμιά περίπτωση αρκετό, τώρα έπρεπε να πείσει τα ισχυρά κράτη να του εναντιωθούν με κάθε τρόπο. Αν δεν μπορούσαν όλοι μαζί, ίσως ένας άνθρωπος, έστω και μόνος του να είναι αρκετός!
Η πόρτα άνοιξε.
-Αιδεσιμότατε Ιάκωβε, σε πέντε λεπτά πρέπει να φύγουμε για την προγραμματισμένη εκδήλωση, τον ενημέρωσε ο γραμματέας του! Έπρεπε να κάνει τα εγκαίνια σε  ένα σχολείο της Εκκλησίας. Σ’ ένα σχολείο όπου τα μικρά παιδιά στρατολογούνται κι εκπαιδεύονται πώς να είναι καλοί και υπάκουοι χριστιανοί! Και καταναλωτές βεβαίως!

                                                                        15

Ήταν μόνος του προς το παρών. Καθισμένος στο γραφείο του συλλογίστηκε τα γεγονότα της τελευταίας εβδομάδας. Έπρεπε να αναγνωρίσει στον Πλάτων ότι είχε ήδη καταφέρει πολλά μέσα σε λίγες μέρες. Ο αργός πολιτικός χρόνος είχε επιταχυνθεί στο μάξιμουμ και οι συνθήκες για μια πραγματική αλλαγή ήταν παρούσες. Ολόκληρη η ελληνική κοινωνία ήταν σοκαρισμένη σίγουρα, αλλά είχε διακρίνει την ελπίδα για κάτι καλό στις φωνές, τις φράσεις, ακόμη και τα βλέμματα των απλών ανθρώπων μέσα απ’ τα τηλεοπτικά παράθυρα. Ο Πλάτων και μαζί του κι αυτός ήταν στο επίκεντρο των συζητήσεων σε όλη την χώρα, απ’ τα πάνελ των καναλιών μέχρι τα καφενεία. Και όχι μόνο! Εκτός συνόρων, σε όλη την Γή, απλοί πολίτες, αλλά και η εξουσία τους συζητούσαν για τα παράξενα συμβάντα στην μικρή ευρωπαϊκή χώρα στην καρδιά της θάλασσας της Μεσογείου (Μέση Γη).
Και νάτος τώρα εδώ, μόνος του, υποχρεωμένος να σηκώσει το δυσβάσταχτο βάρος! Το μόνο που ευχόταν ήταν να συνέλθει ο Πλάτων το γρηγορότερο δυνατό. Δεν τον πολυένοιαζε ο άνθρωπος που θα προέκυπτε από την μυστηριώδη φάση της αλλαγής, παρά μόνο να μην είναι τόσο απελπιστικά μόνος του σ’ αυτό. Δεν θα δεχόταν ποτέ να κάνει κάτι τέτοιο μόνος του, όσο λογικό, ίσως και αυτονόητο, του φαίνονταν τώρα, χωρίς την γνώση ότι ένας άνθρωπος με τις απίστευτες δυνάμεις του Πλάτων ήταν στο πλευρό του. Σκέφτηκε την οικογένειά του και την γαλήνη που ένιωθε δίπλα στα παιδιά και την σύζυγό του. Είδε όμως από το παράθυρο άντρες των ειδικών δυνάμεων να φυλάνε το … τον ίδιο, την ζωή του, και ο συνδυασμός των δύο του προκάλεσε μια απέραντη θλίψη. Είχε το όνειρο στα χέρια του, το άγγιζε και του το πήραν (Ποιος; Κάποιος θεός; Η τύχη;) εντελώς ξαφνικά, ανέλπιστα, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι ο ίδιος είχε επενδύσει στο όνειρο αυτό όλη του την ύπαρξη. Ο ορίζοντας της προσωπικής του ευτυχίας σκοτείνιαζε γοργά!
Ευτυχώς, μέσα από μια τυχαία χαοτική διαδικασία, χωρίς λόγο και αιτία, στιγμές πριν λιγο-ψυχήσει, ο Οδυσσέας μπήκε στο γραφείο του. Κοιτώντας τον, ο πρωθυπουργός συμμάζεψε το είναι του με το εγώ του μπροστάρη και τον ρώτησε με σθεναρή φωνή τι ήθελε.
-Κύριε πρωθυπουργέ, πρέπει να ετοιμαστούμε. Ο Πλάτων μπορεί να μην είναι κοντά μας τώρα, αλλά πρέπει να είμαστε έτοιμοι για αυτόν, μόλις συνέλθει. Τα τηλέφωνα έχουν πάρει φωτιά και η γραμματέας σας έχει μπλοκάρει. Μας περιμένει πολλή δουλειά και θα θέλαμε να μας πείτε τι πρέπει να κάνουμε; Πότε θα αρχίσουμε τα ραντεβού; Μόλις συνέλθει ο Πλάτων, έτσι; Αν αναλογιστούμε την προηγούμενη φορά που έγινε κάτι τέτοιο, τότε θα πρέπει να περιμένουμε κάνα μήνα τουλάχιστον. Θα έχουμε έτσι όλο τον χρόνο που χρειαζόμαστε για να συγκεντρώσουμε τους καλύτερους πολίτες, αυτούς με τις περισσότερες δυνατότητες και πιθανότητες να αξιολογηθούν ικανοί από τον Πλάτων. Τι λέτε, ρώτησε με φωνή συνεπαρμένη από την διαδικασία, και κυρίως από την ολοκληρωτική του συμμετοχή  σ’ αυτήν!
Ο πρωθυπουργός παρέμεινε σκεφτικός για λίγο. Ήθελε ολόψυχα να ευχαριστήσει τον Οδυσσέα. Εντελώς ξαφνικά, η αφοσίωση του Οδυσσέα στον σκοπό τους, η ανδρεία του παρά την απουσία του Πλάτων, καθώς και η αγνή του ματιά, σαν παιδί που περιμένει με αγωνία, με την καρδούλα του να επιταχύνει, εντολή από τον δάσκαλο για αυτό που θα είναι σίγουρα το καλύτερο δημιούργημα σε όλο το σχολείο!
-Όχι, Οδυσσέα, δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε ένα μήνα. Ο Πλάτων θα είναι κοντά μας σε άγνωστο χρονικό διάστημα και αναγκαστικά μέχρι τότε θα πορευθούμε μόνοι μας, είπε αποφασιστικά προκαλώντας έκρηξη σεβασμού στον Οδυσσέα. Κανόνισε τα ραντεβού από Δευτέρα. Σε κάθε κενό του προγράμματός μου, βάλε κι ένα ραντεβού, τουλάχιστον μισής ώρας. Θα βλέπουμε μαζί τους υποψηφίους και θα τους κρίνουμε, έτσι ώστε να βρούμε σύντομα τους καλύτερους, από τους οποίους θα επιλέξει ο Πλάτων. Πες την γραμματέα μου να έρθει μέσα για να δούμε ποιες από τις προγραμματισμένες μου επισκέψεις και συναντήσεις των επόμενων εβδομάδων μπορώ να αναβάλλω, είπε και η σιγουριά άρχισε να τον πλημμυρίζει. Θα έπαιζε πιστά τον ρόλο του στην ιστορία, ο οποίος έμελλε να είναι μεγαλύτερος από όσο πίστευε στην αρχή.
Έτσι κι έγινε! Ανέβαλλε δίχως άγχος και δεύτερες σκέψεις την παρουσία του σε προγραμματισμένες εδώ και εβδομάδες ή και μήνες κοινωνικές εκδηλώσεις, που μόνο σκοπό είχαν την επικοινωνιακή πολιτική που είχαν επιβάλλει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Τέλος σ’ αυτό το άθλιο φαινόμενο των σύγχρονων τηλεδημοκρατιών. Θα έβαζε ξανά τον πήχη ψηλά, εκεί που όφειλε να είναι. Θα γινόταν ο πρωθυπουργός, που ονειρεύονταν μικρός. Ο πρωθυπουργός του γραφείου, με ατελείωτες συσκέψεις και πραγματική πολιτική εργασία, με μόνο στόχο την επίλυση των προβλημάτων των πολιτών μέσα από την βελτίωση του κράτους. Έστειλε λοιπόν στα σκουπίδια τον πρωθυπουργό των δημοσκοπήσεων και του φαίνεσθε, τον πρωθυπουργό-τηλεσταρ και έγινε, έτσι απλά, ο πρωθυπουργός όλων των Ελλήνων!
Αφοσιώθηκε στο έργο του περισσότερο και από τους μοναχούς που απαρνούνται την ίδια την ζωή για τον θεό τους. Η οικογένεια του τον έβλεπε ελάχιστα και αυτός έμαθε γρήγορα και τα υπόλοιπα δωμάτια του Μεγάρου Μαξίμου, τα οποία έμεναν αχρησιμοποίητα εδώ και δεκαετίες, ανακαλύπτοντας ότι μπορεί άνετα να ζήσει μέσα εκεί. Δεν έκανε πλέον την γνωστή διαδρομή, από την είσοδο του Μεγάρου στο γραφείο του και πάλι πίσω όταν τελείωνε, αλλά το μετέτρεψε σε δεύτερο σπίτι του. Αυτό που όφειλε να είναι, εκπληρώνοντας τον λόγο ύπαρξής του, μιας και η εργασία ενός πρωθυπουργού δεν τελειώνει ποτέ.
Η σύζυγός του, νιώθοντας την ολοένα αυξανόμενη απουσία του προσπάθησε μάταια να τον πείσει να μετακομίσουν κι αυτή με τα παιδιά εκεί, ώστε να είναι μαζί σαν οικογένεια. Με δάκρυα στα μάτια, αλλά φωνή σταθερή αρνήθηκε πεισματικά και της έκλεισε, κάπως άγαρμπα είναι η αλήθεια, το τηλέφωνο. Διαισθανόταν ότι ο κίνδυνος για την οικογένειά του ήταν μεγαλύτερος κοντά του. Η γυναίκα του αδυνατούσε να καταλάβει τον λόγο της φοβίας του. Κι αυτός έλπιζε απλώς ότι θα είναι ασφαλής αυτή και τα παιδιά τους, μακριά του. Έπρεπε να μείνουν όσο γίνεται πιο μακριά του με κάθε κόστος!
Οι μέρες περνούσαν με ατέλειωτες ώρες δουλειάς και σχεδιασμού της νέας του κυβέρνησης. Συναντούσε κάθε υποψήφιο, άξιο για μια θέση στην καινούρια προσπάθεια και ετοίμαζε μια έκθεση, σχετικά με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του καθενός. Μια απλή αναφορά σε μια κόλλα χαρτί. Αυτό ήταν όλο, που μπορούσε να κάνει. Η κλειδαρότρυπα της ύπαρξης του καθενός ήταν αποκλειστικό προνόμιο του Πλάτων. Τον οποίο όλοι οι υποψήφιοι αγωνιούσαν να δουν από κοντά,  μπαίνοντας στο πρωθυπουργικό γραφείο, για να αντικρύσουν  απλώς, με μια δόση δυσαρέσκειας και πικρίας, τον πρωθυπουργό με έναν συνεργάτη του και να υποστούν μια σκληρή συνέντευξη, με την δικαιολογία ότι τον Πλάτων θα τον έβλεπαν όσοι θα κρίνονταν κατάλληλοι σε αυτό το πρώτο στάδιο αξιολόγησης.
Παράλληλα, πίεζε την παρούσα σύνθεση της κυβέρνησης να εντείνει το έργο της, δίνοντας κατευθυντήριες γραμμές σε όλους τους υπουργούς του. Δεν ζητούσε κοσμοϊστορικές αλλαγές, γιατί δεν ήταν έτοιμος για κάτι τέτοιο. Απλά πράγματα ήθελε να γίνουν. Απλά πράγματα με σημαντική όμως επίδραση στην ζωή των πολιτών. Απαίτησε και πέρασε σε απίστευτους για τα δεδομένα του ελληνικού κράτους νόμους που μείωναν την σπατάλη του δημοσίου χρήματος από την κυβέρνηση. Τέλος στα περιττά ταξίδια και στις ανέσεις πολυτελείας για τους κυβερνητικούς αξιωματούχους. Τέλος στην σπατάλη των υπουργείων για άχρηστα πράγματα, που το μόνο που εξυπηρετούσαν ήταν η μεγαλομανία των κρατικών στελεχών. Δεν εξοικονόμησε πολλά χρήματα από αυτές τις κινήσεις, όμως ήταν μια αρχή και σίγουρα ήταν υπεραρκετά για την βελτίωση της ζωής έστω και λίγων συμπολιτών του.
Η ύπαρξη του Πλάτων αποτελούσε φόβητρο για τους διαρκώς αυξανόμενους εχθρούς του, κυρίως έξω από την κυβέρνηση. Αρκετοί πολιτικοί του σύντροφοι θα τον αμφισβητούσαν με την πρώτη ευκαιρία, αν δεν ήταν ο Πλάτων και ο τρόμος που γεννούσε το άγνωστο γύρω από αυτόν! Αναγκάστηκαν λοιπόν όλοι να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, κρατώντας εκ των πραγμάτων στάση αναμονής. Τα ΜΜΕ, αλλά και τα κόμματα της αντιπολίτευσης τηρούσαν αμυντική γραμμή. Η τεράστια απήχηση του Πλάτων στην κοινωνία δεν τους έδινε την δυνατότητα να αμφισβητήσουν τις ενέργειες του πρωθυπουργού. Πόσο μάλλον, όταν μια δημοσκόπηση, που ακολουθήθηκε κι από άλλες, έδειξε σημάδια τεράστιας βελτίωσης στην εικόνα της κυβέρνησης του, η οποία μόλις πριν λίγες εβδομάδες ακροβατούσε στο χείλος του γκρεμού. Η ανάγνωση της δημοσκόπησης από τον πρωθυπουργό υπήρξε η ενδεδειγμένη. Ο λαός πίστεψε στο όραμά του και κυρίως πίστεψε (κι ίσως λάτρεψε) την παρουσία ενός ανθρώπου έξω από τα συνηθισμένα, αλλά κρατούσε μικρό καλάθι μετά από ατέλειωτα ψέματα και ανεκπλήρωτες υποσχέσεις των προηγούμενων δεκαετιών. Και των δικών του βεβαίως!
Όλα ήταν μετέωρα και αρκούσε ένα στιγμιαίο λάθος, μια υποψίας επιτυχίας κι εφησυχασμού κι όλα θα γκρεμίζονταν σαν πύργος στην άμμο. Δεν υπήρχε δυνατότητα χαλάρωσης. Δουλεύοντας ασταμάτητα, μαζί με τον Οδυσσέα πιστό σύντροφο, ασχολούνταν πολλές φορές και είκοσι ώρες την ημέρα, με τα ζητήματα που έχριζαν προτεραιότητας, την συνέντευξη των υποψηφίων και την προώθηση βελτιωτικών ρυθμίσεων του κυβερνητικού έργου. Καλούσε τους υπουργούς του καθόλη την διάρκεια της ημέρας, πολλές φορές νύχτα, για να δώσει οδηγίες και να τους επισημάνει παραλείψεις, καθυστερήσεις και αναποτελεσματικότητα στο έργο τους. Δεν άλλαξε κανέναν από τους υπουργούς του, δίνοντας σε όλους την ευκαιρία να κριθούν από το έργο τους και τον Πλάτων. Κάποιοι προσπαθούσαν σκληρά, συνειδητοποιώντας την ιστορική στιγμή και την απίστευτη ευκαιρία που τους παρουσιαζόταν να γίνουν κινητήρια δύναμη της ίδιας της Ιστορίας. Υπήρχαν όμως κι αυτοί που δεν μπορούσαν να δουν πέρα από την μύτη τους κι επαναπαύθηκαν στο όνομα και την κυβερνητική εμπειρία, που κουβαλούσαν. Συνολικά, πάντως η κυβέρνησή του λειτουργούσε σαφώς πιο αποτελεσματικά και παρήγαγε μέσα σε λίγες εβδομάδες, κρατικό έργο ισάξιο με ολόκληρο τον τελευταίο χρόνο!
Κλεισμένος στην προσωπική του φυλακή, με έναν στρατό να τον φυλάει, υπό το άγρυπνο μάτι του Οδυσσέα, ο οποίος εργαζόταν πυρετωδώς για την εκπλήρωση του έργου του, ο πρωθυπουργός έκλεισε τα μάτια του, στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα και με την κούραση τελικά να τον καταβάλλει, τέσσερεις εβδομάδες από το διάγγελμα του στον ελληνικό λαό!

                                                                       16

Ο Πλάτων κυνηγούσε σκιές μες το σκοτάδι του μυαλού του όλο αυτό το διάστημα, ανίκανος να αντιδράσει, να νιώσει, να σκεφτεί το παραμικρό. Σαν θεατής σε ξένο σώμα παρακολουθούσε ατάραχος αόρατους δαίμονες, στιγμές του παρελθόντος, εκείνες τις μικρές στιγμές που κανείς δεν δίνει σημασία την ώρα που μας στιγματίζουν για πάντα, με τις γνώσεις, την εμπειρία και την πολυμορφία που μας κληρονομούν. Σαν άλλος υπερυπολογιστής, ο εγκέφαλός του επεξεργαζόταν δεδομένα των προσωπικών του συναισθηματικών βιωμάτων, της κατάκτησης της ανθρώπινης νόησης των τελευταίων τριών και πλέον χιλιάδων ετών μαζί με την ιστορική εξέλιξη της κοινωνικής ηθικής.
Διεργασίες τιτάνιες διαδραματιζόταν σε ένα παγωμένο σώμα από ένα νου αδιάφορο για τις συνθήκες έξω από αυτό. Κι ο Πλάτων βρισκόταν παγιδευμένος σε μια ρωγμή του χρόνου, σε ένα παράλληλο σύμπαν, μες το ίδιο του το μυαλό! Χωρίς αίσθηση του χρόνου, χωρίς νόμους και αξιώματα, χωρίς να ορίζει ο ίδιος την τύχη του, αλλά κι αδιαφορώντας απόλυτα γι’ αυτό. Αιωρούνταν σε ένα εξωτικό υλικό, άγνωστο σ’ αυτόν, σαν ένα μωρό, το οποίο μες το περιβάλλον της μήτρα της μητέρας του αδιαφορεί για τον κόσμο έξω από αυτήν, ενδιαφέρεται ίσως μόνο για την ανάπτυξή του. Η επιβίωσή του είναι ζήτημα του ξενιστή, μες τον οποίο μεγαλώνει κι αδιαφορεί πλήρως για αυτό! Πολύ απλά δεν είναι στο χέρι του να επηρεάσει καθοιονδήποτε τρόπο.
Έτσι κι ο Πλάτων, σαν έμβρυο κυοφορούνταν μέσα στο ίδιο του το σώμα. Για πρώτη φορά όμως η διαδικασία δεν ήταν απλώς θέμα της φυσικής επιλογής. Είχε παρέμβει σ’ αυτήν ο ίδιος, όταν ανέθεσε στο μυαλό του μια διαδικασία χωρίς ηθική, σκληρή, αλλά με νόημα! Τα γονίδιά του έδιναν τον δικό τους αγώνα για την κυριαρχία του σώματος, αλλά το μυαλό του είχε την δική του  αυτόνομη  πορεία. Όσον αφορούσε τον ίδιο θα γεννιόνταν ξανά με μια ιδέα καρφωμένη στο μυαλό του. Σε αντίθεση με τον άγραφο πίνακα των υπολοίπων ανθρώπων, στοιχειωμένο μόνο απ’ τα ζωικά ένστικτα, η δικιά του συνείδηση θα του έδειχνε το μέσο για να ακολουθήσει τον δρόμο που είχε επιλέξει. Να αναζητήσει τον καλύτερο δυνατό τρόπο, σ’ αυτό το υλικό σμιλεύονταν το σκεπτόμενο άγαλμα της ύπαρξής του!
Παρακολουθούσε αμέτοχος, ψυχρός,  στιγμιαίες εκλάμψεις φωτός μες το σκοτάδι. Μέσα από το τίποτα ανέβλυζε ένα γεγονός, μια εμπειρία, ένα συναίσθημα. Σαν κβαντική διακύμανση του μηδενός, ένα γέλιο κι ένα δάκρυ, μια εικόνα, μια ζωή, ένα άγγιγμα, οι αισθήσεις κι όλα πάλι απ’ την αρχή! Γράμματα, λέξεις, φράσεις, η γλώσσα των ανθρώπων. Αριθμοί και μαθηματικοί τύποι, αξιώματα και θεωρίες, η γλώσσα της Φύσης!
Οι εκλάμψεις φωτός αργά, αλλά σταθερά έγιναν περισσότερες, σαν χιλιάδες σβηστές οθόνες τηλεόρασης που ανοιγόκλειναν σε κλάσματα του δευτερολέπτου, πρώτα μια εδώ και μια εκεί, κι αργότερα δυο μαζί, τρείς εδώ και πέντε παραπέρα, σκόρπια,  περισσότερες, ταχύτερα, ταυτόχρονα,  γεμίζοντας το μυαλό του.  Αναβόσβηναν σε ένα ακανόνιστο ρυθμό, δείχνοντας στιγμιότυπα της ζωής του, του σύμπαντος, της τελευταίας μονάδας της ύλης. Δεν αντιδρούσε, δεν ένιωθε, δεν σκεφτόταν. Το μυαλό του άδειαζε γοργά από τις αναμνήσεις μιας ζωής, καθώς χρειαζόταν χώρος για νέες, αυτές που ερχόταν και για την νέα γνώση που συσσωρευόταν μέσα του. Η απόκοσμη Σκιά που ακτινοβολούσε τώρα δυνατά κάλυψε ολοκληρωτικά  το παρελθόν του!
Αφού άδειασε εντελώς, λίγο λίγο το μυαλό του γέμιζε ξανά με νέα γνώση αυτή την φορά, έχοντας πετάξει στον κάλαθο των αχρήστων ότι δεν χρειαζόταν, άχρηστες πληροφορίες,  άχρηστα συναισθήματα, άχρηστες γνωριμίες, άχρηστους ανθρώπους. Γνώση που ήδη κατείχε και γνώση που αποκτούσε, σαν το φυσικό επακόλουθο μιας λογικής επεξεργασίας δεδομένων. Ερωτήσεις κι απαντήσεις λοιπόν σε μια ατέρμονη ακολουθία, όπου πολλές φωνές, γνωστές και άγνωστες, συνδέονταν. Ήταν όλες μία! Η φωνή της Σκιάς, που πάλευε να γίνει καθαρό φως!
-Τι είναι ο άνθρωπος;
-Μια στιγμή στον μακρύ δρόμο της ύλης, ένα απρόσωπο κέντρο αφηρημένων αισθήσεων!
-Τι είναι ο Θεός;
-Δεν ξέρω!
-Τι είναι το Σύμπαν;
-Το σώμα κι ο νους του Θεού!
-Ποιός είναι ο σκοπός της ύπαρξής του;
-Κανένας!
-Ποιός είναι ο σκοπός της ζωής;
-Να ανέβει!
-Που να ανέβει;
-Στο Θεό!
-Γιατί;
-Για να τον βοηθήσει!
-Να τον βοηθήσει να κάνει τι;
-Να αντιληφθεί την ύπαρξή του!
-Κι ο άνθρωπος τι μπορεί να κάνει για αυτό;
-Να κατακτήσει!
-Τι να κατακτήσει;
-Τον Θεό!
-Πώς θα τον κατακτήσει;
-Δίνοντάς του έναν σκοπό!
-Και πώς θα το κάνει αυτό;
-Θα τον πλάσει πάνω στην Γη! Κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωσή του!
-Αυτό κάνει ο άνθρωπος σήμερα;
-Όχι!
-Τι κάνει;
-Γκρεμίζει Θεό;
-Και εσύ; Ποιος είσαι εσύ;
-Δεν είμαι τίποτα, δεν ανήκω σε τίποτα!
-Και τι θα κάνεις
-Στέκομαι σαν καθρέπτης προς την ποικιλομορφία του κόσμου κι αντικρίζω το χάος που έχουμε προκαλέσει! Δεν υπάρχει άλλη οδός! Θα γκρεμίσω τους ανθρώπους, για να πλάσω τον Θεό!
-Μάλιστα. Και θα τον πλάσεις μόνος σου;
-Όχι, με τους ανθρώπους!
-Μα μόλις είπες…
-Όχι, αυτούς τους ανθρώπους, αλλά άλλους, καινούριους!
-Γιατί; Τι έχουν αυτοί;
-Αυτοί είναι σκλάβοι! Εγώ θέλω κυρίους!
-Σκλάβοι ποιανού;
-Του Θεού!
Ξαφνικά οι αισθήσεις του επέστρεψαν, μαζί με το συντριπτικό κι απόλυτο σκοτάδι, καθώς το έντονο φως των χιλιάδων οθονών εξαφανίστηκε. Πάντα πηγαίνουν μαζί, χέρι χέρι, η παγωνιά με το σκοτάδι. Ένιωθε το κρύο να τον διαπερνά σ’ όλο το κορμί του. Ο γιατρός, καθισμένος στο δωμάτιο ελέγχου, δεν παρατήρησε στην οθόνη μπροστά του, τον νέο να τρέμει ολόκληρος, λες και χιλιάδες βολτ μάχονταν για το κορμί του, το υπέρτατο τρόπαιο!
Μετά επέστρεψε η σκέψη του. Μια πρωτόγνωρη ηρεμία και σιγουριά τον κατέκλυσε, ανεβά-ζοντας ραγδαία την θερμοκρασία του. Δεν θυμόταν πολλά από την προηγούμενη ζωή του, αλλά τουλάχιστον ήξερε ακριβώς τι όφειλε να κάνει. Σκόρπιες αναμνήσεις τον συνέδεαν με τον παλιό του εαυτό, με τον καθήκον του, να κυριαρχεί πάνω απ’ όλα. Το κορμί του έπαψε να τρέμει έντονα και μετά από λίγο σταμάτησε εντελώς, ενώ η μεγάλη του θερμοκρασία οδήγησε στην έντονη εφίδρωση το πρώην παγωμένο του σώμα πλημμυρίζοντας γοργά τα σεντόνια του κρεβατιού του, τα οποία έσταζαν παντού, αργά, ένα σκουρόχρωμο υγρό, μείγμα ιδρώτα κι άχρηστων σωματικών υγρών και κυττάρων στο μαρμάρινο δάπεδο.
Το τούνελ εμφανίστηκε απότομα σε κάποιο αόριστο μακρινό ορίζοντα και η εκτυφλωτική του λάμψη τον τύφλωσε. Τα μάτια του, σαν νεογνού προσπάθησαν να προσαρμοστούν βλέποντας για πρώτη φορά. Σήκωσε τα χέρια για να κρύψει το φώς, αυτό που πλησίαζε απειλητικό, καλώντας τον στην έξοδο κι ο τρόμος της γέννας τον κυρίεψε. Το μυαλό του σάστισε, σχεδόν λιποτάχτησε. Έβγαινε από ένα γνώριμο περιβάλλον σε ένα άγνωστο κόσμο. Ποιός ξέρει τι μυστήρια τον περίμεναν από την άλλη πλευρά.
Άνοιξε τα βλέφαρά του και είδε. Ένα φυσικό εμπόδιο, κάποιο τεχνητό τοίχωμα, ένα όριο στεκόταν πάνω απ’ το κεφάλι του. Ένας τοίχος με λευκό χρώμα. Νιώθοντας ένα πρωτόγνωρο αίσθημα ασφυξίας να τον πνίγει, πήρε μια βαθιά ανάσα. Ένιωσε ότι ανέπνεε για πρώτη φορά και η αίσθηση του οξυγόνου να γεμίζει τις κυψελίδες των πνευμόνων του τον γέμισε ευφορία. Ήταν ζωντανός.
«Έτσι είναι λοιπόν να είσαι ζωντανός!»
Έγειρε το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά διαπιστώνοντας ότι ο τοίχος συνεχιζόταν. Βρισκόταν σε ένα δωμάτιο. Ένιωσε το κορμί του ξαπλωμένο σε ένα μαλακό υλικό, λίγο ψηλότερα απ’ το έδαφος, όπως αντιλήφθηκε. Κείτονταν πάνω σε ένα κρεβάτι. Αισθάνθηκε υγρασία, το στρώμα ήταν βρεγμένο. Έφερε τα χέρια του μπροστά στα μάτια του και τα περιεργάστηκε. Παρατήρησε τα καλοσχηματισμένα δάκτυλα, το απαλό δέρμα, τις μικρές τρίχες στους καρπούς του και τις φάλαγγες των δάκτυλων. Αισθανόταν όμως ότι υπήρχε και κάτι άλλο, κάτι που δεν έβλεπε. Αναρωτήθηκε τι μπορεί να ήταν αυτό και άμεσα μια αραχνοΰφαντη, γαλάζια φλόγα ξεπήδησε μέσα από τους πόρους των χεριών του. Ήταν πανέμορφη καθώς χόρευε μπροστά του και ανέβλυζε μια ζεστή παγωνιά!
Μια ανάμνηση ξεπήδησε απ’ το σχεδόν άδειο ασυνείδητό του. Σε κάποια άλλη ζωή, ένα τυχαίο συμβάν είχε πυροδοτήσει την εμφάνιση της Δύναμης. Το πρόσωπό του παρέμενε ανέκφραστο, δίχως ίχνος έκπληξης. Δεν εντυπωσιάστηκε από την ύπαρξη της Δυνάμεως, αλλά την δέχτηκε με όλη του την καρδιά. Όπως αυτή χτυπάει δυνατά και σταθερά, έτσι και τα χέρια του εκπέμπουν την Δύναμη.
«Μάλιστα! Τι άλλο;»
 Ανακάθισε στο κρεβάτι και ο τεράστιος καθρέπτης απέναντί τράβηξε το ενδιαφέρον του. Κοίταξε καλύτερα, αλλά δεν υπήρχε παρά η αντανάκλασή του. Το είδωλό του τον κοίταζε κατάματα. Ένας κοφτός, υπόκωφος ήχος, σαν παράσιτο ραδιοφώνου, απέσπασε την προσοχή του. Δεν διέκρινε όμως τίποτα στον μεγάλο καθρέπτη. Ήταν οι δυο τους, αυτός και το είδωλό του. Ο ήχος ξανακούστηκε λίγο πιο δυνατός και καθαρός, αλλά σταμάτησε και πάλι.
«Το σήμα είναι πολύ αδύναμο», σκέφτηκε κυνικά. Προσπάθησε να ακούσει καλύτερα. Τέντωσε τον λαιμό του προς τον καθρέπτη, του φάνηκε ότι από εκεί προήλθε ο ήχος, με τα αυτιά του σαν κεραίες. Τίποτα. Με μικρές γρήγορες κινήσεις γύρισε το κεφάλι του δεξιά, αριστερά, σε διάφορες κατευθύνσεις ψάχνοντας για την πηγή του ήχου. Τίποτα και πάλι!
Έκανε μια απλή σκέψη και έκλεισε τα μάτια με το είδωλό του να ανταποκρίνεται άμεσα. Είπε να δοκιμάσει αντί με τα αυτιά να ακούσει με το μυαλό του. Δεν είχε τίποτα να χάσει κι έτσι ξανάνοιξε τα μάτια του, χαζεύοντας την αντανάκλασή του. Το είδωλο παρέμενε ανέκφραστο και ψυχρό κοιτάζοντας τον κατευθείαν μες τα μάτια. Ξαφνικά το ραδιόφωνο στο μυαλό του άνοιξε και άκουσε μια φωνή βραχνή, πνιχτή:
«Τι κάνει; Κοιτάζει τον εαυτό του ή μπορεί να δει πίσω απ’ το τζάμι;»
Η φωνή του φάνηκε απροσδιόριστα γνωστή και θεώρησε αγένεια να μην της απαντήσει.
«Δεν μπορώ να δω πίσω απ’ το τζάμι, αλλά σε ακούω!»
Ο γιατρός είχε ακούσει για αυτή του την ικανότητα, αλλά η πρωτόγνωρη αίσθηση του μαγικού και ανεπανάληπτου, τον έκανε να πισωπατήσει φοβισμένος, αντιμέτωπος για μια ακόμη φορά με το ανεξήγητο. Τέσσερεις εβδομάδες τον παρακολουθούσε, σχεδόν μέρα νύχτα, και η κατάσταση του δεν είχε αλλάξει καθόλου. Η θερμοκρασία του ήταν σταθερή κοντά στους μηδέν βαθμούς και η καρδιά του χτυπούσε με έναν χτύπο στο ενάμιση λεπτό. Μέχρι πριν από λίγο που τον είδε να σηκώνεται ξαφνικά.
Είχε απορροφηθεί διαβάζοντας ένα επιστημονικό περιοδικό και σκεπτόταν, εκτός του πόσο τυχερός ήταν για την εμπειρία του, και συνάμα πόσο άτυχος ήταν που δεν μπορούσε να την μοιραστεί με κάποιον. Ούτε καν με την γυναίκα του, πόσο μάλλον σε ένα διεθνές συνέδριο! Δεν είχε διακρίνει λοιπόν στην οθόνη τα μουσκεμένα σεντόνια και το υγρό, που θύμιζε αίμα, καθώς έσταζε ρυθμικά από αυτά.
«Ποιος είσαι; Που βρίσκομαι; Εμφανίσου μπροστά μου» άκουσε την σκληρή κι επιτακτική φωνή ο γιατρός.
Σε λίγα δευτερόλεπτα, η πόρτα του δωματίου άνοιξε και ο γιατρός μπήκε μέσα. Φοβισμένος καθώς ήταν από το ψυχρό βλέμμα και την απειλητική φωνή του Πλάτων, από την καθάρια κι ακτινοβολούσα μορφή του, ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο και σύρθηκε λίγα μέτρα παράλληλα με το κρεβάτι του, φτάνοντας απέναντί του. Είχε καταλάβει ότι ο νέος μπροστά του είχε κάτι το διαφορετικό. Μπορεί η εμφάνιση και η φωνή του να ήταν ίδια με πριν, κάτι όμως είχε αλλάξει. Ίσως τα μάτια του, σίγουρα ο τόνος της φωνής του, οπωσδήποτε οι απόλυτες κινήσεις του. Κοίταζε ακόμη ευθεία μπροστά, στον καθρέπτη,  όταν ο γιατρός βρέθηκε στα δεξιά του.  Προσπάθησε να χαλαρώσει. Τι τον είχε πιάσει ξαφνικά; Τον είχε γνωρίσει αυτόν τον νέο, ο οποίος μάλιστα τον είχε ευχαριστήσει πριν λίγο καιρό για την βοήθεια που πρόσφερε στην κοπελιά του. Δεν υπήρχε κανένας λόγος ανησυχίας!
Απότομα ο Πλάτων, καθισμένος στο κρεβάτι με το σώμα του στραμμένο μπροστά, γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος του και τα μάτια του ακτινοβολούσαν σαν μαύρα διαμάντια στο φώς του ήλιου! Η εικόνα που αντίκρισε  ο γιατρός έκανε την ψυχή του να τρομοκρατηθεί, λιποψύχησε και προσπάθησε ενστικτωδώς να κινηθεί προς την έξοδο. Πάγωσε πριν προλάβει καν να γυρίσει και η έκφραση πανικού σβήστηκε απ’ το πρόσωπό του. Την αντικατέστησε η πλήρης απάθεια, την ώρα που ο Πλάτων διάβαζε με μανία το μυαλό του. Είδε και έμαθε πολλά για την κατάσταση που επικρατούσε, για ότι είχε συμβεί τις τελευταίες εβδομάδες αφότου είχε πέσει σε νάρκη.
Σαν λυσσασμένο σκυλί έψαχνε βίαια κάθε σκέψη, επιθυμία, ανάμνηση του γιατρού, αδιαφο-ρώντας για το γεγονός ότι από τα ρουθούνια του ξεκίνησε να τρέχει καθαρό αίμα. Θα τον ξέσκιζε μέχρι να δει τι υπάρχει στον πυρήνα του χωρίς έλεος, χωρίς ενδιαφέρον για τις συνέπειες. Πιθανόν θα τον σκότωνε, αν δεν αντιλαμβανόταν πάνω στην μανία του κάποιον να προβάλει στην είσοδο της πόρτας. Παράτησε τον γιατρό και στράφηκε, με διάθεση μάχης προς τον εισβολέα. Είδε ένα κορίτσι, για κλάσματα δευτερολέπτου σκέφτηκε ότι ήταν πανέμορφη, σαν θεά, και χωρίς δεύτερη σκέψη εισέβαλλε στο μυαλό της, ενώ η λεκανίτσα με το ζεστό νερό, η καθαρή πετσέτα και τα μωρομάντηλα που χρησιμοποιούσε κάθε πρωί για να τον πλύνει, έπεσαν απότομα απ’ τα χέρια της!

                                                                       17

Σάστισε στην εικόνα που πρόβαλε απρόσμενα μπροστά της, καθώς ετοιμαζόταν να μπει στο δωμάτιο. Ο γιατρός στεκόταν ακίνητος και ανέκφραστος κολλημένος πάνω στον τοίχο, με ένα κόκκινο ποτάμι να ρέει από τα ρουθούνια του, βάφοντας τα ρούχα του και στάζοντας στο πάτωμα. Τα χέρια του κρέμονταν νεκρά πλάι στο κορμί του, το οποίο έτρεμε. Έμεινε ακίνητη στην είσοδο, με έναν ξεχασμένο φόβο να κάνει δειλά την εμφάνισή του και διέκρινε τον Πλάτων να τον καρφώνει με βλέμμα αρπακτικού. Αστραπιαία γύρισε προς το μέρος της και τα μάτια του, που δεν ήταν αυτά τα βαθυγάλανα μάτια που ερωτεύτηκε, αλλά είχαν αντικατασταθεί από δυο στρογγυλούς κι εκτυφλωτικούς μαύρους ήλιους, την παρέλυσαν. Της φάνηκε πως τα είδε να παίρνουν την γνώριμη ανθρώπινη μορφή και το μπλε τους χρώμα, μόνο για μια στιγμή
«Θεέ μου πόσο όμορφος είναι!»
 και μετά, ξανά σαν μαύροι ήλιοι, ο Πλάτων εισέβαλλε μέσα της!
Με την ταχύτητα του φωτός ταξίδεψε στα δωμάτια του μυαλού της, σπάζοντας βίαια όλες τις πόρτες, με μια ακόρεστη δίψα να μάθει. Την είδε να έρχεται καθημερινά με τα σύνεργα της, αυτά που τις είχαν πέσει απ’ τα χέρια και να τον περιποιείται στοργικά. Τον φιλούσε στα χείλη και έφευγε πάντα με έναν κόμπο στο στομάχι.
Την είδε να κάθεται σιωπηλή στο δωμάτιό της και να αγναντεύει την γαλάζια θάλασσα μακριά ονειροπολώντας. Συχνά καθόταν στο μπαλκόνι, ακουμπισμένη στον τοίχο, διαβάζοντας ένα βιβλίο και χαϊδεύοντας την κοιλιά της. Ένιωσε το κορίτσι να αντιστέκεται, πολύ περισσότερο από τον γιατρό και του φάνηκε περίεργο. Κάτι προσπαθούσε να κρύψει … ή ίσως να προστατέψει! Χτύπησε ανέλπιστα πάνω σε μια πόρτα διαφορετική από τις άλλες. Στον πραγματικό κόσμο θα λέγαμε ότι ήταν θωρακισμένη, όμως αυτή είχε κάτι περισσότερο. Κάτι άυλο και πανίσχυρο, σαν το υλικό των ονείρων. Μια ψυχική σύνδεση!
Δεν του ήταν δύσκολο και δεν δίστασε ούτε για μια στιγμή. Την έσπασε και πέρασε μέσα της ορμητικά. Το κορίτσι κατέρρευσε με το αίμα να τρέχει ποτάμι κι αυτός βρέθηκε στο πιο φιλόξενο περιβάλλον που είχε βρεθεί ποτέ, απ’ όταν άφησε την μήτρα της μητέρας του. Μια υπέροχη λιακάδα, απέραντο, καθαρό γαλάζιο του ουρανού, ζωντανά, καταπράσινα λιβάδια. Ένας τόπος ονειρικός. Στην σκιά ενός πελώριου δέντρου τρείς φιγούρες βρισκόταν ξαπλωμένες στο ψηλό γρασίδι. Το πανέμορφο κορίτσι, φορώντας ένα λευκό φόρεμα γέλαγε με την ψυχή της, καθώς κυλιόνταν πάνω στην Γη μας. Με το αριστερό της χέρι κρατούσε ένα μικρότερο απαλό χεράκι. Ένα κοριτσάκι τριών περίπου χρονών, φορώντας κι αυτή ένα άσπρο φορεματάκι και μια ροζ κορδέλα στα ξανθά της μαλλιά ξεκαρδιζόταν στο γέλιο κοιτώντας την μαμά της. Στράφηκαν κι οι δυο τους, ακόμη χαχανίζοντας στα αριστερά τους, όπου κείτονταν ένας νέος, με το κεφάλι του ακουμπισμένο στο δεξί του χέρι και την έκφραση της απόλυτης ευτυχίας στο πρόσωπό του. Το πρόσωπο αυτό έλαμπε. Kαι ήταν το δικό του πρόσωπο. Το κορίτσι λέγονταν Νεφέλη, ήταν πέντε εβδομάδων έγκυος και αυτός ήταν ο πατέρας του μωρού.
Σταμάτησε με μιας και πήδηξε σαν αίλουρος, γυμνός προς το κορίτσι, που είχε σωριαστεί στο πάτωμα. Γονάτισε και την πήρε στην αγκαλιά του. Ύστερα ήρθε και η σκέψη. Αγαπούσε αυτό το κορίτσι και τον σπόρο που κουβαλούσε μέσα της. Στην προηγούμενη ζωή του, αλλά και τώρα. Συνδέθηκε ξανά μαζί της και προσπάθησε, με απόλυτη επιτυχία, να κλείσει τις σπασμένες πόρτες του μυαλού της. Η αιμορραγία σταμάτησε και το κορίτσι συνήλθε, νιώθοντας μια απίστευτη ζαλάδα, που της προκαλούσε τάση για εμετό. Άγγιξε την κοιλιά της, αισθανόμενος την καρδούλα του μωρού να χτυπάει. Ικανοποιημένος άρχισε να την φυλάει  αδιαφορώντας για το αίμα που κάλυπτε τα χείλη της, καθώς και όλο το κάτω μέρος του προσώπου της.Η εικόνα που είδε ο μισολιπόθυμος γιατρός, που κείτονταν πεσμένος στο πάτωμα και προ-σπαθούσε να συνέλθει παίρνοντας βαθιές ανάσες παρέπεμπε σε ταινία με βρικόλακες, που ηδονίζονται στον υπέρτατο βαθμό με την γεύση του αίματος. Γεύση που είχε και ο ίδιος εκείνη την στιγμή στο στόμα του. Ο Πλάτων φιλούσε με πάθος το κορίτσι, περιφέροντας την γλώσσα και τα χείλη του στο πρόσωπό της, χαϊδεύοντας την με την μύτη και το μέτωπό του.
-Πλάτων, αποκρίθηκε ο γιατρός, στηριζόμενος στα τέσσερα, κάνοντας προσπάθεια να σταθεί στα πόδια του.
Ο νέος γύρισε απότομα, με το ίδιο βλέμμα αρπακτικού, αλλά με μάτια ανθρώπινα τώρα και πρόσωπο μουτζουρωμένο από αίμα σαν λύκος, μόλις βγάζει το κεφάλι από την κοιλιά του θύματός του. Εξίσου ξαφνικά (οι κινήσεις και οι μεταβολές των εκφράσεών του ήταν απίστευτα γρήγορες) το πρόσωπό του μαλάκωσε. Έσκασε κι ένα  χαμόγελο στα γρήγορα και μετά σοβάρεψε.
-Γεια σου, γιατρέ. Με συγχωρείς για ότι συνέβη προηγουμένως, αλλά έπρεπε να μάθω και ήσουν ο πρώτος που είδα. Είσαι καλά, ρώτησε γρήγορα, σχεδόν αδιαφορώντας για την απάντηση του πληγωμένου γιατρού και ξαναγύρισε στο κορίτσι γλείφοντας την στο πρόσωπο.
Η Νεφέλη ανταποκρινόμενη στα χάδια, τα φιλιά και την περιποίηση των ψυχικών της τραυμάτων δεν άργησε να συνέλθει αρκετά, ώστε να μιλήσει.
-Πλάτων! Τι συνέβη; Είσαι καλά; Γιατί το έκανες αυτό, ρώτησε κοιτώντας τον διστακτικά στα μάτια. Έμοιαζαν ανθρώπινα, όπως όλων, και η εκτυφλωτική τους λάμψη είχε χαθεί.
-Τώρα είμαι υπέροχα, Νεφέλη! Καλύτερα από ποτέ, αποκρίθηκε αγκαλιάζοντάς την δυνατά πάνω στο υγρό του σώμα.
Άπλωσε την παλάμη του και άγγιξε την κοιλιά της, χαϊδεύοντας στοργικά το δέρμα ακριβώς πάνω από το μωρό της. Η Νεφέλη, μες την ομίχλη του μυαλού της, ένιωσε ένα χτύπημα, μια μικροσκοπική κλωτσιά στα σωθικά της. Στράφηκε προς τον Πλάτων και τον είδε να χαμογελά με μάτια σφαλιστά. Το μωρό κουνιόταν μέσα της και για μια στιγμή είχε την υποψία ότι προσπαθούσε να φτάσει το χέρι του. Το φαντάστηκε να κουνάει τα μικροσκοπικά χεράκια και ποδαράκια του, αγωνιζόμενο να φτάσει την πηγή της απόλυτης και στοργικής ασφάλειας, όμως ο άτιμος ο πλακούντας δημιουργούσε ένα φυσικό και αδιαπέραστο εμπόδιο.
Ο Πλάτων απομάκρυνε το χέρι του και η Νεφέλη αισθάνθηκε μια τελευταία κλωτσιά, μάλλον στο αριστερό της νεφρό, που πυροδότησε έναν στιγμιαίο πόνο κι ύστερα το μωρό ηρέμησε επιστρέφοντας στην εμβρυική του στάση. Χαμογελώντας ακόμη ο Πλάτων την κοίταξε και της είπε:
-Θα γίνει πανέμορφη … σαν την μητέρα της, πρόσθεσε χαμηλόφωνα κοιτάζοντας με αγάπη και τρυφερότητα την Νεφέλη. Αυτή τον έσφιξε δυνατά, προσπαθώντας με αγωνία να πνίξει ένα αίσθημα αμφιβολίας, που προσπαθούσε να εκφραστεί. Δεν έπρεπε σε καμιά περίπτωση όμως να το επιτρέψει. Δεν ήξερε γιατί, αλλά όφειλε να το καταπνίξει πριν η αγαλλίαση που αισθανόταν ο Πλάτων παραχωρούσε την, προσωρινή ομολογουμένως, θέση της μες το μυαλό του στον απόλυτο έλεγχο των συναισθημάτων του!

                                                                            18

Ησυχία επικρατούσε στον Λευκό οίκο από την στιγμή που ο ήλιος κρύφτηκε στον ορίζοντα. Όλοι κοιμόντουσαν, (εννοείτε εκτός των ανδρών της ασφάλειας) μόνο ο πρόεδρος των ΗΠΑ καθόταν σκεφτικός, φορώντας τις μεταξωτές του πιτζάμες, στο γραφείο του ψάχνοντας αγωνιωδώς έναν τρόπο να αντιστρέψει την κατρακύλα στην οποία είχε περιέλθει η κυβέρνησή του και κυρίως (αυτό ήταν το βασικό μέλημά του) το όνομά του. Σε ένα χρόνο η δεύτερη θητεία του τελείωνε και το μόνο για το οποίο θα τον κατέγραφε η παγκόσμια Ιστορία ήταν το δεύτερο Βιετνάμ, το Αφγανιστάν, ο αχρείαστος πόλεμος με το Ιράκ και τους χιλιάδες νεκρούς, τις χήρες τα ορφανά και τους σακάτες που δημιούργησε, καθώς και η ανεπανάληπτη οικονομική κρίση στην οποία οδήγησε η αφελής πολιτική του. Θα τον μνημόνευαν βεβαίως λίγοι και για  την τεράστια συνεισφορά του στα κέρδη τους, σαν το υπάκουο σκυλάκι του Κεφαλαίου!
Κι όλα αυτά, η δυστυχία και η οδύνη, ο ανείπωτος πόνος, η βαρβαρότητα, η κτηνοποίηση του ανθρώπου μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσει τους εργοδότες του. Όχι τους πολίτες της χώρας του, αλλά ένα κλειστό κύκλωμα ελέγχου της παγκόσμιας εξουσίας με μόνο στόχο την συσσώρευση του Κεφαλαίου. Ένα κύκλωμα όρνεων, που τρέφονταν απ’ το κουφάρι της ανθρωπότητας! Αντί να κάνει αυτό για το οποίο τον είχε εκλέξει ο λαός της Αμερικής. Για να υπερασπίζεται τα συμφέροντά τους, για να δημιουργεί πλούτο και να τον διανέμει αξιοκρατικά. Αν η πολιτική είναι όντως η τέχνη του εφικτού, τότε αυτός ήταν σίγουρα ο πιο ατάλαντος άνθρωπος στο σύμπαν!
Είχε αρχίσει τελευταία να το συνειδητοποιεί. Αργά. Ήταν πολύ αργά, αλλά … Σήκωσε το κρυστάλλινο ποτήρι και ήπιε μια γερή γουλιά απ’ το αγαπημένο του σύντροφο σε τέτοιες στιγμές, το ουίσκι του. Το υγρό κύλησε γοργά στον λαιμό του, καίγοντας τον  και στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα στο κρανίο του. Ο κόσμος τον μισούσε! Αυτό ήταν ξεκάθαρο και δεν έτρεφε αυταπάτες ότι θα άλλαζε έτσι απλά. Απ’ άκρη σ’ άκρη της Γης άνθρωποι διαδήλωναν καθημερινά για κάθε πιθανή αιτία σχετιζόμενη με τις πολιτικές του ή για να ακριβολογούμε για την απουσία πολιτικής. Το όνομά του συνδυάζονταν πάντα με τα πιο χυδαία λόγια, είχε γίνει πλέον συνώνυμο με όλα τα στραβά κι ανάποδα στις ζωές των ανθρώπων. Κι αυτός ζούσε κλεισμένος στο πολυτελές κλουβί του, εκτελώντας εντολές, σαν πίθηκος του τσίρκου. Και το ήξερε!
Χρειαζόταν κάτι συνταρακτικό, κάτι αξιομνημόνευτο, κάτι που θα άλλαζε, θα μαλάκωνε τις καρδιές των ανθρώπων. Δεν ζητούσε συγχωροχάρτι, αλλά να πέσει στα μαλακά, όπως λένε και οι δικηγόροι. Η Ιστορία ίσως του επιφύλασσε μια τελευταία ευκαιρία, μια ευκαιρία που πίστευε ότι είχε βρει στο πρόσωπο του νέου από την Ελλάδα, για να τον βγάλει από την δίνη στην οποία  είχε περιέλθει.
Ευθύς μόλις έμαθε για τον Πλάτων, ανενεργά εδώ και χρόνια κέντρα του εγκεφάλου του πήραν μπρός, ξαναφέρνοντας στο προσκήνιο έννοιες όπως εγωισμός, υστεροφημία, γενναιό-τητα και θάρρος. Πάνω απ’ όλα θάρρος να αντιτεθεί στους εργοδότες του, αδιαφορώντας για τις συνέπειες, με μοναδικό στόχο να καθαρίσει το όνομά του απ’ τα μαύρα κατάστιχα της Ιστορίας. Βέβαια τα θέλω των εργοδοτών του ήταν ακριβώς τα ίδια με τα δικά του στην προκειμένη περίπτωση, αλλά για πρώτη φορά ένιωθε ότι θα έκανε κάτι που ήθελε οργισμένα.
Και η προοπτική που του έδωσε ο αιδεσιμότατος Ιάκωβος ήρθε σαν μάννα εξ ουρανού. Θα είχε την ευκαιρία να αλλάξει με τις πράξεις του το μελάνι της Ιστορίας και να γράψει το όνομά του με χρυσά γράμματα. Θα κατέστρεφε τον Αντίχριστο, ακόμη κι αν χρειαζόταν να στρέψει κατά πάνω του όλες τις πυρηνικές κεφαλές που διέθετε το πυρηνικό οπλοστάσιο της Υπερδύναμης. Ήταν διατεθειμένος να εξαλείψει από τον χάρτη μια χώρα, ίσως και μια ολόκληρη ήπειρο για χάρη της ματαιοδοξίας του!
Σίγουρα ήταν θρήσκος και σίγουρα πίστευε τυφλά ότι ο νέος αυτός, που δεν είχε συναντήσει ποτέ στην ζωή του, ο νέος που τύχαινε να έχει γεννηθεί διαφορετικός από τους άλλους, έπρεπε να πεθάνει. Να θυσιαστεί!
«Κι αν όντως είναι ο Αντίχριστος τόσο το καλύτερο!» σκέφτηκε με την προτροπή μιας ακόμη γουλιάς απ’ το υπέροχο υγρό της φωτιάς, που έκαιγε μέσα του, και κυρίως κατέκαιγε τις τύψεις μες το κρανίο του.
Άκουσε με προσοχή τα επιχειρήματα του αιδεσιμότατου, ο οποίος του είπε όσα έλπιζε να ακούσει και του φάνηκαν τόσο ισχυρά, σχεδόν αυτονόητα. Είχε πλέον έναν ρόλο και μάλιστα πρωταγωνιστικό στην υπόθεση αυτή, παράλληλα με την συναίνεση του Συστήματος. Θα πίεζε, όπως τον συμβούλεψε ο αιδεσιμότατος Ιάκωβος, και τους συμμάχους της χώρας του, ώστε όλοι μαζί να κυνηγήσουν τον Πλάτων πάση θυσία. Δεν θα ήταν δύσκολο, αλλά χρειαζόταν οι κατάλληλοι στρατηγικοί και πολιτικοί ελιγμοί, ώστε να πείσουν κι άλλους χωρίς να θεωρηθούν παράφρονες και ο κόσμος στραφεί εντέλλει εναντίων τους. Δεν μπορούσαν απλά και μόνο να πουν ότι ήθελαν να εξοντώσουν τον Αντίχριστο, γιατί υπήρχαν και άνθρωποι, ισχυροί άνθρωποι τους οποίους χρειαζόταν, που δεν θα ενστερνιζόταν τις πεποιθήσεις τους.
Υπομονή λοιπόν! Υπομονή και μεθοδικότητα. Ήξερε ότι ο καλύτερος πράκτοράς του βρισκόταν στο κατόπι του εχθρού τους και μετά από παρότρυνση του αιδεσιμότατου αποφάσισε να αναλάβει ο ίδιος την αποκλειστική επικοινωνία μαζί του. Από εδώ και  στο εξής όσον αφορά την υπηρεσία Εθνικής Ασφαλείας και τους αρμοδίους ο πράκτορας αγνοείτο. Ο μόνος που θα είχε άμεση επαφή μαζί του και στον οποίο θα λογοδοτούσε θα ήταν αυτός, ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ!
-Η αποστολή του είναι κοσμοϊστορικής σημασίας για να διακινδυνέψουμε το παραμικρό, δια-μαρτυρήθηκε έντονα ο αιδεσιμότατος Ιάκωβος στον πρόεδρο που τον άκουγε λες και βρισκόταν σε κατήχηση.
Κατήχηση με αλκοόλ, ο τέλειος συνδυασμός! Πάρε έναν εθισμένο άνθρωπο και δημιούργησε ένα σωσίβιο μες το θολωμένο μυαλό του! Ανεξαρτήτως ονόματος του σωσιβίου, είτε αυτό λέγεται ¨θεός¨, είτε λέγεται "ιπτάμενο αστακομακαρονοτέρας" το αποτέλεσμα θα είναι ένας ευνουχισμένος άνθρωπος, ένας σκλάβος, έτοιμος να κάνει τα πάντα για την εξιλέωσή του!
Συζητούσαν χαμηλόφωνα οι δυο τους για πάνω από δυο ώρες μετά από απαίτηση του ιερέα, ο οποίος ύφαινε σιγά-σιγά ένα δίχτυ, σαν θεϊκή αράχνη, μια μαύρη χήρα σταλμένη απ’ τον Θεό, μέσα στο οποίο ευελπιστούσε ότι θα έπιανε τον Αντίχριστο. Μια παγίδα! Έναν αντιπερισπασμό! Ήταν ο μόνος τρόπος για να δώσουν στον πράκτορα, την φονική μηχανή  που καραδοκούσε στο σκοτάδι, μια ευκαιρία. Την ευκαιρία να τον εξοντώσει πριν καταφέρει να κυριαρχήσει στον πλανήτη.
-Ξεκινήστε τις επαφές με τους ηγέτες του δυτικού κόσμου, κύριε πρόεδρε. Πρέπει να χτίσουμε ένα κλίμα εναντίων του. Αργά και μεθοδικά! Πρώτα θα χτυπήσουμε τον πρωθυπουργό της χώρας του εκεί που πονάει. Στην οικονομία και την αξιοπιστία! Πρέπει ο ίδιος τους ο λαός να τους στριμώξει στην γωνιά. Ξέρω ότι είναι πολύ δύσκολο, ποιος θα σκεφτόταν καν να στραφεί εναντίων ενός πανίσχυρου και τρομακτικού νέου; Μα ποιος άλλος από αυτόν που φοβάται για το μέλλον των παιδιών του. Πρέπει οι Έλληνες να αρχίσουν να φοβούνται, γιατί το ισχυρότερο όπλο στο σύμπαν είναι ο φόβος. Και μάλιστα ο φόβος για το άγνωστο και την επιβίωση!

Δεν υπάρχουν σχόλια: