Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΝΟ 14


                                                                        9

Απ’ άκρη σ’ άκρη, σε όλον τον πλανήτη, η  ονειρική εικόνα του Πλάτων, να αμύνεται επιτυ-χημένα κι εξωπραγματικά απέναντι σε μια επίθεση που θα  ισοδυναμούσε με σίγουρο θάνατο για κάθε άλλον άνθρωπο, αναπαραγόταν διαρκώς. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ήταν αδύνατο να ελεγχθούν, όσο κι αν το επιθυμούσαν κάποιες κυβερνήσεις. Το αμείλικτο στιγμιότυπο, που απεικόνιζε τον υπεράνθρωπο νεαρό σε θέση άμυνας και μια σφαίρα να τσακίζεται λίγα χιλιοστά απ’ το σώμα του δεν χωρούσε αμφιβολίες. Έγινε ξεκάθαρο σε όλους ότι αυτός ο νέος είχε έρθει για να μείνει. Το μόνο που δεν φανταζόταν, παρά μόνο αμυδρά, ρουφώντας λαίμαργα την εικόνα του, ήταν η επίδραση που ήδη είχε στις ζωές τους. Ένας άνθρωπος, που δεν κινούσε τις δυνάμεις της φύσης σαν άλλος Μωυσής, αλλά κοινωνικές δυνάμεις κι εκατομμύρια ανθρώπινα όντα, με την δύναμη των λόγων του και την δύναμη της παρουσίας του!
Ολόκληρος ο πλανήτης πλημμύρησε από εκατομμύρια συναισθήματα. Οι κυρίαρχες δυνάμεις, εκφρασμένες στα άψυχα και κρεμασμένα πρόσωπα του προέδρου της Αμερικής και του αιδεσιμότατου Ιάκωβου ένιωσαν για πρώτη φορά φόβο για το άγνωστο και το ανεπανάληπτο. Απόγνωση για το ομιχλώδες μέλλον, που τους κυρίευε γοργά και μεθοδικά. Τα λόγια του ήταν κόλαφος για το παρασιτικό σύστημα τους. Τα γρανάζια του Συστήματος, οι εργοδότες του προέδρου των ΗΠΑ και των ηγετών των μεγάλων δυνάμεων, αποφάσισαν ότι ο χρόνος είχε τελειώσει. Έμενε μόνο μια αποφασιστική και συντριπτική κίνηση. Ο πόλεμος!
Από την άλλη πλευρά, οι οραματιστές μιας καλύτερης ανθρωπότητας βίωσαν τον γλυκό θάνατο της ελπίδας μέσα τους και την αντικατάστασή της από την βέβαιη γνώση ότι το αύριο ήταν παρόν. Γιατί τι είναι η ελπίδα; Δεν είναι απλώς η ακόρεστη επιθυμία για την επίτευξη κάποιου ονειρικού στόχου, οποιουδήποτε στόχου; Και μήπως δεν εξαντλείται ο ρόλος της με την σπάνια επίτευξη αυτού του στόχου; Τι νόημα θα είχε η ελπίδα στις ψυχές των ανθρώπων που ήξεραν μέσα τους ότι ο στόχος επετεύχθη; Πολλοί μπορεί να μην το έβλεπαν, ήταν όμως γεγονός!
Οι οπαδοί της Νέας Εποχής άρχισαν να πληθαίνουν θεαματικά μετά την καταλυτική επίδραση της εμπειρίας του Πλάτων. Δεν επρόκειτο πλέον για μια νεοεποχιακή φαντασιοπληξία, αλλά για ένα πραγματικό γεγονός. Η εικόνα και τα λόγια του έγιναν βίωμα και το αναπόφευκτο ήταν ήδη παρόν.

Η Νεφέλη κοιτούσε χαμογελαστή την οθόνη της τηλεόρασης και η επιθυμία της να αγγίξει το τρυφερό του δέρμα, να νιώσει τα χάδια και την αγκαλιά του, να γίνουν και πάλι ένα έφτασε στον ύψιστο βαθμό. Η καρδιά της έλιωνε από επιθυμία. Μια υποβόσκουσα ματαιοδοξία έκανε και πάλι την εμφάνισή της. Τον ήθελε δικό της, αποκλειστικά δικό της, αυτόν τον άνθρωπο του αύριο. Μπορεί αυτός να έχει μια αγκαλιά για όλο τον κόσμο, όμως η Νεφέλη ήθελε την αγκαλιά του μόνο δικιά της. Κατανοούσε απόλυτα ότι η επιθυμία της ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί, αλλά κανείς δεν μπορούσε να λογοκρίνει το μυαλό της, τις σκέψεις και τα όνειρα της! Ποιόν βλάπτουν εξάλλου; Κανέναν, παρά μόνο την καρδιά της!
Παρακαλούσε να φτάσει όσο πιο γρήγορα γινόταν η στιγμή της γέννησης του παιδιού τους. Ήταν σίγουρη ότι τότε θα τον ξανάβλεπε. Πρόσμενε με αγωνία την στιγμή, που θα βρισκόντουσαν όλοι μαζί, οι τρείς τους, σαν μια πραγματική οικογένεια. Δεν ήξερε τότε, ότι το έμβρυο μέσα της ολοκλήρωνε, νωρίτερα από κάθε προσδοκία, την ανάπτυξή του και η στιγμή που ονειρεύονταν πλησίαζε γοργά, πολύ γοργά.

Ο Πλάτων όμως το ένιωσε ξεκάθαρα. Περιμένοντας μόνος του, το επόμενο πρωί από την ομιλία, στο γυάλινο δωμάτιο του τελευταίου ορόφου του ψηλότερου κτιρίου της πόλης(του οποίου η κατασκευή είχε σχεδόν ολοκληρωθεί, όταν αποφάσισε σε συνεννόηση με τον πρωθυπουργό να το απαλλοτριώσουν με συνοπτικές διαδικασίες και να το διαμορφώσουν κατάλληλα οι επιστήμονες, ώστε να χρησιμεύσει στο κυριότερο κομμάτι του έργου τους. Θα επιστρεφόταν στους ιδιοκτήτες, αφού όλα τελείωναν. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο!),  ένιωσε τον χρόνο να τελειώνει και τα απομεινάρια του να γλιστράν αναπόφευκτα στο τίποτα, πριν αυτός προλάβει να αντιδράσει, πριν προλάβει να τελειώσει αυτό που ξεκίνησε. Χαζεύοντας την πόλη, που ξυπνούσε, σχεδόν βίωνε το ασφυκτικό κι αποπνικτικό αίσθημα του τέλους,  συνοδευόμενο από την αναπάντεχη αγαλλίαση μιας καινούριας αρχής.
Κοιτούσε απ’ το ψηλότερο σημείο της την χαοτική τσιμεντούπολη, η οποία σκαρφάλωνε πάνω στον αρχαίο κορμό της, βγάζοντας άναρχα κλαδιά και καθώς αυτά μεγάλωναν ασταμάτητα τον τελευταίο αιώνα παρουσίαζε μια όψη τερατώδη, ήταν κι αυτή γνήσιο τέκνο της εποχής της λοιπόν! Ένιωθε (και ήταν) ο άρχοντας αυτής της πόλης, που ξεφούσκωνε ανίδεη σαν παγώνι από καμάρι. Κάπως έτσι πρέπει να αισθανόταν οι μυθικοί βασιλιάδες της αρχαιότητας, καθισμένοι στον θρόνο τους κι επιβλέποντας από μακριά, πίσω απ΄ την γυάλα της εξουσίας τους, την πολιτεία που κυβερνούσαν. Στην Αίγυπτο, στην Περσία, στην Κίνα και τις Ινδίες. Πανίσχυροι, ανίκητοι ηγέτες με ορδές από ορκισμένους μέχρι θανάτου μαχητές. Αυτός όμως ήταν μόνος. Δεν είχε άλλον στρατό πέρα απ’ την καρδιά του. Αυτή την μαχητική κι ανήσυχη καρδιά, τον αιώνιο πολεμιστή της σάρκας που παλεύει να γίνει πνεύμα!
Παρατηρούσε απέναντι του τον ιερό λόφο της Ακρόπολης, που κουβαλούσε πάνω του, εδώ και δυόμιση χιλιάδες χρόνια, ιδέες κι αξίες μιας άλλης εποχής, που σιγοέσβηναν σταδιακά. Πάνω στον λόφο βρίσκεται ο Παρθενώνας και δίπλα στον λόφο τα ερείπια της Αρχαίας Αγοράς. Αποτελούσαν στην αρχαιότητα ένα μικρό κομμάτι γης, μια μικρή τετράγωνη πλατεία, όπου μπήκαν τα θεμέλια ολόκληρου του Δυτικού πολιτισμού. Ιδέες όπως «δημοκρατία», «πολιτική», «οικονομία», «ηθική», «μαθηματικά», «φυσική», «λογική» γεννήθηκαν σ’ αυτήν την πλατεία και μας χάρισαν  απλόχερα την ανύψωση της ζωικής μας ενόρμησης στην Ύπαρξη. Την ζωή μας σε Τέχνη, το να κοινωνούμε στους άλλους την εσωτερική μας ταύτιση με αυτούς!
Η Τέχνη αυτή είχε εκφυλιστεί  βάναυσα τα  τελευταία δυο  χιλιάδες χρόνια και  μια βρωμερή ηθική, αυτή των αδύναμων και αποτυχημένων είχε κυριαρχήσει και σαν επιθετικός καρκίνος οδηγούσε τον Άνθρωπο στο μαράζι και στον αναπόφευκτο θάνατο. Κι όμως μια καινούρια μέρα ξημέρωνε. Μια νέα ισορροπία μεταξύ της Ζωής και της Γης. Ο Άνθρωπος δεν είναι απαραίτητη συνιστώσα στην νέα εξίσωση, ακόμη κι αν λανθασμένα νομίζει το αντίθετο στην σύντομη σαν κλάσμα του δευτερολέπτου παρουσία του πάνω στα δισεκατομμύρια χρόνια ύπαρξης της Γης! Ποτέ δεν ήταν, κι όσο γρηγορότερα το αντιλαμβανόταν αυτό η ανθρωπότητα, τόσο περισσότερες ελπίδες επιβίωσης θα είχε. Ο στόχος του Πλάτων απλός. Να επέμβει στους ίδιους τους νόμους του σύμπαντος, αυτούς που τραβάνε τα πάντα γύρω τους στο χάος και την αταξία! Κατανοούσε ότι μια δημοκρατική κοινωνία θα όφειλε να γνωρίζει ότι δεν υπάρχει εκ των προτέρων δεδομένο και δεν πορεύεται με ασφάλεια προς μια θρησκευτική σωτηρία, ότι ζει και κινείται πάνω στο χάος, γαμώτο ακόμη και η ίδια είναι χάος, χάος το οποίο οφείλει να προσδώσει στον εαυτό του μια πρόσκαιρη μορφή, που αλλάζει όμως με τον χρόνο, που δεν είναι αιώνια και δεν μένει αναλλοίωτη! Το μόνο που ένιωθε ασφυκτικά μέσα του ότι έπρεπε να γίνει ήταν η συσσώρευση τάξης πρώτα στον ανθρώπινο εγκέφαλο κι έπειτα στον ταλαιπωρημένο καμβά του πλανήτη μας. Τι όραμα!
Κι αυτό έκανε ή τουλάχιστον προσπαθούσε να κάνει τους τελευταίους μήνες, αλλά και τώρα έχοντας προγραμματισμένα δυο σημαντικά ραντεβού. Σε λίγη ώρα ο πρωθυπουργός και μαζί του είκοσι άτομα θα κατέφταναν και όλοι μαζί θα πραγματοποιούσαν μια κρίσιμη συνεδρίαση, στην οποία θα καθόριζαν τις επόμενες κινήσεις τους, και κυρίως θα έπαιρναν κάποιες απαραίτητες αποφάσεις.
Πρώτα όμως θα γνώριζε τον εχθρό του ή αυτόν που αποτελούσε τον απεσταλμένο του εχθρού. Τον άνθρωπο που είχε εκχωρήσει την  ελευθερία του και είχε οικιοθελώς υποταχθεί στην βούληση του προέδρου του, δηλαδή του κυβερνήτη του, του ανθρώπου του οποίου ο ρόλος περιοριζόταν και ολοκληρωνόταν στην επιβολή μιας ηθικής και νόμιμης ελευθερίας και ισότητας. Είχε περιέργεια να δει βαθύτερα στον πυρήνα της ύπαρξής του, πως συμβαίνει κι ένας άνθρωπος  αποκηρύσσει την ελευθερία του, κάτι το οποίο ισοδυναμεί με αποκήρυξη της ίδιας της ανθρώπινης φύσης του, και την ισότητα εγκαθιδρύοντας μέσα του αρχές ιεραρχικής υπακοής. Γιατί πως αλλιώς θα οδηγούνταν ένας άνθρωπος στην πράξη αυτή, στην οργανωμένη αφαίρεση ζωής ενός συνανθρώπου, στην δολοφονία κάποιου που δεν είχε ξαναδεί ποτέ του, την ζωή, τα όνειρα και τις σκέψεις του οποίου αγνοούσε!
Βγαίνοντας κανείς απ’ το ασανσέρ στον τελευταίο όροφο αντίκριζε απέναντί του έναν κατάλευκο τοίχο απ’ άκρη σε άκρη του κτιρίου, τουλάχιστον είκοσι μέτρα μήκος, και στο κέντρο δέσποζε μια μαύρη μεταλλική πόρτα. Θα είχε γύρω στα τρία μέτρα πλάτος κι ήταν χωρισμένη σε δύο μέρη. Διασχίζοντας την και μπαίνοντας στον τεράστιο ενιαίο χώρο θα θαμπωνόταν απ’ τον ήλιο, που έπνιγε το δωμάτιο στο φώς. Οι τρεις τοίχοι δεξιά, αριστερά κι απέναντί του ήταν φτιαγμένοι από χοντρό γυαλί. Το γυαλί σκίαζε εν μέρη το δωμάτιο, αλλά το φώς ήταν παρόν όλη την μέρα, καθώς η θέση του χάριζε την δυνατότητα παρατήρησης του αρχέγονου και πατέρα όλων των θεών, του Θεού-Ήλιου. Απ΄ την ανατολή, όπου νικώντας το σκοτάδι μας χάριζε το φως και την ζωή, μέχρι την δύση του, οπότε νικημένος απ’ το σκοτάδι και τον θάνατο, κρύβονταν απ’ τα μάτια μας μέχρι την επόμενη μάχη. Μάχη αιώνια και καθημερινή!
Στο κέντρο του δωματίου δέσποζε ένα τεράστιο, μακρόστενο, επίσης γυάλινο, τραπέζι. Οι δύο κεφαλές του βρισκόταν μια στην ανατολή και η άλλη στην δύση. Απέναντί του, περίπου τρία μέτρα απ’ τον γυάλινο τοίχο και στο μέσο του δωματίου θα παρατηρούσε ένα περίεργο αντικείμενο. Θύμιζε καμπίνα ασανσέρ, χωρίς πόρτα, μπροστά ή πίσω. Τα μεταλλικά τοιχώματα της καμπίνας είχαν περίπου δέκα εκατοστά πάχος και στο κέντρο βρισκόταν μια μεγάλη ασημένια σφαίρα, με διάμετρο περίπου τριάντα εκατοστά, η οποία στηριζόταν σε μια λεπτή μεταλλική δοκό. Δεκάδες χοντρά καλώδια ξεκινούσαν από τα πλάγια τοιχώματα της καμπίνας και κατέληγαν σε ισάριθμες υποδοχές στο πάτωμα, αριστερά και δεξιά της καμπίνας. Στο ταβάνι ακριβώς πάνω απ’ την μηχανή υπήρχαν καμιά δεκαριά μικρές συσκευές. Θύμιζαν μηχανές προβολής. Ένα τεχνολογικό μωσαϊκό, το οποίο ήταν προς το παρόν σβηστό, κοσμούσε την λιτή αίθουσα.
Η μεταλλική πόρτα άνοιξε και ο Οδυσσέας εμφανίστηκε. Πίσω του δυο άντρες συνόδευσαν τον αιχμάλωτο πράκτορα, με χειροπέδες στα χέρια και μια μαύρη κουκούλα στο κεφάλι, τον κάθισαν στην καρέκλα στο κέντρο του τραπεζιού και βγήκαν από το δωμάτιο.  Ο Οδυσσέας τράβηξε απότομα την κουκούλα κι ο πράκτορας έκλεισε ερμητικά τα μάτια του, που δέχτηκαν την ανήλεη επίθεση του φωτός και έφερε εσπευσμένα για βοήθεια τα χέρια του στο ύψος των ματιών του. Ο Οδυσσέας στάθηκε δίπλα του σιωπηλός, μην παίρνοντας τα μάτια του από πάνω του. Αυτός αδυνατώντας να δει το περιφρονητικό βλέμμα στράφηκε στην σκοτεινή φιγούρα, που στεκόταν, με γυρισμένη την πλάτη, απέναντι του.
Η εικόνα καθάρισε σιγά- σιγά, καθώς τα μάτια του προσαρμόστηκαν στο φως, και είδε την μοναχική μορφή ενός άντρα, που έστεκε στο μέσον του πελώριου γυάλινου τοίχου. Δεν είδε μαύρα φτερά ριζωμένα στην πλάτη του, γαμψά νύχια με υπολείμματα από ξεσκισμένες σάρκες, ούτε στριφογυριστά και χοντρά κέρατα να προεξέχουν στο κρανίο του. Δεν θύμιζε σε τίποτα τον Δαίμονα που είχε πλάσει στο μυαλό του, αλλά έναν νέο άντρα, έναν κοινό θνητό. Ήξερε όμως πολύ καλά πως δεν ήταν έτσι. Η ανθρώπινη μορφή του αποτελούσε μια μάσκα, ένα προσωπείο για να ξεγελά τους ανόητους. Όχι όμως κι αυτόν!
Είχε την πλάτη του γυρισμένη, προφανώς αδιαφορώντας πλήρως για την παρουσία του. Ο τοίχος έμοιαζε να τον χωρίζει για πάντα από ότι βρισκόταν στην άλλη μεριά. Αντιθέτως, αυτός ήταν εγκλωβισμένος μαζί του απ’ την ίδια πλευρά του τοίχου. Η σκέψη του αγνόησε για λίγο το πανταχού παρόν φώς. Βρισκόταν τόσο κοντά του τώρα. Το μόνο που έλπιζε, αυτό που ήταν σφηνωμένο στην σκέψη του, ήταν μια ευκαιρία. Το επόμενο πράγμα που του κέντρισε άμεσα το ενδιαφέρον, παρατηρώντας γρήγορα τον χώρο, ήταν η περίεργη μηχανή, που δέσποζε δίπλα απ’ τον εχθρό. Δεν μπόρεσε να κρύψει την απορία και τον προβληματισμό του για την χρήση αυτής της κατασκευής.
«Σ’αρέσει; Αλήθεια, σε ποια ευκαιρία αναφερόσουν πριν; Μια ευκαιρία να κάνεις τι;» άκουσε μες το μυαλό του και γύρισε σπασμωδικά το κεφάλι του στους δυο ακίνητους άντρες, σαν άγριο θηρίο που δεν ξέρει  από πού να προφυλαχθεί.
«Δεν μπορεί να ανήκει σε άνθρωπο αυτή η φωνή. Όχι, αποκλείεται! Τότε…» σκέφτηκε πριν  τον διακόψει απότομα, η ίδια φωνή. Ήρεμη και μελιστάλαχτη θα την χαρακτήριζε.
«Τότε; Αν δεν ανήκει σε άνθρωπο και συγκεκριμένα σε μένα…» είπε ο Πλάτων γυρίζοντας προς το μέρος του, «…τότε σε ποιόν ανήκει;»
-Στον Διάολο, βρυχήθηκε σαστισμένος ο πράκτορας και ο Οδυσσέας δε μπόρεσε να πνίξει ένα μειδίαμα, μείγμα ενόχλησης κι απογοήτευσης.
-Α, μάλιστα. Πιστεύεις δηλαδή ότι είμαι ο Σατανάς, ρώτησε ήρεμα ο Πλάτων και θρονιάστηκε στην καρέκλα ακριβώς απέναντι από τον πράκτορα, κοιτώντας τον χαμογελαστός. Βρισκόταν στα δυο μέτρα τώρα.
-Τι άλλο θα μπορούσες να είσαι; Ποιος άλλος θα ήταν ακόμη ζωντανός μετά τα χθεσινά; Ποιος άλλος θα μιλούσε μες το μυαλό των ανθρώπων, έσκουξε ο πράκτορας αισθανόμενος αηδία για το αποκρουστικό χαμόγελο απέναντί του και νιώθοντας το μίσος να θεριεύει μέσα του, καταπνίγοντας τον όποιο φόβο του προκαλούσε τα πλάσμα απέναντι του.
«Τόσο κοντά!»
-Δεν ξέρω, αποκρίθηκε ειλικρινά ο Πλάτων. Ίσως κάποιος χαρισματικός άνθρωπος, κάποιος … καινούριος άνθρωπος! Ο πρώτος από τους πολλούς που θα ακολουθήσουν σε μια αέναη εξέλιξη του είδους μας.
-Τότε γιατί στρέφεσαι εναντίων της χώρας μου; Γιατί θέλεις να αλλάξεις τον τρόπο ζωής μας; Ποιος σου ζήτησε κάτι τέτοιο, ρώτησε οργισμένος ο πράκτορας.
«Δεν στρέφομαι εναντίων της χώρας σου, Μάικλ!», άκουσε νιώθοντας τις εισόδους του μυαλού του να παραβιάζονται και αγωνίστηκε σκληρά να απωθήσει την εισβολή, ενώ ο Πλάτων σηκώθηκε και κινήθηκε αργά προς το μέρος του χωρίς να παίρνει στιγμή το βλέμμα του από πάνω του.
-Αντιθέτως, η χώρα σου και το σύστημά της στρέφονται ενάντια στο είδος μας. Αυτή η μανία, η ψυχωτική θέληση του κέρδους πάνω από κάθε αίσθημα ανθρωπιάς, αυτός ο πρωτόγονος και ζωώδης πολιτισμός σας στολισμένος με τον μανδύα της τεχνολογίας αποτελεί ύβρη για ανώτερους ανθρώπους, σαν τους εκατοντάδες που έχουν περπατήσει πάνω στον πλανήτη μας. Για ανθρώπους σαν εμένα! Μπορείς να με αποκαλέσεις, όπως θέλεις Μάικλ. Μπορεί όντως να είμαι ο Αντίχριστος, όπως πιστεύεις. Μπορεί να είμαι απλά … ένας Θεός! Ένας Θεός, που σε αντίθεση με τον δικό σου, δεν θα μείνω με σταυρωμένα τα χέρια βλέποντας τους πιο ποταπούς κι αχρείους του είδους σου να αγωνίζονται σκληρά για την καταστροφή της ζωής πάνω στον πλανήτη. Σε αντίθεση με τον Θεό σου, εγώ θα καταστρέψω το κακό και θα ξεριζώσω την ζωώδη καρδιά απ’ τα στήθη όλων των ανθρώπων για χάρη έστω ενός ονείρου. Θα φυσήξω πάνω στα πάθη, στην απληστία και το κέρδος κι αυτά θα πέσουν σαν φθινοπωρινά φύλλα απ’ τον αρχέγονο ζώο-άνθρωπο, είπε παθιασμένα κι αυστηρά, σκύβοντας το πρόσωπό του μια ανάσα απ’ το πρόσωπο του πράκτορα.
Ο πράκτορας είδε για πρώτη φορά τα μάτια του από τόση κοντινή απόσταση, ενώ τα λόγια του αιωρούνταν ακόμη στον αέρα. Τα είδε ζωντανά, του φάνηκε ότι ακτινοβολούσαν και για μια στιγμή μαγεύτηκε. Για μια στιγμή μόνο, γιατί πίεσε απίστευτα τον εαυτό του και η καρδιά του επαναστάτησε απέναντι στην νίκη και την γαλήνη που ακτινοβολούσαν αυτά τα μάτια. Ο δαιμονικός άντρας θα ρουφούσε κάθε σκέψη του, όπως το χώμα την βροχή. Έστρεψε το κεφάλι του χαμηλά να μην τον βλέπει κι αντίκρισε την άβυσσο. Ένιωθε όμως την σκέψη του να παρα-δίδεται από τον ανέλπιδο αγώνα της ενάντια στην θέληση του σκοτεινού άντρα.
Ο Πλάτων κοίταζε γαλήνια τον αιχμάλωτο και του χαμογελούσε ήρεμα, ίσως λίγο αγαθά, ίσως λίγο ειρωνικά. Τα μάτια του λαμπύρισαν και οι δυο καυτοί ήλιοι που ξεπήδησαν απ’ τις κόγχες του κυρίεψαν γρήγορα τον άντρα απέναντί του.
Είδε μια τεράστια χώρα, μια υπέροχη χώρα. Είδε λίγους ευτυχισμένους ανθρώπους, μια δυνατή οικονομία κι έναν πανίσχυρο στρατό. Είδε την χώρα να απλώνεται σαν ρυάκι, που γίνεται χείμαρρος και ποτίζει με την βία τελικά όλον τον κόσμο. Είδε τους υπέροχους καρπούς της, αυτούς που γεύονταν όλοι οι κάτοικοι της. Είδε τις τράπεζες και τα ξενοδοχεία- παλάτια, τα τεράστια κτίρια και τα άπειρα χιλιόμετρα μαύρης πίσσας. Είδε τα ποτάμια από σκλάβους και τους ελάχιστους άρχοντες. Είδε τον παραμορφωτικό καθρέπτη ενός κάλπικου πολιτισμού. Ένα ψέμα!
Και το μόνο αντάλλαγμα που ζήταγε η χώρα; Να παραδώσεις στον δικτάτορα-  κυβερνήτη την ψυχή και το πνεύμα σου. Μηδαμινό αντάλλαγμα για χάρη της ασφάλεια της ζωής σου και της θερμής αγκαλιάς του κράτους. Είδε και τον δικτάτορα- κυβερνήτη. Τον ορκισμένο εχθρό του. Ένα ανθρωπάκι, που αναρριχήθηκε  σαν ερπετό στην θέση του προέδρου και στην οποία δεν θα έφτανε ποτέ, αν ζούσε σε μια ανώτερη κοινωνία.
Ο Πλάτων είδε με λύπη το όνειρο που υπερασπιζόταν ο πράκτορας. Μια ιμπεριαλιστική, καπι-ταλιστική κοινωνία οργανωμένη σε ένα  κράτος, όπου οι πολίτες  αντάλλασαν την προσωπική τους ελευθερία και την φυσική τους ισότητα με το ελάχιστο αντάλλαγμα της ασφάλειας κι όπου το κράτος, η ολιγαρχία και τα συμφέροντά της αποφάσιζαν για τις ζωές όλων. Μια κοινωνία όπου το άτομο δεν γινόταν αυτό που ήταν, αλλά αυτό που επιτάσσουν άνωθεν εντολές, οι ανάγκες της αγοράς. Μια κοινωνία όπου η πραγματικότητα της σκλαβιάς έχει επενδυθεί με το νόημα της ελευθερίας και ο φύση αισιόδοξος άνθρωπος είχε μετατραπεί σε ένα απαισιόδοξο και κυνικό ανθρωπάκι, που συνοδεύεται από ένα μόνιμα τραγικό βλέμμα!
Μόνο θλίψη, θλίψη και συμπόνια, ένιωσε ο Πλάτων για το πειθήνιο αυτό στρατιωτάκι του συστήματος, που είχε υποστεί μια αμετάκλητη πλύση εγκεφάλου. Τον είδε να κατατάσσεται με μεγάλες προσδοκίες στις ένοπλες δυνάμεις και μια καινούρια ζωή να ξεπηδάει σαν λύτρωση μες το μυαλό του. Λύτρωση από τι; Έψαξε βαθύτερα, πήγε πίσω στον χρόνο, ψαχουλέυοντας το παρελθόν του. Και τότε το βρήκε. Την ανάμνηση και την αιτία, που ένα παιδί εξελίχθηκε στον άντρα μπροστά του. Ένα τυχαίο γεγονός, μια απροσεξία κι ένα αθώο παιδί, βίωσε την απόλυτη δυστυχία. Η ξεκρέμαστη ψυχούλα του δεν ένιωσε ποτέ πια την αγάπη κι έγινε αυτή ένα ξένο σώμα, το οποίο το μυαλό του απέρριψε χωρίς δεύτερη σκέψη. Μια αδύναμη κοινωνία δημιούργησε τον άντρα που αντιστεκόταν με μανία ζηλωτή που πίστευε ότι όντως είχε μπροστά του τον Αντίχριστο!
Ο εγκέφαλός του έκανε τον υπερπάντων αγώνα να φυλάξει σαν κόρη οφθαλμού αυτή την ανάμνηση. Τον παρατηρούσε να μάχεται με σθένος, κατανοούσε ότι ο αγώνας του ήταν ανέλπιδος κι όμως πίεζε την σκέψη του να μην αφεθεί, να μην παραδοθεί ποτέ! Ένας φανατικός! Κοιτώντας τον με θλίψη αποφάσισε να του δώσει μια τελευταία ευκαιρία να δει την αλήθεια. Θα του πρόσφερε την δυνατότητα να δει με τα μάτια του το πόσο μικρή κι ανίσχυρη ήταν η χώρα του και πόσο άθλιες οι αξίες που πρέσβευε. Θα του χάριζε την δυνατότητα να βρει πάλι το παιδικό του χαμόγελο και να κατανοήσει ότι η αγάπη λυτρώνει! Για πάντα! Με ή χωρίς Θεό!
Βγήκε από μέσα του, λίγο πριν το μυαλό του λυγίσει κι ο πράκτορας λιποθύμησε αμέσως. Η πολύτιμη ανάμνηση διαγράφηκε απ’ το νου του, όταν οι συνδέσεις των νευρώνων όπου ήταν αποθηκευμένη καταστράφηκαν ολοσχερώς κι αυτός έπεσε με το μέτωπο σαν βαρίδι πάνω στις κατακόκκινες κηλίδες αίματος που δραπέτευσαν απ’ τα ρουθούνια του στάζοντας ζωή πάνω το γυάλινο τραπέζι. 

                                                                       10

Λίγο αφότου ο πράκτορας μεταφέρθηκε σε ένα υπόγειο  αυτοσχέδιο κελί, το οποίο είχε δημιουργηθεί μετά από απαίτηση του Πλάτων στο κτίριο, κατέφθασαν ο πρωθυπουργός και τα πρόσωπα που είχε επιτακτικά ζητήσει. Κάθισαν όλοι γύρω απ’ το μεγάλο γυάλινο τραπέζι με τον Πλάτων στην κεφαλή και τον πρωθυπουργό δίπλα του.
Οι καλεσμένοι  ήταν όλοι τους μέλη μιας ιδιαίτερης ομάδας προσώπων, αν και δεν το ήξεραν ακόμη. Με την πρώτη ματιά ήταν άνθρωποι με διαφορετικές καταβολές, εντούτοις μοιράζονταν κοινά χαρακτηριστικά. Χαρακτηριστικά απαραίτητα για το έργο για το οποίο τους προόριζε ο Πλάτων. Νιώθοντας δέος και μια διαρκώς αυξανόμενη αγωνία περίμεναν πειθαρχημένα κι  υπομονετικά τον Πλάτων να ξεκλειδώσει τα μυστικά του.
-Κυρίες και κύριοι, είπε ήρεμα, ξέρετε γιατί είστε σήμερα εδώ; Τους κοίταξε αργά έναν έναν. Διαπίστωσε ότι ένας αμυδρός φόβος κοιμόνταν μέσα στον καθένα τους, ένας φόβος προερχόμενος από την γνώση ότι μπροστά τους είχαν έναν άνθρωπο με φοβερές δυνάμεις, για τον οποίο όμως αγνοούσαν τα βασικά. Ακόμη και τα στοιχειώδη. Δεν ήξεραν αν θα’ πρεπε απλώς να τον σέβονται, όπως κάθε ιδιαίτερο άντρα ή αν όφειλαν να τον φοβούνται απροκάλυπτα, σαν ένα εξωπραγματικό και τρομερό πλάσμα. Ήξεραν για αυτόν ότι και οι υπόλοιποι, ότι είχαν δει και ακούσει. Μπορεί να συμφωνούσαν μαζί του, αλλά η καρδιά τους κρατούσε επιφυλακτική στάση. Βρίσκονταν μετέωροι σ’ ένα σταυροδρόμι και έλπιζαν να οδηγηθούν σύντομα προς την σωστή κατεύθυνση.
-Λοιπόν, ας λύσουμε το μυστήριο, είπε κι όλοι ανακάθισαν. Η ώρα είχε έρθει. Βλέπω μπροστά μου, τους πιο καλλιεργημένους Έλληνες. Άντρες και γυναίκες με βαθιά μόρφωση και αδιαμφισβήτητο πολιτιστικό έργο. Βλέπω καθηγητές πανεπιστημίου, που διδάσκουν την ορθή πολιτική χρήση, είπε απευθυνόμενος σε δυο άντρες και τρεις γυναίκες. Βλέπω συγγραφείς, που μέσα απ’ το έργο τους έχουν αγγίξει τον πυρήνα της ανθρώπινης φύσης, πρόσθεσε χαμογελώντας σε άλλα τέσσερα- πέντε άτομα. Βλέπω πετυχημένα άτομα, που δεν αρκούνται στην επαγγελματική τους επιτυχία αλλά αναζητούν με πάθος την αλήθεια πίσω απ’ τα φαινόμενα. Να ξεκαθαρίσω το εξής, είπε κάνοντας μια μικρή παύση. Θα μπορούσατε όλοι να συμμετέχετε στην κυβέρνηση που δημιουργήσαμε με τον πρωθυπουργό, όλοι σας το ζητήσατε, αλλά επεφύλαξα για εσάς ένα ανώτερο και, τολμώ να πω, δυσκολότερο έργο.
Η εισαγωγή που έκανε ο Πλάτων ξεκαθάρισε ελάχιστα τα πράγματα και η αγωνία των καλε-σμένων του άρχισε να τους κυριεύει.
-Όλοι σας, φαντάζομαι, ξέρετε τον Πλάτων, τον συνονόματό μου φιλόσοφο, είπε με μια δόση αυταρέσκειας. Φαντάζομαι ότι γνωρίζετε και το έργο του και συγκεκριμένα την «Πολιτεία» του. Όλοι κατένευσαν. Ποια είναι η γνώμη σας για το πολιτικό σύστημα, που προτείνει, ρώτησε απρόσμενα και ανέμενε τις σκέψεις τους.
-Μπορώ, ρώτησε δειλά ένας καθηγητής φιλοσοφίας. Ο Πλάτων τον παρακίνησε να μιλήσει. Κοιτάξτε, κατά την ταπεινή μου άποψη, το σύστημα του Πλάτων είναι το ιδανικό σύστημα διακυβέρνησης. Πολύ δύσκολο έως ακατόρθωτο να εφαρμοσθεί, αλλά σίγουρα το καλύτερο. Ο ίδιος ο Πλάτων απέτυχε να το εφαρμόσει, αν και είχε τις ευκαιρίες και αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σ’ αυτόν τον σκοπό. Ίσως οι συνθήκες της εποχής δεν τον ευνόησαν, μπορεί όλοι όσοι επιθυμούμε να γίνει πράξη να κυνηγάμε χίμαιρες, είπε με νόημα κοιτώντας κατάματα τον Πλάτων, αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι αν ποτέ γινόταν εφικτό, θα αποτελούσε ένα πολιτικό ορόσημο για ολόκληρη την πολιτεία των ανθρώπων.
-Γιατί το πιστεύεται αυτό, κύριε καθηγητά, ρώτησε ο Πλάτων και όλοι παρακολουθούσαν με προσοχή τον διάλογο των δύο αντρών, περιμένοντας να πάρουν μέρος στην συζήτηση. Όλοι είχαν άποψη επί του θέματος και θα την εξέφραζαν.
-Κοίταξε Πλάτων, οι εμπειρίες της ζωής μου μέχρι σήμερα και οι γνώσεις που έχω για τα πολιτικά συστήματα που έχουν προταθεί και εφαρμοστεί μου δημιουργούν την πεποίθηση ότι το σύστημα του Πλάτων είναι το πιο ιδανικό. Κι αυτό γιατί τείνει προς το τέλειο, προς την ιδέα της ιδανικής πολιτείας. Συνδυάζει την καθοδήγηση, την απαραίτητη για κάθε κοινωνία Ηγεσία, από μια πνευματική ελίτ, μαζί με την συμμετοχική δημοκρατία, την ίση δηλαδή συμμετοχή των πολιτών στην διακυβέρνηση της πολιτείας. Η ποιοτική διαφορά με τα άλλα πολιτικά συστήματα είναι ότι οι πολίτες εκχωρούν την φυσική τους ανάγκη για καθοδήγηση στους καλύτερους, στους άριστους, οι οποίοι όμως δεν συμμετέχουν στην πολιτική πράξη καθαυτή. Δίνουν τις κατευθυντήριες γραμμές και αφήνουν τους ίδιους τους πολίτες να επιλέξουν μέσω των θεσμών του κοινοβουλίου και της δικαιοσύνης το πως θα πετύχουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Αυτό δεν έχει υπάρξει δυστυχώς σε κανένα άλλο σύστημα, μιας και στο κόμμα της πλειοψηφίας εκχωρούνται συνήθως η νομοθετική και κυβερνητική εξουσία με αποτέλεσμα την αναπόφευκτη μετατροπή τους σε δικτατορίες κάθε τύπου, είτε δημοκρατικές, είτε ολιγαρχικές, είτε ακόμη και θεοκρατικές. Βέβαια ανακύπτουν αυτομάτως κάποια πολύ δύσκολα ερωτήματα. Ποιος θα ορίσει τους άριστους; Ποιος θα καθορίσει ποια συγκεκριμένα άτομα αποτελούν την πνευματική ελίτ; Δεν έχουμε ένα μαγικό εγχειρίδιο για να μας λύσει αυτό το θεμελιώδες πρόβλημα.
 -Ωραία. Για πείτε μου λοιπόν ποια θεωρείται ότι θα έπρεπε να είναι τα γνωρίσματα μιας πνευματικής ελίτ, ρώτησε ο Πλάτων.
-Νομίζω ότι εδώ θα συμφωνήσουμε σχετικά εύκολα, έσπευσε να απαντήσει μια πασίγνωστη συγγραφέας. Θεωρώ ότι πέρα από την απαραίτητη καλλιέργεια, η οποία συνίσταται στην συσσώρευση κάθε είδους γνώσεων για τον κόσμο μας, αλλά και την ανάπτυξη κριτικής σκέψης για την ορθή αξιολόγηση αυτών των γνώσεων και την επιλογή της καλύτερης δυνατής απόφασης σε κάθε περίσταση της ζωής μας, χρειάζεται ένα ισχυρό αίσθημα ανιδιοτέλειας και προσφοράς. Η θέληση για την προώθηση του γενικότερου καλού, αυτό που όλοι αποκαλούμαι αλτρουισμό, ολοκλήρωσε και οι υπόλοιποι στο δωμάτιο συμφώνησαν.
-Ακριβώς! Εν συνεχεία, φιλόσοφος αν θέλετε να μιλήσουμε με τους όρους του Πλάτων, είναι ο άνθρωπος που προσπαθεί να εφαρμόσει στην πολιτειακή πράξη την ιδέα του Αγαθού, της ιδανικής δηλαδή πολιτείας. Και για να το πετύχει αυτό πρέπει να ενεργεί με βάση την γνώση και την φρόνηση και όντας ικανός να ξεχωρίσει την αλήθεια από την πλάνη και το καλό από το κακό, συμπλήρωσε ο καθηγητής της φιλοσοφίας.
-Ναι, εντάξει, αλλά πως θα εφαρμοσθεί αυτό στην πράξη, διέκοψε ένας ηλικιωμένος πρώην σύμβουλος τριών πρωθυπουργών, ένας άνθρωπος διψασμένος παρά τα εβδομήντα του χρόνια για την εφαρμοσμένη πολιτική.
Ο πρωθυπουργός πήρε αυθόρμητα τον λόγο:
-Η αληθινή πολιτική είναι η δραστηριότητα σύμφωνα με την οποία, αφού κάνουμε την ερώτηση ποια είναι η μορφή και το περιεχόμενο των θεσμών που θέλουμε ως μια αυτοστοχαζόμενη κι αυτόνομη κοινωνία, θέτει ως στόχο την πραγματοποίηση αυτών των θεσμών. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη η πολιτική είναι η αρχιτεκτονικότερη όλων των επιστημών, που σχετίζονται με το ανθρώπινο ον! Οπότε θεωρώ, ότι μια πνευματική ελίτ, εμείς όλοι μες το δωμάτιο, αν δεχθούμε ότι είμαστε άριστοι, οφείλει να παράγει πολιτική σκέψη. Θα δίνει, αν προτιμάτε, τις κατευθυντήριες γραμμές για το τι πρέπει να γίνει σε βάθος χρόνου, με βάση τις συνθήκες που θα επικρατούν στην χώρα και παγκοσμίως. Εν συνεχεία, η πολιτική αυτή σκέψη, κι αφού δεχόμαστε βέβαια ότι μόνο σε μια  κοινωνία, που αυτοθεσμίζεται μπορεί να υπάρξει μια δυναμική που δεν επιδιώκει μια τέλεια κοινωνία, αλλά μια όσο πιο γίνεται ελεύθερη και δίκαιη κοινωνία, οπότε η ίδια δυναμική αυτή θα εγκαθιδρύσει μια δημοκρατική κοινωνία, όπου όλοι και όλα αμφισβητούνται μπαίνοντας σε μια ατέρμονη διαλεκτική διαδικασία συγκρότησης της πραγματικής πολιτικής, οφείλουμε τελικά να υποβάλλουμε τις όποιες προτάσεις μας σε κοινή διαβούλευση, σε μια όσο τον δυνατόν πιο άμεση συμμετοχική δημοκρατία. Τέλος, θα ακολουθεί η εκάστοτε κυβέρνηση και θα βρίσκει τρόπους για το πώς θα γίνουν πράξη και νόμοι τα αποτελέσματα της διαβούλευσης. Επομένως τα πολιτικά κόμματα δεν θα εκφράζουν πλέον πολιτικές ιδεολογίες, αλλά πρακτικές ικανότητες διακυβέρνησης και για αυτό και θα ψηφίζονται από τον λαό. Έναν λαό, με υψηλό επίπεδο μόρφωσης και το όνειρο της κατάκτησης ατομικής ευτυχίας, εκτός των άλλων και πρωτίστως, λόγω της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο μέσω της ανέλιξης στην πνευματική ελίτ. Δεν θα είμαστε ένα κλειστό μόρφωμα, αλλά ένας ανοιχτός οργανισμός σε κάθε πολίτη που αξίζει και θέλει να είναι μέλος. Η τέλεια αρμονία μεταξύ ατομικού και συλλογικού θα δημιουργήσει ευτυχισμένους ανθρώπους, που χαίρονται τις ζωές τους, είπε και όλοι άλλαξαν με μιας εικόνα για τον πρωθυπουργό, τον οποίο θεωρούσαν μέχρι στιγμής έρμαιο των εξελίξεων και της γοητείας ή του φόβου των δυνάμεων του Πλάτωνα. Ο Πλάτων κοίταξε εξίσου ικανοποιημένος και περήφανος τον πρωθυπουργό.
-Ακόμη κι εγώ δεν θα μπορούσα να το θέσω καλύτερα, κύριε πρωθυπουργέ, αστειεύτηκε ένας υπερόπτης καθηγητής της Ελληνικής γλώσσας, που είχε από νωρίς αντιληφθεί  ότι περιστοιχιζόταν από ισάξιούς του. Τουλάχιστον ισάξιούς του!
Το βαρύ κλίμα που επικρατούσε αλάφρωσε με μιας και όλοι άρχισαν να νιώθουν οικεία, το μυαλό τους γλίστρησε μες την ευδαιμονία και ξαφνικά δεν ήταν μόνοι μεταξύ αγνώστων. Μια αλλόκοτη γαλήνη ξεχύθηκε μέσα τους. Ένιωσαν όλοι τους την γλυκιά μέθη  της συμμετοχής και ο ατομικός πόνος του καθενός, οι έσχατες έγνοιες του, πήραν την σωστή τους διάσταση. Δεν ήταν  τίποτε  περισσότερο  από έναν  μικροσκοπικό  κόκκο  άμμου μέσα στην απέραντη και θαλασσοδαρμένη παραλία του κόσμου!
Το ατομικό, λοιπόν, έκανε στην άκρη οικιοθελώς και παρεχώρησε, με σκυμμένο από σεβασμό το κεφάλι, την θέση του στο συλλογικό κι ένας ανώτερος σκοπός αναδύθηκε. Δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτούς, όλοι τους το είχαν ονειρευτεί, άλλος στον ύπνο του κι άλλος στον ξύπνιο του. Όλοι μαζί ανάσαιναν τον φρέσκο αέρα του καινούριου και της ελπίδας. Όλοι ένιωθαν ευλογημένοι που ανάπνεαν δίπλα σε ένα πλάσμα σαν τον Πλάτων. Έναν άνθρωπο τόσο εξαίσια παράκαιρο.
-Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω ανώτερους ανθρώπους, που αδιαφορούν για το υλικό κέρδος, που έχουν κάνει πράξη της ζωής τους τον αλτρουισμό. Ανήκετε όλοι σας σε ένα μυθικό παρελθόν κι ένα όχι τόσο μακρινό πλέον μέλλον, τους τόνισε με νόημα. Είστε οι πραγματικά ευγενείς, με μια πανίσχυρη μόρφωση και μια δαρβινική παρόρμηση για αλτρουισμό, γενναιοδωρία, έλεος. Έχετε λυτρωθεί απ’ τα εγωιστικά σας γονίδια, αυτά που κυβερνάν τους κατώτερους ανθρώπους και βλέπετε την ωμή αλήθεια. Είμαστε όλοι οι άνθρωποι, οι φυλές, τα έθνη, άπειρα παρακλάδια του ίδιου κορμού. Αν μαραζώσει ο κορμός χαθήκαμε όλοι. Επιβάλλεται λοιπόν η συνεργασία όλων, να απλώσουμε τα φύλλα μας, να αιχμαλωτίσουμε το φως του ήλιου για να θρέψουμε τον κορμό, που μας στηρίζει. Και λίγο λίγο να ανέβουμε ψηλά. Όσο πιο ψηλά μπορούμε, είπε και οι άδειες αποθήκες της ελπίδας πλημμύρησαν μέσα τους.
Ο πρωθυπουργός άκουγε με προσοχή και μια μικρή σταγόνα θλίψης εμφανίστηκε απότομα μπροστά του, ακούγοντας όλους αυτούς τους ανθρώπους και τον τρόπο με τον οποίο απευθύνθηκε σ’ αυτούς ο Πλάτων. Τους άκουγε να συζητούν βλέποντας πόσο εύκολο είναι για αυτούς να κατανοήσουν τον Πλάτων και τους σύγκρινε με τον εαυτό του. Θυμήθηκε πόσο δύσκολο του ήταν στην αρχή να δει το μεγαλείο της ιδέας, την λογική που εμπεριέχει, πέρα κι έξω από τα πάθη που καταστρέφουν τόσο εύκολα, τόσο αδίστακτα, την αρμονία. Έστω και δύσκολα, το είχε καταφέρει όμως και κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ να τον κατηγορήσει για φονταμενταλιστή. Αποτελούσε τρανό παράδειγμα για το πώς ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει τις ιδέες του για τον κόσμο και μαζί τους να αλλάξει κι η ζωή του. Ένιωσε περήφανος τελικά, ήταν άξιο μέλος αυτής της ομάδας, και χαμογέλασε προκλητικά.
Ένας από τους καλεσμένους σηκώθηκε, έσκυψε με σεβασμό το κεφάλι και είπε:
-Θεό δεν είχα κι ούτε θα έχω ποτέ. Σε δόγμα δεν πίστευα και δόγμα βρήκα. Είμαι στην διάθεσή σου, απευθύνθηκε στον Πλάτων παραμένοντας με σκυφτό το κεφάλι, κοιτώντας χαμηλά κι ελπίζοντας σύντομα να αντικρύσει το φως του ήλιου. Κι ας τυφλωθεί! Ένας σκοπός, ένα νόημα αναδύθηκε μέσα σε μια τρομαγμένη απ’ το κενό ψυχή. Το μηδέν, το τρομακτικό παιδί της γνώσης, δεν είχε προλάβει να τον γκρεμίσει στην μαύρη θλίψη και την απόκοσμη μοναξιά. Στον μηδενισμό! Αισθάνθηκε  ζεστασιά και ήθελε μόνο ένα πράγμα. Να την μοιραστεί με άλλους, δεν ήθελε να πάει χαμένη ούτε μια στάλα φλόγας, θέρμης κι αγάπης!
Η ζεστή ατμόσφαιρα κυριάρχησε σύντομα μες το δωμάτιο και όλοι ενώθηκαν σε έναν σκοπό. Δέχτηκαν τους ρόλους τους και αποτέλεσαν την πρώτη πνευματική ελίτ του σύγχρονου κόσμου. Ζώντας τις ζωές τους, όπως και πριν, είχαν την δυνατότητα να υπάρξουν πραγματικά μέσα από το έργο της ομάδας τους. Θα συγκεντρώνονταν συχνά, μετά από κάλεσμα του πρωθυπουργού, και θα κατέθεταν όλοι τις προτάσεις, την ίδια τους την ψυχή για την πολιτική, που όφειλε να ακολουθήσει η πολιτεία τους.  
Ένα ακόμη πείραμα, λοιπόν, μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να δημιουργηθεί μια καλύτερη κοινωνία. Ο Πλάτων ένιωσε ένα τεράστιο κύμα πληρότητας. Είχε δημιουργήσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να γίνει πράξη το όραμά του. Ο πανίσχυρος, και λαοφιλής πλέον, πρωθυπουργός θα κατευθύνει τις κινήσεις μια τέλειας κυβέρνησης υπό την καθοδήγηση σύγχρονων σοφών, αντρών και γυναικών, που ήταν έτοιμοι να δράσουν χωρίς να αρκούνται στην σκέψη και που σχεδόν απολάμβαναν την επικείμενη σύγκρουση και τα συντρίμμια που θα σκορπούσε η αποφασιστικότητα τους. Άνθρωποι προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν το εντυπωσιακό φινάλε, ακόμη και να πεθάνουν για τις ιδέες τους. Η παρουσία του θα ήταν σύντομα περιττή. Μόλις τα σίγουρα αποτελέσματα έκαναν την εμφάνισή τους, η τόσο απαραίτητη για το ξεκίνημα φυσική του παρουσία θα γινόταν δευτερεύουσας σημασίας! Γέλασε θλιμμένα.
Ήθελε χρόνο όμως η προσπάθεια αυτή, χρόνο να ξεπεράσει τα πρώτα λειτουργικά της προβλήματα και να ωριμάσει. Χρειαζόταν χρόνος να κατανοήσει κι ο λαός  την ύπαρξή της στην ολότητά της, χρόνος για να δει την καθαρή αντανάκλαση του προσώπου του να καθρεπτίζεται σε λίγα άτομα γύρω από ένα γυάλινο τραπέζι και σε μια υπερκομματική κυβέρνηση και να γεννηθεί μέσα του, μέσα στον καθένα από εμάς η θέληση να βρεθούμε σ’ αυτό το τραπέζι και σ’ αυτήν την κυβέρνηση, να γίνουμε μέλη της αριστοκρατίας του πνεύματος, ανεξαρτήτως καταγωγής!
Χρειαζόταν χρόνος! Χρόνος όμως δεν υπήρχε.  Η άμμος στην κλεψύδρα τελείωνε. Οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής, κοντόφθαλμες κι εκδικητικές, όπως όλες οι αυτοκρατορίες σε πτώση, θα φρόντιζαν για αυτό!

                                                                       11

Κι έτσι, λίγες μέρες από την ομιλία του, ενώ η Ελλάδα βίωνε μια εκρηκτική ευφορία από την πανηγυρική κατάργηση του στρατού της, στον Λευκό οίκο διαδραματιζόταν ένα όργιο διαδικασιών και συνεδριάσεων. Τηλέφωνα χτυπούσαν ασταμάτητα, φαξ αγωνίζονταν να τυπώσουν χιλιάδες χαρτιά, οι υπολογιστές είχαν πάρει φωτιά κι οι παρατρεχάμενοι έτρεχαν πανικόβλητοι. Ο πρόεδρος συσκέπτονταν διαρκώς μες το γραφείο του με όλους του επιτελείς του. Είχε πάρει την απόφαση του, σε συμφωνία με τους εργοδότες του, και τώρα έπρεπε να οργανώσει τις επόμενες κινήσεις του. Δεν υπήρχε για αυτόν το πολιτικό κόστος τώρα, παρά μόνο μια ακόρεστη δίψα να σβήσει από το χάρτη το πρόσωπο του Αντίχριστου.
Μετά την μεγαλοπρεπή επίδειξη δύναμης που είχε κάνει και με την ταυτόχρονη κατάργηση του στρατού της χώρας του, δεν υπήρχε άλλος δρόμος, παρά αυτός της σύγκρουσης. Ο πράκτοράς του είχε αποτύχει, όχι γιατί δεν ήταν άξιος, αλλά γιατί αυτό που του είχαν ζητήσει ήταν πέρα απ’ τις δυνάμεις του. Ευχήθηκε βαθιά μέσα του να μην είχαν καθυστερήσει επικίνδυνα.
Ο αιδεσιμότατος είχε αντιδράσει με ένα πρωτοφανές μίσος στην εικόνα του Πλάτων. Πρώτη φορά είδε ο πρόεδρος τα μάτια του να ξεχειλίζουν από αγνή οργή και καθαρό μίσος. Ο άνθρωπος του Καλού είχε απροσδόκητα μετατραπεί σε ένα πλάσμα καθημερινό, παθιασμένο, αμαρτωλό. Ανέβλυζε μίσος από κάθε πόρο του δέρματός του και η φωνή του όταν ξεστόμισε τούτα τα λόγια του ήταν πιο άγρια από ποτέ:
- Ξεσκίστε το Θηρίο. Διαλύστε το, λειώστε το! Καταστρέψτε, ισοπεδώστε και όλη την χώρα του, αν χρειαστεί. Στρέψτε εναντίων του κάθε όπλο, κάθε βόμβα, ακόμη και τα πυρηνικά! Δεν έχουμε χρόνο. Κάθε μέρα που περνάει γίνεται δυνατότερο! Τρέφεται από τον κόσμο και περιμένει την στιγμή. Μην του δώσεις άλλο χρόνο! Αν δεν θέλουμε να βιώσουμε την Αποκάλυψη πρέπει να δράσουμε τώρα, ούρλιαξε παραληρώντας όταν ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας τους διέκοψε μπαίνοντας στο δωμάτιο σχεδόν τρέχοντας.
-Κύριε πρόεδρε, με συγχωρείτε για την διακοπή, αλλά πρέπει να δείτε αυτό, είπε λαχανιασμένος και του έδωσε τρείς ασπρόμαυρες φωτογραφίες.
-Τι είναι αυτό;
-Φωτογραφίες από τους πολεμικούς μας δορυφόρους. Μπορεί ο στρατός τους να αποτελεί παρελθόν, αλλά ανακαλύψαμε, λίγο αργά είναι η αλήθεια, ομολόγησε ευθαρσώς, κάποιες μεγάλες παραγγελίες ελληνικών εταιριών, τους τελευταίους μήνες. Έγιναν όλες μέσω διαδικτύου και με νόμιμο τρόπο, αλλά αφορούσαν όλες υλικά τελευταίας τεχνολογίας τα οποία όμως μπορεί να προμηθεύει ο καθένας. Καταφέραμε τελικά να συνδέσουμε όλες τις παραγγελίες, να βρούμε τις διευθύνσεις όπου στάλθηκαν και καταλήξαμε, με μεγάλη στατιστική πιθανότητα, στις φωτογραφίες αυτές. Δείχνουν τον τελικό προορισμό των υλικών.
-Τι εγκαταστάσεις είναι αυτές, ρώτησε παρατηρώντας τα μεγάλα κτίρια και το πλήθος των οχημάτων και των ανθρώπων γύρω απ’ αυτό.
-Εργοστάσια της πολεμικής τους βιομηχανίας.
-Ορίστε, ρώτησε έκπληκτος ο πρόεδρος και ο αιδεσιμότατος κρέμασε το κεφάλι, σαν άψυχη κούκλα.
-Τι εννοείς; Περίμενε, περίμενε, δεν εννοείς ότι ενώ μας έλεγαν ότι θα καταργήσουν τον στρατό τους, ταυτόχρονα παρήγγειλαν τα υλικά αυτά και προφανώς τα χρησιμοποιούν για πολεμικούς σκοπούς; Και με ενημερώνετε τώρα, φώναξε δυσκολευόμενος να το πιστέψει. Όσο αυτός έχανε χρόνο ελπίζοντας στον πράκτορα να τον βγάλει από την δύσκολη θέση, όσο αδυνατούσε να δράσει, να ηγηθεί, ο Αντίχριστος καταργούσε τον στρατό του για να τους ρίξει στάχτη στα μάτια και κατασκεύαζε όπλα.
-Δεν ξέρουμε με ακρίβεια, αλλά σε τελική ανάλυση, πιστεύουμε πως ναι. Μάλλον κατασκευάζουν κάποιο όπλο. Μέχρι σήμερα δεν είχαν την τεχνογνωσία να κατασκευάσουν πολεμικά όπλα, παρά μόνο να τα συναρμολογήσουν. Οι επιστήμονές μας θεωρούν ότι βρίσκονται σε εμβρυικό στάδιο, όσον αφορά την τεχνογνωσία, αν και αδυνατούν να συμπεράνουν τι χρήση θα είχαν τόσο διαφορετικά κομμάτια, όπως αυτά που έχουν παραγγείλει. Δεν έχουν στην κατοχή τους κανένα πραγματικό όπλο, εκτός από αυτά που τους έχουμε πουλήσει εμείς, τα οποία έθεσαν σε αχρηστία πρόσφατα, και δεν παρήγγειλαν από τις πολεμικές μας βιομηχανίες κανέναν κομμάτι με πραγματική δύναμη πυρός. Θα χρειάζονταν χρόνια δουλειάς για να κατασκευάσουν ένα επιθετικό όπλο που να λειτουργεί, είπε ο σύμβουλος για να ολοκληρώσει: Εκτός κι αν ξέρουν κάτι που εμείς αγνοούμε.
-Τι εννοείς;
-Να… οι επιστήμονες μας μιλάνε ίσως για κάποια άγνωστη επιστημονική γνώση. Ίσως έχουν κάποια θεωρεία που εμείς αγνοούμε κι αυτοί την χρησιμοποιούν για την κατασκευή κάποιου όπλου, είπε ξεροκαταπίνοντας όχι μόνο γιατί αυτό δεν θα άρεσε καθόλου στον πρόεδρο, αλλά κυρίως γιατί αντιλαμβανόταν τις επιπτώσεις αν αλήθευε κάτι τέτοιο.

«…θα επιβάλλουμε την άποψή μας για τον κόσμο… έχουμε την τεχνολογία, μια τεχνολογία σταλμένη απ’ το μέλλον, να το κάνουμε πράξη…» Οι φράσεις αυτές του Αντίχριστου, φράσεις που τις είχε χρησιμοποιήσει τόσο ελεύθερα και είχαν χαραχτεί στο μυαλό του προέδρου, απέκτησαν το πραγματικό τους νόημα. Ο νέος αυτός τους είχε πει την αλήθεια, ωμή κι απροκάλυπτη. Δεν κρύφτηκε, δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να κερδίσει χρόνο.
Καθόταν στην πολυτελή πολυθρόνα του, κλεισμένος σε ένα σκοτεινό δωμάτιο γεμάτο οθόνες και υπολογιστές, περιμένοντας τους επικεφαλείς των υπουργείων Άμυνας και Εξωτερικών, τον υπεύθυνο Εθνικής Ασφαλείας, τους αρχηγούς των μυστικών υπηρεσιών και τους ανώτερους στρατηγούς, κι έστυβε το νου του να βρει το γιατί. Γιατί είχε πει την αλήθεια; Προφανώς, δεν μπλόφαρε, αλλά και δεν κέρδιζε κάτι από την μαρτυρία του αυτή. Αντιθέτως, σχεδόν προκαλούσε την αντίδραση, που οι περισσότεροι θα απέφευγαν. Γιατί; Γαλουχημένος στην πολιτική πράξη, που επιβάλλει το ψέμα και την ανηθικότητα για την επίτευξη κάθε σκοπού, αδυνατούσε να κατανοήσει την αλήθεια σαν πολιτική πράξη, χωρίς κίνητρα κι επιδιώξεις άλλες από την ιερή συμφωνία λόγου και πράξης!
Η κρατική εξουσία συγκεντρώθηκε στην αίθουσα επιχειρήσεων,  κάτω από τον Λευκό Οίκο, στα σκοτεινά λαγούμια, αγνοώντας οι περισσότεροι τις προθέσεις του προέδρου, αλλά και το διακύβευμα των τελευταίων εξελίξεων.  Έβλεπαν έναν αόριστο μόνο κίνδυνο στο πρόσωπο του Πλάτων, όχι συνυφασμένο άμεσα με την χώρα τους και βεβαίως δεν ήταν ενήμεροι για την μυστική αποστολή ενός πράκτορα του συστήματός τους. Δεν ήξεραν ότι η χώρα τους προσπαθούσε να σκοτώσει έναν χαρισματικό νέο, ο οποίος δεν είχε στα μάτια τους και πολλές ελπίδες να πετύχει στο πείραμα του σοσιαλισμού, που επεδίωκε. Δεν τα κατάφεραν άλλοι κι άλλοι, αιμοσταγείς δικτάτορες και μελιστάλαχτοι λαοπλάνοι στο τιμόνι τεράστιων χωρών. Θα τα κατάφερνε ένας μεταλλαγμένος νέος μια ασήμαντα μικρής χώρας; Την στιγμή μάλιστα που όλα τα ισχυρά έθνη της Γης ήταν εναντίον του;
-Κυρίες και κύριοι, το κράτος μας, η παγκόσμια κυριαρχία μας και πάνω απ’ όλα ο τρόπος ζωής που εκπροσωπούμε, αυτός που γιγάντωσε την πατρίδα μας στα μάτια όλου του κόσμου βρίσκεται σε κίνδυνο. Και πρέπει να δράσουμε άμεσα, το… χθες είναι ήδη αργά, είπε ο πρόεδρος και όλοι ξαφνιάστηκαν, καθώς αντιλήφθηκαν απότομα και χωρίς καμιά προετοιμασία ότι κοιμόνταν βαθιά και ξύπνησαν. Όχι βέβαια γλυκά και τρυφερά, αλλά με λίτρα παγωμένου νερού στα αθώα πρόσωπά και τα απροστάτευτα κορμιά τους!
Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, ψάχνοντας ένα στήριγμα. Ένα χαμόγελο αμηχανίας ξεπήδησε σε κάποιους για να σβηστεί άδοξα προδομένο απ’ την απόλυτη μοναξιά που το περιστοίχιζε. Κανείς δεν μίλησε κι ο πρόεδρος συνέχισε:
-Ζούμε σε μια ελεύθερη χώρα κι έναν ελεύθερο κόσμο, χάρη στους προγόνους μας, που με αυτοθυσία έδωσαν τις ζωές του για τις ελευθερίες που απολαμβάνουμε εμείς σήμερα. Την ελευθερία της επιλογής, την ελευθερία της ιδιωτικής περιουσίας, που χτίζει με κόπο και ιδρώτα ο μέσος Αμερικάνος, ο μέσος πολίτης αυτού του κόσμου. Ελευθερίες που κατοχυρώνει  το ίδιο μας το Σύνταγμα και προστατεύει όλος ο δυτικός κόσμος, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ιαπωνία, η Αυστραλία, η πρώην κομμουνιστική Ρωσία, ακόμη κι αυτή η κομμουνιστική Κίνα, ασχέτως αν δεν το παραδέχεται δημοσίως για να κρατήσει όσο καλύτερα γίνεται τα γκέμια του λαού της! Ο καπιταλισμός, το σύστημα που οδηγεί την ανθρώπινη νόηση στα άκρα της δημιουργίας και της κατάκτησης έχει σήμερα εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο. Νικήσαμε τον σοσιαλισμό στο παρελθόν, θα το κάνουμε και τώρα. Και αυτή την φορά δεν είμαστε μόνοι μας. Όλες οι μεγάλες δυνάμεις είναι στο πλευρό μας, είπε αποφασιστικά και σώπασε.
Οι ακροατές του άρχισαν να νιώθουν ότι ήταν παρόντες, απλώς και μόνο για να νομιμοποιήσουν  μια προειλημμένη απόφαση, όταν μια γραμματέας μοίρασε από τρείς κόλλες  χαρτί στον καθένα τους. Κοίταξαν τις φωτογραφίες κι άκουσαν τον πρόεδρο να τους λέει:
-Αυτά είναι τρία εργοστάσια της πολεμικής βιομηχανίας της Ελλάδας. Οι μυστικές υπηρεσίες επιβεβαιώνουν την κατακόρυφη αύξηση δραστηριότητας στα εργοστάσια αυτά μετά την παραλαβή εκατοντάδων τόνων τεχνολογικού εξοπλισμού τους τελευταίους μήνες. Όπως αντιλαμβάνεστε κάτι φτιάχνουν εκεί μέσα. Πιστεύουμε ότι κατασκευάζουν κάποιο όπλο.
-Μα αυτοί κατάργησαν τον στρατό τους πριν από λίγες μέρες. Και σίγουρα δεν μπορούμε να ξέρουμε με σιγουριά τι… έσπευσε να διαμαρτυρηθεί ο υπουργός εξωτερικών, ένας μετριοπαθείς πολιτικός, για να διακοπεί άμεσα. Ο πρόεδρος πήρε το τηλεκοντρόλ που βρισκόταν πάνω στο οβάλ τραπέζι και πάτησε ένα κουμπί. Στράφηκαν όλοι στην μεγάλη οθόνη, απέναντι απ’ την καρέκλα του προέδρου στην κορυφή του τραπεζιού και άκουσαν ένα απόσπασμα από την ομιλία του Πλάτων πριν από λίγα βράδια, με τους απαραίτητους υπότιτλους στο κάτω μέρος της οθόνης.
«… θα επιβάλλουμε την άποψή μας για τον κόσμο… έχουμε την τεχνολογία, μια τεχνολογία σταλμένη απ’ το μέλλον, να το κάνουμε πράξη…». Ο πρόεδρος πάγωσε την εικόνα και στράφηκε στον υπουργό του:
-Λοιπόν;
Αυτός σάστισε αντιλαμβανόμενος το επιχείρημα του προέδρου. Δεν είχε την πρόθεση να υπερασπιστεί τον περίεργο, στα μάτια όλων, νέο και την χώρα του και ο πρόεδρος δεν θα άφηνε κανέναν μες το δωμάτιο να παίξει τον άχαρο ρόλο του δικηγόρου του διαβόλου..κυριολεκτικά. Μετά την σιωπηρή αποδοχή του υπουργού ο πρόεδρος συνέχισε με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον εαυτό του.
-Κατασκευάζουν ένα όπλο λοιπόν. Για μένα είναι απολύτως δεδομένο αυτό, αφού μας το είπε μόνος του, σχεδόν το παραδέχτηκε, όπως ακούσατε, πρόσθεσε δείχνοντας  με το χέρι του και πηγαίνοντας δίπλα στο παγωμένο πρόσωπο του Πλάτων, το πανέμορφό και ειρηνικό του πρόσωπο, που παρατηρούσαν προσεχτικά όλοι μες την αίθουσα. Και ξέρετε τι με κάνει σίγουρο; Θέλετε να μάθετε, ρώτησε ξαναδείχνοντας το ήρεμο και ειρηνικό πρόσωπο του Πλάτων. Δεν περίμενε απάντηση και παίρνοντας πάλι στα χέρια του το τηλεκοντρόλ πρόσθεσε: Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι αυτό που βλέπετε μπροστά σας, ο όμορφος νέος με την ευγενική μορφή που κάθε μητέρα θα ήθελε για γιό της και κάθε γυναίκα για εραστή της, κάθε άντρας για κολλητό και κάθε πατέρας για τον ονειρεμένο γιό του, αλλά αυτό, είπε και προχώρησε γρήγορα την εικόνα παγώνοντας την  στιγμή που ο Πλάτων είχε δεχτεί την πρώτη σφαίρα.
Η τηλεοπτική κάμερα είχε αιχμαλωτίσει την παντοδύναμη εικόνα, που εξυπηρετούσε άριστα τους σκοπούς του προέδρου. Ο Πλάτων, βρισκόμενος σε θέση μάχης πάνω στην εξέδρα, κοιτούσε βλοσυρά προς κάποιο αόριστο σημείο ψηλά. Το γλυκό του πρόσωπο είχε δώσει την θέση του σε ένα αρπακτικό, έτοιμο να κατασπαράξει  το θύμα του και η μορφή του, απέπνεε θάνατο. 
-Είναι ένα αδίστακτο πλάσμα, ανίκανο να αισθανθεί έλεος. Ο πράκτοράς μας, που προσπάθησε να τον εξοντώσει αγνοείται, πρόσθεσε ενημερώνοντάς τους έστω και τώρα ότι αυτή η δολοφονική επίθεση ήταν πράξη της χώρας τους. Πιστεύουμε ότι είναι ήδη νεκρός, προσωπικά ελπίζω να είναι, γιατί κανείς μας δεν θα ήθελε να βρεθεί μόνος του, απογυμνωμένος από κάθε έννοια ατομικού απέναντι στον απόκοσμο άντρα. Γνωρίζουμε ότι εκτός της ενέργειας που παράγουν τα χέρια του έχει και την δύναμη να ελέγχει το μυαλό του καθενός που θα βρεθεί απέναντί του, αποκάλυψε και η πληροφορία αυτή φόβισε μέχρι τα βάθη της ύπαρξης τους όλους τους παρόντες. Όλα ταιριάζουν απόλυτα, σαν πάζλ για μικρά παιδιά μες το μυαλό μου. Το ερώτημα πλέον είναι αναπόφευκτο. Θα του δώσουμε την ευκαιρία να ολοκληρώσει την κατασκευή του όπλου του και να μας πολεμήσει ή θα στείλουμε αυτό το έκτρωμα της φύσης και τις γελοίες προσδοκίες του να καταλύσει το σύστημά μας στα τάρταρα; Προτείνω άμεση κινητοποίηση της πολεμικής μας μηχανής εναντίων του. Θα καταστρέψουμε τα πολεμικά του εργοστάσια, αλλά και τον ίδιο. Δεν θα σταματήσει ποτέ και νομίζω ότι είναι προφανές σε όλους. Το βλέπετε στα μάτια του; Εγώ το βλέπω, είπε στρεφόμενος σκεφτικός προς την άγρια εικόνα του Πλάτων κι όλοι συμφώνησαν.
Άλλοι απόλυτα πεπεισμένοι από τα επιχειρήματα του πρόεδρου και άλλοι λιγότερο πεισμένοι, αλλά ανίκανοι να εκφράσουν αντιρρήσεις. Η πιθανότητα, έστω και μία στο εκατομμύριο, να είναι αλήθεια όσα τους είπε ο πρόεδρος δεν άφηνε περιθώρια ελιγμών. Έδωσαν λοιπόν την συγκατάθεσή τους όλοι και  οι πολεμοχαρείς στρατηγοί έφυγαν βιαστικά για να ετοιμάσουν μια συντριπτική επίθεση. Ο πρόεδρος θέλοντας να κρατήσει τα προσχήματα ολοκλήρωσε την συνεδρίαση με τα εξής λόγια:
-Εννοείτε ότι θα στραφούμε άμεσα στον ΟΗΕ και θα ζητήσουμε απ’ το Συμβούλιο Ασφα-λείας την άμεση λήψη μέτρων εναντίων της Ελλάδας. Έχω ήδη μιλήσει με τους συμμάχους μας και είναι θετικοί στο ενδεχόμενο πραγματοποίησης στρατιωτικής επέμβασης. Δεν απειλούμαστε μόνο εμείς, αλλά ολόκληρος ο ελεύθερος κόσμος από αυτόν τον νέο και οι σύμμαχοι μας το καταλαβαίνουν. Θα τον συντρίψουμε! Θα τον ισοπεδώσουμε, είπε παθιασμένα σφίγγοντας τις γροθιές του. Ελπίζω να μην χρειαστεί, αλλά σε περίπτωση που οι δυνάμεις του είναι τόσο ισχυρές που δεν αφήνουν περιθώρια ελιγμών, είμαι έτοιμος να χρησιμοποιήσω ολόκληρο το πυρηνικό μας οπλοστάσιο για να πετύχουμε τον στόχο μας, είπε στο φοβισμένο, απ’ την καθαρή λύσσα στην έκφραση του προσώπου του, ακροατήριό.
Μόνο μια τετράγωνη καρδιά κι ένα ποτισμένο απ’ το μίσος μυαλό χαμογέλασε με τα μάτια σφαλιστά στο διπλανό δωμάτιο. Ο αιδεσιμότατος Ιάκωβος ικανοποιημένος απ’ την εξέλιξη, πίστευε ακράδαντα μέσα του ότι ο πράκτορας ήταν ακόμη ζωντανός. Προσευχήθηκε στον Θεό του για αυτόν και έλπιζε ότι τώρα το Θηρίο θα δοκίμαζε από πρώτο χέρι την οργή των πιστών του. Μια οργή οπλισμένη από την καταστρεπτική φλόγα των όπλων, απ’ το ίδιο το χέρι του Θεού, μέσω των Υιών Του!

                                                                       12

-Νεφέλη… ψέλλισε κι η αδύναμη φωνή του πνίγηκε απ’ τα παράσιτα της γραμμής. Καθισμένος στην κορυφή του γυάλινου πύργου του, αποκομμένος απ’ τον υπόλοιπο κόσμο, νιώθοντας σε κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, την ανατριχίλα της σύγκρουσης που πλησίαζε απειλητικά, ένιωσε μια ακόρεστη επιθυμία να την ακούσει. Και η γλυκιά μελωδία της φωνής της να τον ταξιδέψει σε ένα άλλο σύμπαν, ένα παράλληλο σύμπαν, όπου αυτός θα ήταν ένας κοινός θνητός κι αυτή η γυναίκα της ζωής του.
-Πλάτων; Εσύ είσαι, μωρό μου, ρώτησε με λαχτάρα το κορίτσι με τα μελαχρινά μαλλιά.
Κλεισμένη στην προσωπική της φυλακή, με ένα μωρό που βιαζόταν να βγει απ’ τα σπλάχνα της, θα ξόρκιζε τα χιλιάδες δάκρυα, την θλίψη και τον πόνο, που της κράταγαν παρέα, με μία μόνο λέξη στο ακουστικό, που έσφιγγε υπερβολικά δυνατά πάνω της.
-Νεφέλη… σ’ αγαπώ, είπε ψιθυριστά, αλλά καθαρά και η μικρή παύση, μια πηγή τρομερής αγωνίας, διήρκησε μόλις μια στιγμή.
-Πλάτων! Που είσαι, καρδιά μου; Τα ερωτήματα βγήκαν με λυγμούς και η τσακισμένη της φωνή σπάραξε την καρδιά του. Κοιτώντας την συσκευή του τηλεφώνου είδε την φωνή της, καθώς έβγαινε από μέσα, να ζωγραφίζει μια ανείπωτη μοναξιά στον αέρα. Χρώματα πόνου, θλίψης κι αγωνίας. Μαύρο, κόκκινο και πάλι μαύρο!
-Νεφέλη … αγάπη μου… σύντομα όλα θα τελειώσουν, της είπε και αμέσως τα χρώματα άλλαξαν. Γαλαζοπράσινα σαν τα μάτια της, τα λόγια του γλύκαναν την ψυχή της. Το κορίτσι ένιωσε την ελπίδα, την προσμονή να αγγίζει επιτέλους το άφταστο τέλος. Θα ήταν κοντά της σύντομα και το όνειρό της θα έπαιρνε σάρκα και οστά. Πώς να του πει ότι ο χρόνος παίζει παράξενα παιχνίδια;
Ό,τι να, όταν ήταν κοντά του, δίπλα του, ο χρόνος κυλούσε γοργά, σαν γάργαρο νερό, στο κρυστάλλινο ποτάμι. Ένιωθε μια εσωτερική δροσιά, μια αγαλλίαση, ήταν πλήρης! Από την στιγμή όμως που βρέθηκε άθελα της μακριά του, ο χρόνος σερνόταν σαν λάβα και κατάκαιγε το κορμί της, σημαδεύοντάς το ανεξίτηλα με πόνο και θλίψη. Η καρδιά της ένιωθε μισή! Κι όμως… αυτή η ανείπωτη προσμονή, το αποτέλεσμα της γλυκιάς τους ένωσης μες τα σπλάχνα της κι η ανέμελη σκέψη του δημιουργούσαν συναισθήματα τόσο δυνατά, που κι αυτή η λέξη Αγάπη, για χάρη της οποίας έχουν γραφτεί ολόκληρα έπη, έμοιαζε τόσο μικρή, τόσο φτηνή, ανήμπορη να εκφράσει το Σύμπαν που είχε γεννήσει μέσα της!
-Πότε θα ‘ρθείς κοντά μου; Το μωρό μας μεγαλώνει. Σύντομα θα γεννηθεί, βιάζεται βλέπεις, είπε αφήνοντας ελεύθερο ένα γελάκι. Πήρε απ’ τον μπαμπά του μάλλον, πρόσθεσε κι ήταν η σειρά του Πλάτων να γελάσει κοφτά.
-Εγώ ελπίζω να πήρε την ολύμπια ομορφιά της μητέρας του, τα ζεστά της μάτια και την μεγάλη της καρδιά, που χωράει όλη την αγάπη του κόσμου! Μια καρδιά, που αγαπιέται απ’ όποιον την γνωρίσει, απ’ όλο τον κόσμο και κυρίως από μένα. Τι λες, ρώτησε και το κορίτσι ένιωσε ευλογημένο για τα λόγια που ξεπήδησαν από αυτό το άγιο στόμα. Ένιωσε τόσο αγαπη-μένη εκείνη την στιγμή, τόσο πλήρης και ικανοποιημένη, που αυτή η άσπονδη φίλη της, η αμφιβολία, δεν άντεξε κι έκανε πάλι την αδίσταχτη εμφάνισή της.
-Πλάτων, μου λείπεις; Αφάνταστα! Πότε θα τελειώσουν όλα; Τι θα γίνει από εδώ και πέρα, ρώτησε κι ο Πλάτων προσγειώθηκε άτσαλα από τον αχαλίνωτο κόσμο του ονείρου του στην ωμή πραγματικότητα. Το κορίτσι απαιτούσε να μάθει.
-Ο ήλιος θα κρυφτεί για λίγο, μωρό μου. Μόνο για λίγο. Στο υπόσχομαι! Και στην συνέχεια θα βγει πιο φωτεινός από ποτέ, θα συντρίψει το σκοτάδι και θα φωτίσει όλους τους ανθρώπους! Θέλω να προσέχεις το σκοτάδι που έρχεται, μωρό μου. Μην βγαίνεις απ’ το σπίτι τις επόμενες ημέρες και να έχεις πάντα μαζί σου τους άντρες που σε φυλάνε! Νεφέλη, είσαι πολύ πολύτιμη για να σε χάσω. Δεν θα το επιτρέψω ποτέ, μωρό μου, είπε στο κορίτσι που άκουγε με κομμένη την ανάσα.
-Θα σε πολεμήσουν, ρώτησε και μια έντονη πίκρα πλημμύρησε την γλώσσα της.
-Ναι, αλλά δεν θα καταφέρουν τίποτα! Μην ανησυχείς, έχω τον τρόπο να τους νικήσω και να χαρίσω στον κόσμο το μέλλον που του αξίζει μια και καλή. Για το παιδί μας, Νεφέλη και τα παιδιά όλου του κόσμου, τόνισε με βεβαιότητα.
-Κι αν είναι πολλοί; Αν είναι περισσότεροι απ’ όσους μπορείς να νικήσεις; Αν… ρώτησε με τον πανικό να χρωματίζει και πάλι μαύρη την φωνή της.
-Μην ανησυχείς, Νεφέλη! Όσοι κι αν είναι, ακόμη κι ενάντια σε όλο τον πλανήτη, θα πετύχω τον στόχο μου, είπε καταφέρνοντας να κρύψει απ’ τον τόνο της φωνής του, την αμφιβολία που χτύπησε και την δικιά του πόρτα.
«Όσοι κι αν είναι, ακόμη κι ενάντια σε όλο τον πλανήτη, θα τα καταφέρω!» Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούσε να ξέρει. Θεωρούσε ότι με τις μηχανές που θα ολοκληρωνόταν σύντομα, δεν θα είχε καμιά δυσκολία να αντιμετωπίσει κάθε εχθρό και να κάνει πράξη το όραμά του. Τι θα γινόταν όμως σε μια ξαφνική και μαζική επίθεση; Τι θα έκανε αν τον προλάβαιναν; Ή τι θα γινόταν πραγματικά απέναντι σε όλο τον κόσμο; Θα τα κατάφερνε;
-Υποσχέσου μου, ότι θα είσαι καλά! Υποσχέσου στην αγάπη μας και στο μωρό μας, ότι θα είσαι σύντομα κοντά μας, όταν όλα αυτά τελειώσουν, ζήτησε προστακτικά η Νεφέλη. Έβλεπε κι αυτή τα μαύρα σύννεφα να μαζεύονται πάνω απ’ τον Πλάτων. Κι αυτός θα ήταν μόνος του! Ολομόναχος. Ένας νέος ή μάλλον ένα παιδί ενάντια σ’ ολόκληρο τον κόσμο!
«Αχ, αγάπη μου, γιατί εσύ;» σκέφτηκε και η καρδιά της δεν άντεξε. Έβαλε τα κλάματα, αυθόρμητα και γοερά!
Ο Πλάτων σιωπηλός άκουγε τα αναφιλητά και τους πνιχτούς λυγμούς του κοριτσιού. Θα την άφηνε να ξεσπάσει, να το βγάλει από μέσα της. Τον αγαπούσε με πάθος, ολοκληρωτικά. Αυτό τον έκανε χαρούμενο. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, χαμογέλασε ακούγοντας το κορίτσι να κλαίει. Ένιωσε μια απίστευτη ικανοποίηση, μια θερμή πληρότητα. Ένιωσε φως κι ευγνωμοσύνη. Δεν ήξερε τι θα κατάφερνε στον πόλεμο, που προετοίμαζαν οι εχθροί του, αλλά είχε καταφέρει, στην σύντομη και μοναχική ζωή του, να νιώσει αυτό που ψάχνουν όλοι ευθύς μόλις γεννηθούν και που λίγοι κατακτούν. Την απόλυτη αγάπη ενός ανθρώπου και το εξαγνιστικό αίσθημα της λατρείας!
-Νεφέλη, σ’ αγαπώ! Τώρα και για πάντα! Γέμισες την ασήμαντη ζωή μου με την γλυκιά μέθη της λατρείας σου! Είσαι ένας άγγελος, πάνω απ’ τους ανθρώπους. Αγαπάς κι αγαπιέσαι αληθινά και τίποτα άλλο δεν έχει σημασία. Σ’ αγαπώ, είπε με την πιο γλυκιά και τρυφερή φωνή του κι έκλεισε απότομα το τηλέφωνο, αφήνοντας το κορίτσι σαν τσακισμένο, απ’ τις αδίστακτες δυνάμεις της φύσης, τριαντάφυλλο!
Η Νεφέλη έκλεισε κι αυτή με την σειρά της το νεκρό ακουστικό και χάιδεψε την κοιλιά της. Τα δάκρυα στέγνωσαν αργά, δεχόμενη τελικά βαθιά μες το μυαλό της ότι ίσως δεν τον ξανάβλεπε ποτέ.
«Κι όμως …είναι ήδη μέσα μου!»  συλλογίστηκε χαζεύοντας την φουσκωμένη κοιλίτσα της, ενώ το μωρό του ετοιμαζόταν σε σύντομο χρονικό διάστημα να γνωρίσει τον κόσμο, αυτόν που θα χάριζε σε όλους  ο πατέρας του!

                                                                       13

-Κύριε πρόεδρε, είχαμε ένα γεγονός το οποίο πρέπει να γνωρίζετε και να αξιολογήσετε.
-Ακούω, είπε ο πρόεδρος και περίμενε με περιέργεια την φωνή να βγει  μέσα απ’ τα ηχεία της αίθουσας επιχειρήσεων στο προεδρικό αεροσκάφος, που κατευθυνόταν στην Νέα Υόρκη για την έκτακτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ!
-Οι δορυφόροι μας μόλις εντόπισαν ένα περίεργο τηλεφώνημα. Όπως, γνωρίζετε παρακολουθούμε εδώ και μέρες το κτίριο μες το οποίο μετέφεραν τον πράκτορά μας. Εκεί όπου εξέπεμψε για τελευταία φορά το σήμα από την στολή του. Έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι στο κτίριο αυτό έχει εγκατασταθεί ο νέος τις τελευταίες εβδομάδες. Ο στρατιωτικός δορυφόρος μας που βρίσκεται μόνιμος πάνω απ’ το κεφάλι του δεν έχει παρατηρήσει παρά ελάχιστη δραστηριότητα στο κτίριο. Αυτός δεν έχει εμφανιστεί καθόλου κι ελάχιστα αυτοκίνητα έχουν μπει κι έχουν βγει απ’ αυτό, τα περισσότερα πριν από λίγες μέρες κι όλα από το υπόγειο παρκινγκ. Καμιά σύνδεση στο ιντερνέτ, κανένα τηλεφώνημα. Εκτός από σήμερα! Σήμερα ο δορυφόρος κατέγραψε το σήμα ενός τηλεφωνήματος που έγινε από το κτίριο προς μια μικρή πόλη της χώρας. Δεν μπορέσαμε να καταγράψουμε την συνομιλία, αλλά εντοπίσαμε την τοποθεσία της δεύτερης γραμμής.
-Με ποιόν μίλησε;
-Μάθαμε ότι η γραμμή ανήκει σε κάποιον Αλέξανδρο Σωκράτους. Μένει λίγο έξω από την πόλη με την σύζυγο του και την μοναχοκόρη τους.
-Με την μοναχοκόρη τους, επανέλαβε ο πρόεδρος, με τα μάτια του να αποκτούν μια ξαφνική γυαλάδα και το πρόσωπό του να φωτίζεται από μια υποψία ευτυχίας. Πρέπει να μίλησε με το κορίτσι για το οποίο τους είχε ενημερώσει ο πράκτορας. Είχε χαθεί ξαφνικά χωρίς καμιά ένδειξη για το που μπορεί να ήταν. Και να που τώρα ο Αντίχριστος τους οδήγησε σ’ αυτήν κι αυτή με την σειρά της επιβεβαίωσε την τοποθεσία του. Άλλη μια σπαζοκεφαλιά για το μυαλό του προέδρου. Γιατί έκανε κάτι τέτοιο; Ήταν κάποια παγίδα, κάποια μπλόφα ίσως ή…
-Μάθαμε ότι το κορίτσι είναι έγκυος, διέκοψε τον ειρμό της σκέψης του η φωνή απ’ τα ηχεία.
-Έγκυος, ρώτησε απορημένος.
 Πως είναι δυνατόν ένα πλάσμα σαν τον Πλάτων να συμπεριφέρθηκε τόσο επιπόλαια; Τόσο αυθόρμητα; Πως είναι δυνατόν να τους έδωσε έτσι απλά ένα όπλο στα χέρια τους;
-Έχω ήδη στείλει δυο άντρες μας στην περιοχή, για να συλλέξουν περεταίρω πληροφορίες!
-Πολύ καλά. Κράτα με ενήμερο, ολοκλήρωσε σκεπτικός ο πρόεδρος. Παρατηρώντας σιωπηλός τα στελέχη της κυβέρνησής του να ρυθμίζουν τις τελευταίες λεπτομέρειες της επίσκεψής του στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών, αναρωτήθηκε αν είχε υπερτιμήσει τον Πλάτων.
Αν η τελευταία του κίνηση ήταν γκάφα, και δεν είχε βάσιμες υποψίες να πιστεύει ότι ήταν οτιδήποτε άλλο, και όχι κάποιο κόλπο, τότε δεν ήταν τόσο ισχυρός όσο φοβόταν. Αντιθέτως είχε ελαττώματα, όπως όλοι μας. Αυτό τον έκανε πιο ανθρώπινο, πιο γήινο στα μάτια του. Χαμογέλασε με ανεβασμένη διάθεση όταν σκέφτηκε ότι θα του έδινε την ευκαιρία να αποδείξει αν ένιωθε κάτι για το κορίτσι που κυοφορούσε τον καρπό του. Και να αποδείξει αν ήταν τόσο ανώτερος από τους υπόλοιπους, που να τα βγάλει πέρα και με τις δυο καταστάσεις. Την υπεράσπιση της πατρίδας του, αλλά και της… αγαπημένης του!
«Αγαπάει ο Αντίχριστος; Είναι δυνατόν; Θα μπορούσε ποτέ η αγάπη να αποτελέσει το ισχυρότερο όπλο μας εναντίων του; Θα πετύχει εκεί που ίσως δεν τα καταφέρουν τα υπερσύγχρονα μαχητικά και οι έξυπνες βόμβες μας; Ένας τρόπος υπάρχει για να το διαπιστώσουμε!»
-Πάρε μου τον Στρατηγό Λι! Έχουμε δύο νέους στόχους, διέταξε ψυχρά τον υπεύθυνο επι-κοινωνιών.

Εκείνη την στιγμή ο Πλάτων δέχτηκε με χαρά την συντροφιά του πρωθυπουργού, ο οποίος μπήκε στο φωτεινό δωμάτιο και τον είδε να κοιτάζει άψυχα το τηλέφωνο. Η λυπημένη όψη του, σαν ήρωας αρχαίας τραγωδίας που μόλις αντιλήφτηκε την ύβρη την οποία διέπραξε, μεταμορφώθηκε απότομα στο στιβαρό κι αδίστακτο πρόσωπο που προκαλούσε την τυφλή εμπιστοσύνη του.
Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στην συσκευή που θύμιζε καμπίνα ασανσέρ. Ο πρωθυπουργός πλησίασε δίπλα του.
-Έφτασε ο καιρός να δοκιμάσουμε την τεχνολογία μας, κύριε πρωθυπουργέ. Νιώθω την σύγκρουση να πλησιάζει! Κι όντως την ένιωθε τόσο κοντά, τόσο ισχυρή, σαν τσουνάμι που απειλεί να καταπιεί τις ξύλινες καλύβες στην άμμο. Βέβαια αυτή είναι μόνο μια εικόνα, η εικόνα που έχουν στο μυαλό τους οι εχθροί μας, είπε αδιάφορα. Το μυαλό του σίγουρα ταξίδευε αλλού.
-Μόλις με ενημέρωσε ο πρέσβης μας στα Ηνωμένα Έθνη, ότι επίκειται έκτακτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Και μάλιστα με την συμμετοχή των ηγετών των μόνιμων μελών. Πολύ σύντομα θα πραγματοποιηθεί και έκτακτη ολομέλεια της συνέλευσης με άγνωστο προς το παρόν αντικείμενο, επεσήμανε ο πρωθυπουργός εμφανώς ανήσυχος για την γρήγορη εξέλιξη.
-Γνωρίζετε ποιο είναι το αντικείμενο.
-Εμείς! Εσύ, είπε σχεδόν σίγουρος ο πρωθυπουργός.
Ο Πλάτων κατένευσε.
-Πιστεύω ότι πρέπει να έχουν καταλάβει μέχρι τώρα ότι κατασκευάζουμε κάτι. Λογικά θα έχουν βρει και τις τοποθεσίες. Ο ΟΗΕ δεν θα αποτελέσει  τίποτε περισσότερο από μια προσπάθεια νομιμοποίησης των πράξεών τους. Η Υπερδύναμη έχει πάρει την απόφασή της. Θα μας επιτεθεί πάση θυσία. Ίσως πριν καν καταλήξει το συμβούλιο σε κάποιο ψήφισμα.
Ο πρωθυπουργός παρέμεινε βουβός, αναλογιζόμενος την επερχόμενη λαίλαπα. Το μόνο που ήθελαν, αυτός, ο Πλάτων και τόσοι άλλοι στην χώρα τους, καθώς και εκατομμύρια υποστηρικτές τους σε όλο τον κόσμο, ένας κόσμος αγάπης, θα δοκιμαζόταν σκληρά. Η κοινή λογική, η θέληση για επιβίωση θα τεστάρονταν απέναντι στους τυφλούς ηγέτες, οι οποίοι καθοδηγούνταν από το μισάνθρωπο κέρδος και τον απόλυτο εγωισμό. Δεν φοβήθηκε για τον εαυτό του, γιατί είχε κάνει μια συνειδητή επιλογή. Φόβος τρύπωσε μέσα του για το μέγεθος της καταστροφής, για τον αριθμό των αθώων θυμάτων, των απλών ανθρώπων που πάντα υπομένουν καρτερικά τις συνέπειες των πράξεων άλλων!
-Πλάτων, θα καταφέρουν οι μηχανές να αποκρούσουν μια γιγαντιαία επίθεση; Θα μπορέσουν να μας προστατέψουν όλους; Ή μήπως τα θύματα είναι αναπόφευκτά, ρώτησε με αγωνία και ξεροκατάπιε το λίγο σάλιο που παρήγαγε το στεγνωμένο απ’ την άγνοια του στόμα.
-Δεν ξέρω, απάντησε με ειλικρίνεια κοιτώντας κατάματα τον πρωθυπουργό.
Του εξήγησε ότι θα έκανε σίγουρα ότι μπορούσε. Οι μηχανές, αν λειτουργούσαν πλήρως, θα ήταν ανίκητες. Θα απορροφούσαν το μεγαλύτερο μέρος της επίθεσης χωρίς πρόβλημα, αλλά δεν μπορούσε να γνωρίζει αν θα προλάβαιναν όλες τις βόμβες, όλα τα όπλα που θα στρέφονταν μαζικά κατά των αμάχων. Γιατί γνώριζε ότι όταν θα καταλάβαιναν την ματαιότητα της επίθεσής τους, τότε θα στρέφονταν εκδικητικά απέναντι στους αθώους πολίτες.
Σκέφτηκε ότι ένα πανέμορφο κορίτσι με μακριά μελαχρινά μαλλιά, κάπου στα Γιάννενα, ανήκει κι αυτή στην κατηγορία των αθώων αμάχων και πολύ πιθανόν η θέση της να είναι πλέον γνωστή στον εχθρό του. Λόγω ενός αυθόρμητου τηλεφωνήματος.
Το υπέροχο μυαλό του, συνειδητοποιώντας ότι μόνο η πλήρη έκφραση των βαθύτερων επιθυμιών και συναισθημάτων μπορεί να οδηγήσει σε μια υγιή κατάσταση του νου, χωρίς νευρώσεις και ψυχώσεις, άφησε την καρδιά του να δράσει επικοινωνώντας, ίσως για τελευταία φορά, με την Νεφέλη. Θα έπρεπε να είναι πανέτοιμος σύντομα για την μάχη της ζωής του, χωρίς έγνοιες, απελευθερωμένος από κάθε σκέψη. Οι συνέπειες όμως ήταν ήδη μπροστά του, η Σκιά το είχε συνειδητοποιήσει προβληματισμένη κι ένα δίλλημα ζωής ή θανάτου θα πρόβαλλε σύντομα!

                                                                       14

Τα τύμπανα του πολέμου άρχισαν να παίζουν το μελωδικό τους σκοπό. Οι στρατηγοί, από το κέντρο επιχειρήσεων στην καρδιά της Υπερδύναμης καθοδηγούσαν μέσω δορυφόρων με απόλυτη αρμονία ένα γιγάντιο στρατό προς μια αναπόφευκτη νίκη.  Σε κάθε νότα του αριστουργήματός τους, με κάθε εντολή, σχεδόν όλα τα πιόνια μετακινούνταν παίρνοντας την κατάλληλη θέση.  Ο ρυθμός τους απλός κι ο σκοπός τους απλούστερος. Να περικυκλώσουν την ανόητη χώρα και να την στραγγαλίσουν με μια κίνηση.
Ολόκληρα σμήνη ατσάλινων αητών, που έτρεφαν μέσα τους φαρμακερά βέλη, ξεκίνησαν μια τεράστια ανακατάταξη θέσεων. Χιλιάδες από αυτά τα σμήνη αναχώρησαν από βάσεις της Υπερδύναμης σε όλο τον κόσμο, από την Ευρώπη και την μέση Ανατολή, καθώς κι απ’ τον Καύκασο και την Ασία, και κατευθύνονταν συντονισμένα σε βάσεις στις γειτονικές χώρες του στόχου. Οι πολίτες όλων των χωρών απ’ όπου πέρασαν τα σμήνη, στους δρόμους, αλλά και μες στα κτίρια, έστρεψαν αυθόρμητα τα κεφάλια ψηλά, ακούγοντας τον βροντερό και πένθιμο ήχο τους, σαν ουρλιαχτά γιγάντων. Μιλούσαν για θάνατο κι οι ψυχές των ανθρώπων, γέμισαν σε άλλους φόβο κι αγωνία και σ’ άλλους προσμονή και μια ηδονιστική δίψα. Μια αρχέγονη δίψα για αίμα!
Στην Ιταλία, στην Τουρκία και στην Αλβανία, τα σμήνη των υπερσύγχρονων μαχητικών της Υπερδύναμης θα τίθονταν σε επιφυλακή σε βάσεις του ΝΑΤΟ, αλλά και σε βάσεις που παρεχώρησαν με προθυμία οι ηγέτες αυτών των χωρών. Με το δάκτυλο στην σκανδάλη ανά πάσα στιγμή, να χτυπήσουν τους συγκεκριμένους στόχους τους. Τρία εργοστάσια της πολεμικής βιομηχανίας, έναν ουρανοξύστη στο κέντρο της Αθήνας κι έναν πέμπτο άγνωστο στόχο σε μια μικρή πόλη στα δυτικά της χώρας.
Παράλληλα, δυο τεράστιες πλωτές αετοφωλιές κατευθύνονταν στα νότια της χώρας για να κλείσουν τον κύκλο. Δυο υπέροχα επιτεύγματα της σύγχρονης μηχανολογίας και κατά-σκευαστικής ικανότητας, με εκατοντάδες άτομα προσωπικό, αφοσιωμένα στην καταστροφή. Η θηλιά θα ήταν έτοιμη σύντομα και το μόνο που θα απέμενε ήταν μια λέξη. Μια διαταγή κι όλεθρος θα ξεκινούσε!

Στο κέντρο του κύκλου του θανάτου ένα πιόνι πάλευε να κρατήσει τα λογικά του. Η νεκρική σιγή, η αίσθηση του φόβου που πλανιόταν στον αέρα, ξύπνησε τον τρομοκρατημένο  πράκτορα στο μέσο της μεσημεριανής του ανάπαυσης. Η σκέψη του έπαιζε ξανά και ξανά, ακατάπαυστα το ίδιο έργο. Τα δυο πύρινα μάτια βίαζαν τις πόρτες του μυαλού του κι έκλεβαν την ψυχή του.
Καθισμένος, με τα γόνατα μαζεμένα στο στήθος, στην γωνία απέναντι απ’ την είσοδο του αυτοσχέδιο κελιού του, προσπαθούσε να συμμαζέψει τα κομμάτια του. Με μάτια σφαλιστά τριγυρνούσε στα ερείπια του μυαλού του. Έψαχνε στα ερείπιά του για αναμνήσεις, αυτές που καθορίζουν τον άνθρωπο που είμαστε, τις εμπειρίες από την γένεση μας και μετά. Κάθε εμπειρία κι ένα τούβλο στον τοίχο της συνείδησης. Αν βγάλεις μερικά, ο τοίχος κινδυνεύει. Αν βγάλεις τα κατάλληλα, ο τοίχος θα πέσει, αφήνοντας πίσω του ένα ζωντανό κουφάρι κι έναν νεκρό άνθρωπο!
Έτριβε με μανία το δόντι-φυλαχτό, προσπαθώντας να θυμηθεί οτιδήποτε. Διαπίστωσε με μια αυξανόμενη ικανοποίηση ότι θυμόταν σιγά σιγά ποιος ήταν και τι είχε κάνει. Όλους τους φόνους, όλες τις ζωές που είχε αφαιρέσει. Θυμόταν ακόμη και τα θύματα, τα ολοζώντανα πρόσωπα τους, που αυτός μεταμόρφωνε τόσο επιδέξια σε νεκρές κούκλες. Τελευταίο πρόσωπο ο πιτσιρικάς συνάδελφος του στην αποστολή αυτή, στο κυνήγι του Κτήνους. Γύρισε τον χρόνο λίγο πιο πίσω.
Θυμήθηκε την στρατολόγησή του στην υπηρεσία της Υπερδύναμης. Την άγια εκείνη μέρα που ξαναγεννήθηκε. Χαμογελούσε τώρα και ένιωθε ήδη καλύτερα. Ο εαυτός του ήταν ζωντανός, δεν τον είχε καταβροχθίσει το Θηρίο. Όχι ολόκληρο. Προσπάθησε να θυμηθεί κάτι πριν την στρατολόγησή του. Οτιδήποτε. Έστυβε το νου του… όμως μάταια. Τίποτα! Λες και η ζωή του ξεκίνησε σε ηλικία δεκαοχτώ χρονών, όταν κατατάχτηκε στους πεζοναύτες.
Το παρελθόν του ήταν πετσοκομμένο, κατακρεουργημένο.  Το νεοφερμένο χαμόγελο εξορίστηκε για πάντα απ’ το πρόσωπό του, τρίβοντας με πάθος το δόντι-φυλαχτό. Άρχισε να κλαίει όταν διαπίστωσε ότι δεν θυμόταν γιατί το κρατούσε. Τι συμβόλιζε; Γιατί το είχε; Ένα ξένο σώμα κι αυτό. Τράβηξε δυνατά κι έσπασε την αλυσίδα απ’ τον λαιμό του. Το έφερε μπροστά του, υπό το αμυδρό φώς που τρύπωνε στο δωμάτιο από την χαραμάδα της πόρτας και τα θολά του μάτια προσπάθησαν να θυμηθούν. Που το βρήκε αυτό το δόντι; Αυτό το κομμάτι ανθρώπινης σάρκας, που γυάλιζε μοναδικά στο μισοσκόταδο! Σε ποιόν ανήκε;
Δεν θυμόταν! Δεν θυμόταν! Καθώς το δόντι πηγαινοερχόταν σαν εκρεμμές, κι αδυνατώντας να θυμηθεί, τα δάχτυλα του άφησαν αργά την αλυσίδα. Το δόντι προσγειώθηκε στην γωνία του δωματίου και η αλυσίδα το αγκάλιασε σφιχτά, σκεπάζοντάς το. Ο πράκτορας σηκώθηκε όρθιος, κοιτώντας αδιάφορα το άγνωστο κειμήλιο. Γύρισε αποφασιστικά, με το πρόσωπο σφιγμένο από μια αστείρευτη θέληση για δύναμη και κατευθύνθηκε προς την πόρτα, ενώ το δόντι έμεινε εκεί, στην γωνία, μόνο του για πάντα.

Ταυτόχρονα, ο πρόεδρος της Υπερδύναμης χαιρέτησε εγκάρδια τους ηγέτες των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ήταν σίγουρα πιο θερμός από ποτέ. Απέπνεε μια φιλικότητα και μια συγκαταβατικότητα πρωτοφανής. Δεν έμοιαζε σε τίποτα στον ξεροκέφαλο κι αγροίκο άντρα, που είχαν όλοι στο μυαλό τους. Αυτόν που αδιαφορούσε πλήρως για τα θέλω των άλλων και τα συμφέροντα των χωρών τους. Έναν αυτοεστεμμένο αυτοκράτορα!
-Φίλοι μου, σας καλωσορίζω και σας ευγνωμονώ για την ανταπόκρισή σας στο κάλεσμά μου, δήλωσε με ένα τεράστιο χαμόγελο. Ξέρετε όλοι γιατί είμαστε σήμερα εδώ!
Οι ηγέτες των άλλων χωρών ήταν εξίσου ανήσυχοι για τον Πλάτων. Οι παράξενες δυνάμεις του, η δύναμη των λόγων του και το κλίμα συμπαράστασης των λαών τους, που απλωνόταν γοργά, μαστίγωναν την ψυχική τους ηρεμία και ταρακούναγαν συθέμελα την εξουσία τους, όπως τα θηριώδη κύματα, αιώνια και νέα κάθε φορά, ξανά και ξανά, ραπίζουν τα, από χρόνους ξεχασμένους, έρημα λιμάνια.
Το ανήσυχο βλέμμα τους αισθάνθηκε μειονεκτικά απέναντι στο χαμογελαστό, γεμάτο αυτοπεποίθηση προσωπείο, που τους παρατηρούσε αφ’ υψηλού με τα πονηρά του ματάκια. Αν τους έδινε μια λύση, μια διέξοδο και μια φυγή, θα του ήταν ευγνώμονες. Σ’ αυτόν, τον άσπονδο φίλο τους!
Βλέπετε η εξουσία έχει ένα τεράστιο εξελικτικό πλεονέκτημα. Δεν κανιβαλίζει! Ξέρει καλά ποιος είναι ο φίλος και ποιος ο συμβατικός εχθρός. Και πάνω απ’ όλα διακρίνει εύκολα ποιος είναι ο πραγματικός εχθρός. Αυτός που όταν αναδύεται απ’ τα σκοτάδια και φανερώνεται θριαμβευτικά σε όλους συσπειρώνει παλιούς κι ορκισμένους εχθρούς απέναντι στην μανία που απειλεί να τους ποδοπατήσει σαν έντομα. Τέτοια αρχέγονα ένστικτα ξυπνούσε μέσα τους ο Πλάτων! 
Είδαν κι άκουσαν τον καλοδουλεμένο λόγο, τα αληθοφανή και στέρεα επιχειρήματα, τις εικόνες των δορυφόρων και τις αναφορές των υπηρεσιών ασφαλείας. Τα λιπαρά λόγια με την κόκκινη σάλτσα! Όλα ταίριαζαν κουτί. Το άλλοθί ήταν εκεί, μπροστά στα διψασμένα τους μάτια. Η λύση περίμενε καρτερικά την έγκρισή τους, αδιαφορώντας όλοι πρόσκαιρα για τα δολάρια, τα ευρώ και τα γουαν, το πετρέλαιο, την Μέση Ανατολή και τα διαμάντια. Στο μυαλό τους είχαν μόνο μια εικόνα. Την εικόνα της καταστροφής ενός πανίσχυρου και τρομακτικού εχθρού!
Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους!
-Λοιπόν, ρώτησε ο πρόεδρος της Υπερδύναμης αδιαφορώντας για την απάντησή τους. Είχε κάνει το καθήκον του. Η επίθεση οργανωνόταν και το Συμβούλιο Ασφαλείας ήταν ενήμερο και σύμφωνο. Όλα πήγαιναν όπως τα είχε σχεδιάσει και η εξιλέωσή του στα μάτια όλου του κόσμου ήταν πιο κοντά από ποτέ. Γι’ αυτό και το τεράστιο χαμόγελο κι η φιλική διάθεση. Σήμερα οι ηγέτες αυτοί ήταν φίλοι του. Αύριο μπορούσαν πάλι να το παίξουν εχθροί στα μάτια των λαών τους και της Ιστορίας!

                                                                             15

«Κυρίες και κύριοι, διακόπτουμε το πρόγραμμά μας για μια έκτακτη είδηση. Σε συνάντηση που ολοκληρώθηκε πριν από λίγα λεπτά το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση» είπε ο δημοσιογράφος της κρατικής τηλεόρασης στο έκτακτο δελτίο ειδήσεων, καθώς η νύχτα σκέπαζε την χώρα, και διάβασε λίγες τυπωμένες  λέξεις από μαύρο μελάνι πάνω σε άσπρο χαρτί. «Το Συμβούλιο, έχοντας στην διάθεσή του αδιάσειστα στοιχεία, αποφάσισε σήμερα ομόφωνα την καταδίκη… της Ελλάδας με την κατηγορία της κατασκευής όπλων μαζικής καταστροφής», είπε και σήκωσε το απορημένο του βλέμμα στην κάμερα. Τα λόγια χτύπησαν σαν χαστούκι, απρόσμενο και δυνατό, τις σκέψεις του. Αδυνατούσε, όπως και όλοι οι έκπληκτοι τηλεθεατές, να αντιληφθεί τι συνέβαινε, για ποια όπλα μιλούσε το ανακοινωθέν. Δεν ζούσαν σε μια υπερδύναμη, ούτε σε κάποιον αυθαίρετο άξονα του κακού, αλλά αποτελούσαν γνήσιο μέλος του Δυτικού πολιτισμού. Και επιπλέον ήταν η πρώτη χώρα στον πλανήτη, που είχε αποφασίσει και πραγματοποιήσει τον πλήρη αφοπλισμό της. Έσκυψε το κεφάλι ανήσυχος απ’ τις ραγδαίες εξελίξεις και συνέχισε:
«Απαιτούμε από την ελληνική ηγεσία την απόλυτη διακοπή της κατασκευής των όπλων και την πλήρη συνεργασία με τους απεσταλμένους ελεγκτές του ΟΗΕ, οι οποίοι περιμένουν εντολή να μεταβούν άμεσα στην Ελλάδα. Θέλουμε να ξεκαθαρίσουμε στον ελληνικό λαό, ότι οι πράξεις μας δεν απευθύνονται εναντίων του, αλλά εναντίων της ηγεσίας του, η οποία από την μια μιλάει για αφοπλισμό και από την άλλη κατασκευάζει όπλα μαζικής καταστροφής. Έχετε σαρανταοκτώ ώρες διορία να δεχθείτε τα αιτήματά μας. Αν αρνηθείτε, θα βιώσετε τις συνέπειες!», ολοκλήρωσε ο παρουσιαστής, μένοντας άφωνος, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει αν ότι διάβασε ήταν η αλήθεια ή ένας πολύ κακόγουστος εφιάλτης.
Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης διέδωσαν γρήγορα σε όλη την χώρας την είδηση. Την απειλή! Οι πολίτες είχαν ακούσει με ευχαρίστηση τα λόγια του Πλάτωνα πριν λίγο καιρό. Οι καρδιές τους είχαν πετάξει ψηλά στο άκουσμα του αφοπλισμού, στο όνειρο μιας καλύτερης κοινωνίας. Το άγγιγμα της πολυτέλειας απ’ όλους, η ανθρώπινη αναζήτηση για κάτι περισσότερο από τροφή και ύπνο, η τόσο φυσική τους ανάγκη, επιτέλους θα πραγματοποιούνταν. Με τι κόστος όμως;
 Ο Πλάτωνας τους είχε προειδοποιήσει για τον πόλεμο που θα βίωναν. Η αγαλλίαση όμως της στιγμής, η προσκόλληση σε ένα ονειρικό μέλλον δεν άφησε τα μυαλά τους να συλλογιστούν την αληθινή διάσταση του κινδύνου. Τώρα όμως αυτός ήταν πραγματικότητα. Ήταν μπροστά τους. Και χτύπησε με μίσος τις πόρτες του φόβου τους.
Κι όμως τον κράτησαν, έστω και δύσκολα, απ’ έξω. Τουλάχιστον οι περισσότεροι, ακολουθώντας το όνειρο, δέχτηκαν με σιγουριά τα λόγια του Πλάτωνα ότι δεν ήταν απροστάτευτοι. Έλπιζαν στον υπέροχο νέο και τις εξωπραγματικές του δυνάμεις. Πίστευαν τα λόγια του. Όχι από άρνηση απέναντι στον κίνδυνο, αλλά γιατί συμφωνούσαν απόλυτα με τις πράξεις του.
Στους λίγους μήνες, που βρισκόταν στο τιμόνι της χώρας τους, τα πράγματα πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο. Είχε ορίσει τους άριστους, ανθρώπους που μάτωναν καθημερινά, στην κυβέρνηση και το έργο τους ήταν ήδη υπαρκτό κι ορατό. Ο πρωθυπουργός είχε μεταμορφωθεί από ένα ιδιοτελές άτομο σε έναν πραγματικό λειτουργό της κοινωνίας. Το κλίμα ευφορίας που είχε πλημμυρήσει την χώρα, η αναδιανομή του πλούτου, η ελάττωση της εγκληματικότητας και της διαφθοράς, οι αλλαγές που βίωναν μέρα με την μέρα οι Έλληνες, τους ένωσαν πραγματικά. Δεν αποτελούσε ο καθένας πια ένα ξεχωριστό και μοναχικό άτομο μες την κοινωνία, αλλά ένα ανεξάρτητο κι ευγενικό πρόσωπο, το οποίο καθρεφτιζόταν στην ίδια την κοινωνία. Τόσο στα λάθη και τις παραλείψεις της, όσο και στις μεγάλες επιτυχίες της!

Περίμεναν λοιπόν, όλοι στωικά, την αντίδραση του Πλάτωνα και του πρωθυπουργού, που μαζί με τον Οδυσσέα, χάζευαν την πόλη από ψηλά. Η αδύναμη βροχούλα σχημάτιζε μικρά ρυάκια πάνω στον γυάλινο τοίχο. Έγλυφε τα κτίρια της πόλης, ανίκανη να σβήσει μια βαριά και καταθλιπτική ατμόσφαιρα. Λίγα αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν πλέον στους δρόμους κι ασυνείδητα οι Έλληνες άρχισαν να μαζεύονται μες τα σπίτια τους. Τα μοναδικά καταφύγια που γνωρίζει έναν λαός, που έχει πολεμήσει ηρωικά στο παρελθόν, αλλά έχει σήμερα, επιτέλους ξεχάσει, ή καλύτερα έχει διαγράψει, τον πόλεμο απ’ το λεξικό του. Η ηρεμία που οσμίζονταν όλοι, προμήνυε μια κολάσιμη καταιγίδα!
-Πλάτων, τι θέλεις να κάνουμε, ρώτησε  ψιθυριστά ο πρωθυπουργός. Δεν ήθελε να ενοχλήσει τον απορροφημένο στις σκέψεις του νέο. Έπρεπε όμως να το κάνει. Την ύστατη τούτη ώρα ο πρωθυπουργός θα φρόντιζε για κάθε λεπτομέρεια, που θα έκρινε το τελικό αποτέλεσμα. Στο μυαλό του τριγυρνούσε η έγνοια για τα πιθανά θύματα. Οι στρατηγοί πιστεύουν ότι μπορούν να αναδιοργανώσουν σύντομα τον στρατό μας. Θέλουν να βοηθήσουν!
-Όχι. Δεν χρειάζεται. Το μόνο που θα πετύχουμε με αυτό είναι περισσότερα θύματα, είπε κι ο πρωθυπουργός κατανόησε άμεσα την αλήθεια του λόγου του. Φίλοι μου, τι πρέπει να υπερβεί ένας ανώτερος άνθρωπος: την βία ή τον οίκτο, ρώτησε κι αυτοί αλληλοκοιτάχτηκαν απορημένοι. Ο πρωθυπουργός έκανε να ανοίξει το στόμα του, αλλά ο Πλάτων τον πρόλαβε. Ο ανώτερος άνθρωπος οφείλει με το ασίγαστο αίσθημα δικαίου που τον κατέχει να επιλέξει πάντα ανάμεσα στα δύο. Η βία είναι δυστυχώς απαραίτητη όταν βρισκόμαστε σε ένα μεταβατικό στάδιο, γιατί πάντα θα υπάρχει ο πόλεμος των Ιδεών, ένας πόλεμος που θα αργήσει… λίγο ακόμη, να χρησιμοποιεί σαν αποκλειστικό όπλο τον διάλογο! Μέχρι τότε δεν πρέπει ποτέ ο οίκτος να γίνει εμπόδιο στην επικράτηση του νέου τύπου ανθρώπου. Οι παλιοί θεσμοί με την τεράστια δύναμή τους δεν θα διστάσουν ποτέ να χρησιμοποιήσουν την βία. Ούτε κι εμείς λοιπόν! Μόνο με την τελική επικράτηση θα μπορέσουμε να την εξαλείψουμε από την γκάμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, γιατί δεν υπάρχει ανθρώπινη φύση, αλλά ανθρώπινη συμπεριφορά. Ο άνθρωπος συμπεριφέρεται όπως τον μάθουν μέσα σε ένα πλαίσιο και μέχρι σήμερα το πλαίσιο ήταν αυτό της φτώχειας, της δυστυχίας και της απαξίωσης κάθε στοιχείου που μας ξεχωρίζει από τα ζώα. Ήρθε η ώρα αυτό να αλλάξει!. Απευθυνθείτε στον λαό, κύριε πρωθυπουργέ. Πείτε τους να είναι ψύχραιμοι και να παραμείνουν στα σπίτια τους μέχρι να λήξει το τελεσίγραφο τους. Γιατί δεν θα αφήσουμε το σκοτάδι να μας καταπιεί. Αύριο το πρωί, θα δείξουμε σε όλο τον κόσμο την Δύναμή μας, είπε με φωνή αγνώριστη και σιγανή, που ερχόταν από κάπου μακριά, απ’ τα βαθύτερα στρώματα της ύπαρξής του.
Ο πρωθυπουργός κι ο Οδυσσέας ανατρίχιασαν στο άκουσμα της φωνής του, μιας απόκοσμης φωνής, ενός τσιριχτού και ταυτόχρονα μελωδικού ήχου. Κοίταξαν ο ένας τον άλλο. Την ίδια ανατριχίλα ένιωσε να τον διαπερνά κι ο Πλάτων. Όχι λόγο της φωνής, αλλά λόγο του φόβου που αυτή εξέφραζε. Τον ύστατο φόβο του θανάτου που ακόμη κι η Σκιά ένοιωθε παντού γύρω του, βαθιά μέσα του!
-Θα το κάνω αμέσως, Πλάτων, είπε δειλά ο πρωθυπουργός. Εσύ; Τι θα κάνεις εσύ, ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον στην φωνή του.
Ο Πλάτων γύρισε το κεφάλι του αργά και τον κοίταξε. Η ματιά του ήταν η γνώριμη, καθαρή κι αποφασιστική, αλλά ο πρωθυπουργός νόμισε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου ότι διέκρινε ένα τεράστιο κενό μες στα γαλάζια του μάτια.
-Είσαι καλά, Πλάτων, ξαναρώτησε με αγωνία. Το βάρος ολόκληρου του κόσμου είχε κάτσει στις πλάτες αυτού του… παιδιού και καθρεφτίζονταν στο κουρασμένο του πρόσωπο. Δεν το ζήτησε. Το επέλεξε όμως. Την ώρα που σχεδόν όλοι μας θα κάναμε πίσω, αυτός βγήκε μπροστά, αγωνιζόμενος να μας τραβήξει μαζί του!
-Ναι, απάντησε και το πρόσωπό του αγωνίστηκε να σχηματίσει ένα χαμόγελο. Ένα χαμόγελο με μοναδική αποστολή να κρύψει ένα ψέμα.
Τότε ο πρωθυπουργός έκανε κάτι πρωτόγνωρο. Άφησε στην άκρη την διακριτική απόσταση που τους χώριζε απ’ όταν τον γνώρισε κι αντιλαμβανόμενος μια παράκληση στο θλιμμένο βλέμμα του, τον αγκάλιασε δυνατά. Η διαχυτική του πράξη, η απρόσμενη κι όμως τόσο επιθυμητή, βρήκε αμέσως ανταπόκριση κι ο Πλάτων τον έσφιξε με πάθος πάνω του.
Έκλεισε τα μάτια του κι αγκάλιασε στο γήινο σώμα του πρωθυπουργού όσα πρόσωπα δεν θα είχε την ευκαιρία να αποχαιρετήσει. Αγκάλιασε τον πατέρα του, την ευγενική και προστατευτική του φιγούρα.
«Άλλαξε τον κόσμο» του φάνηκε πως άκουσε έναν ψίθυρο στην βροχή.
Αγκάλιασε την μητέρα του, την στοργική κι υπέρλαμπρη μορφή της. Την αιώνια αγαπημένη!
«Γιέ μου…» του φάνηκε πως άκουσε την κραυγή της, πνιγμένη απ’ τον ήχο της βροχής που ορμούσε τώρα με αυξανόμενη λύσσα πάνω στο τζάμι.
Στο τέλος αγκάλιασε την Νεφέλη. Έσφιξε πιο δυνατά πάνω του τον πρωθυπουργό, ο οποίος ένιωθε στην ζέστη που ανέβλυζε ο νέος, τον πόνο και την χαρά του. Την θλίψη ποδοπατημένη απ΄ την ευτυχία!
«Πλάτων, σ’ αγαπώ» άκουσε καθαρά την φωνή της μες το μυαλό του.
-Κι εγώ, ψιθύρισε σιγά μέσα απ’ τα χείλη του κι η φωνή του ταλαντεύτηκε λίγο στις λέξεις αυτές, αλλά άντεξε τελικά και δεν έσπασε κάτω απ’ το βάρος μιας αβάσταχτης κι οδυνηρής αίσθησης απώλειας. Ούτε ο πρωθυπουργός, ούτε ο άναυδος Οδυσσέας μπόρεσαν να τον  ακούσουν κι ούτε κατάλαβαν ποτέ ότι ο Πλάτων σχεδόν λιγοψύχησε ακούγοντας στο μυαλό του την σταθερή, που έκρυβε όμως μια σπαραχτική ικεσία, φωνή της Νεφέλης. Για μια στιγμή, νόμισε ότι τραβήχτηκε βίαια από τον πρωθυπουργό και άρχισε να τρέχει λες κι ένα απόκοσμο τέρας τον κυνηγούσε κι αυτός έτρεχε για την ζωή του. Σχεδόν είδε τον εαυτό του να το κάνει. Θα πήγαινε κοντά της και θα ζούσαν μια ευτυχισμένη ζωή, οι τρεις τους, σε κάποιο γραφικό, ορεινό χωριό της Πίνδου, όπου η τρέλα κι η δυστυχία θα αργούσαν να φτάσουν, μακριά από τα αγελαία κέντρα που τόσο εγκωμιαστικά αποκαλούμε πόλεις. Ναι, αυτό έπρεπε να κάνει!
Για μια στιγμή μόνο κράτησε ο πειρασμός, που ακόμη κι αυτή η ατρόμητη Σκιά βρήκε τόσο ποθητό, που ... Για μια στιγμή μόνο! Ο Πλάτων άνοιξε τα μάτια του και τραβήχτηκε αργά από τον πρωθυπουργό κι ένα χαμόγελο ευτυχίας, αυτό που μας λέει ότι όλα θα πάνε καλά, αναπαυόταν στο γαλήνιο πρόσωπό του. Γύρισε προς τον Οδυσσέα και του έδωσε μια γρήγορη αγκαλιά.
-Σε ευχαριστώ, του είπε ειλικρινά κι αυτός κοκάλωσε μες την μυστηριώδη τελετουργία που απολάμβαναν τα υγρά του μάτια.
-Εγώ σ’ ευχαριστώ, είπε δυνατά. Εγώ σ’ ευχαριστώ, επανέλαβε και κατευθύνθηκε γρήγορα προς την έξοδο.
«Άστον, όπως είναι. Αύριο το πρωί θα του χαρίσω την ευκαιρία να αλλάξει! Εσύ πρέπει να προστατέψεις τον πρωθυπουργό αύριο. Πάση θυσία πρέπει να μείνει στο καταφύγιο. Εκεί θα είναι ασφαλής!» άκουσε τις οδηγίες μες το μυαλό του ο Οδυσσέας, σαν απάντηση στην απορία που γεννήθηκε μέσα του όσον αφορά την τύχη του αιχμαλώτου τους.
-Θα τα  πούμε το πρωί, είπε  αργά ο  πρωθυπουργός, ζαλισμένος  από την  μυστικιστική εμπειρία που είχε με τον Πλάτων.
 Τον κοίταξε καλά καλά, προσπαθώντας να απορροφήσει και να κρατήσει μέσα του για πάντα την εικόνα του. Το έκανε ασυνείδητα κι όμως αργότερα θα ευχαριστούσε θερμά τον εαυτό του, που είχε τόσο ζωντανή, σαν δεύτερη φύση, μέσα του την αιώνια μορφή του Πλάτων. Την μορφή ενός ανθρώπου που θα πάλευε για τις ιδέες του μέχρι τελικής πτώσης, χωρίς να ζητά, χωρίς να απαιτεί, καμιά ανταμοιβή. Ένας πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος! Σκέφτηκε εκείνη την στιγμή ότι καθώς οι αναρίθμητες μάζες των ανθρώπων ταλαιπωρούνται μέσα σε ανώνυμους τάφους, η μεγάλη ψυχή του Πλάτων θα ξεχνιόταν μέσα στην αθανασία και η βοή του πανανθρώπινου μηνύματός του θα  ταξίδευε στους αιώνες !
Γύρισε αργά, μηχανικά, την πλάτη του στον νέο, στο εξαίρετο αυτό πνεύμα, που σαν ερημίτης κοίταζε με λύπη τους δυο άντρες να φεύγουν, μια πρόσκαιρη, αλλά απαραίτητη, συντροφιά. Έσκυψε το βαρύ από εκατομμύρια σκέψεις κεφάλι του κι ακολούθησε τον Οδυσσέα.

                                                                            16

Έκλεισαν την πόρτα πίσω τους και τον άφησαν μόνο του, ενώ ένα έντονο αίσθημα θλίψης, έφραζε τον λαιμό τους και τον δρόμο του αέρα προς τα πνευμόνια τους. Δυσκολεύονταν να ανασάνουν κι οι δυο τους κι έπεσαν στα γόνατα. Ήταν η αλήθεια, που έθαβαν γοργά μέσα τους κι οι άναρθρες κραυγές της, που προκαλούσε αυτή την δύσπνοια. Η αλήθεια ότι δεν θα τον ξανάβλεπαν ποτέ. Χόρτασαν με τεράστιες μπουκιές το ψέμα που είχαν ανάγκη, ότι όλα θα ήταν ίδια αύριο, πήραν βαθιές ανάσες, άδειες από σκέψεις και ξεκίνησαν απρόθυμα για το Μέγαρο Μαξίμου.
Εκεί ο πρωθυπουργός θα έκανε πράξη την επιθυμία του Πλάτων και θα ενημέρωνε τον λαό του για τις εξελίξεις. Μαζί με τον Οδυσσέα στήθηκαν μπροστά στο ασανσέρ, στον πεντηκοστό όροφο και περίμεναν καρτερικά εξακολουθώντας να παίρνουν τις βαθιές ανάσες που τόσο πολύ είχαν ανάγκη, οι απαρηγόρητες καρδιές τους.

 Τρία επίπεδα κάτω απ’ την Γη, ο πράκτορας  στεκόταν όρθιος, ακίνητος, σχεδόν αγγίζοντας η μύτη του το κρύο μέταλλο, μπροστά από την πόρτα της φυλακής του κι άκουγε τι συνέβαινε απέξω. Προσπαθούσε να νιώσει και να ερμηνέψει τις συνθήκες στο μυαλό του για να δράσει με τον καλύτερο τρόπο όταν θα του παρουσιαζόταν η ευκαιρία. Περίμενε στωικά με τις ώρες να περνάνε, ακούγοντας κάθε ήχο και κάθε λέξη που έκαναν οι φύλακές του.
Το μικρό τετράγωνο δωμάτιο, άλλοτε γραφείο-αποθήκη του καθαριστή, είχε διαμορφωθεί με ένα ράντζο για τον ύπνο, ενώ το μεταλλικό τραπεζάκι και η μεταλλική καρέκλα, που αποτελούσαν το γραφείο του καθαριστή, βαφτίστηκαν κι επίσημα χώρος για το φαγητό του κρατουμένου. Στα αριστερά της πόρτας βρισκόταν μια μικροσκοπική τουαλέτα. Οι τοίχοι βαμμένοι κάτασπροι αντανακλούσαν το αδύναμο τεχνητό φώς προσπαθώντας να διασπάσουν το σκοτάδι, θυμίζοντας αδιόριστα ένα ψυχρό θάλαμο ψυχιατρείου. Το μόνο που το διαφοροποιούσε ήταν η απουσία προστατευτικών στους τοίχους. Η λάμπα άνοιγε στις οχτώ το πρωί κι έκλεινε στις δώδεκα το βράδυ με μια ωριαία διακοπή το μεσημέρι. Έτσι και τώρα. Η λάμπα έκλεισε και σήμανε δώδεκα το βράδυ.
 «Ώρα για δράση!»
Δυο φρουροί εναλλασσόταν ανά οκτώ ώρες στην φύλαξη του αιχμαλώτου. Έξι συνολικά άντρες ήταν επιφορτισμένοι με την φύλαξη του. Δεν είχαν καμιά επαφή με ηλεκτρονικά μέσα με οποιονδήποτε εκτός του κτιρίου, φοβούμενοι ότι οι εχθρικοί δορυφόροι θα μπορούσαν να εντοπίσουν τις συνομιλίες τους. Ο Οδυσσέας, έχοντας τοποθετήσει τους καλύτερους άντρες του, πήγαινε κάθε πρωί κι έλεγχε ότι όλα πήγαιναν καλά. Η απαίτηση του Πλάτων για άκρα μυστικότητα θα υλοποιούνταν στο απόλυτο.
Καθισμένοι σε ένα μικρό γραφείο με δυο καρέκλες στον μικρό διάδρομο που οδηγούσε στο παρκινγκ απ’ την μια μεριά και στα σκαλιά για τους πάνω ορόφους από την άλλη, οι φρουροί προσπαθούσαν με διάφορους τρόπους να περάσουν την ώρα τους. Βλέποντας τηλεόραση, παίζοντας χαρτιά κι έχοντας ρητή εντολή να μην έρθουν σε καμιά επαφή με τον κρατούμενο.
Η μοναδική ενασχόληση μαζί του ήταν το ανοιγοκλείσιμο των φώτων και η προμήθεια φαγητού δυο φορές την ημέρα. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση είχαν διαταγές να αδιαφορήσουν για οτιδήποτε συνέβαινε μες το κελί.
Έτσι και τώρα, οι δυο άντρες που μόλις είχαν αναλάβει την βάρδιά τους, παρακολουθούσαν τηλεόραση και τις συζητήσεις που είχαν πάρει φωτιά. Μόλις πριν από λίγες ώρες, ένα τελεσίγραφο είχε επιδοθεί στην χώρα τους κι αυτό δεν τους άρεσε καθόλου. Βέβαια ο πρωθυπουργός προσπάθησε να καθησυχάσει τις ανησυχίες των Ελλήνων δηλώνοντας ότι δεν έπρεπε να φοβούνται γιατί δεν ήταν απροστάτευτοι κι ότι θα έπρεπε να παραμείνουν όλοι στα σπίτια τους μέχρι να εκπνεύσει το τελεσίγραφο.
-Υποκριτές! Καθάρματα, γρύλισε ο ένας απ’ τους δυο, ανάβοντας ένα τσιγάρο. Ο συνάδελ-φός του τον παρατηρούσε νευρικά.
-Γιατί φοβάσαι; Έχουμε τον Πλάτων! Αν τον έβλεπαν από κοντά, αν ένιωθαν την Δύναμή του, όπως την νιώθουμε εμείς, δεν θα τολμούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο. Να μου το θυμηθείς ότι μπλοφάρουν, είπε με μια αδικαιολόγητη σιγουριά κι ένα πονηρό γελάκι, εκφράζοντας κατά βάθος μια προσωπική επιθυμία.
-Δεν νομίζω, αποκρίθηκε ο άλλος. Αν μπλόφαραν δεν θα έστελναν αυτόν, είπε δείχνοντας προς το κελί. Αυτός ήταν το πρώτο βήμα. Όπως πάντα οι δολοφονίες. Αν αποτύχουν αυτές, τότε προχωράνε σε στρατιωτική επέμβαση, ολοκλήρωσε την σκέψη του.
-Μμμ… μάλλον έχεις δίκιο.
-Μάλλον; Σίγουρα να λες! Το ζήτημα είναι πως θα ανταποκριθούμε; Αν έχουμε την δυνατότητα, όπως λέει ο Πλάτων, να αμυνθούμε στην επίθεση. Ο Οδυσσέας πάντως είναι σίγουρος για αυτό.
-Αφού το πιστεύει ο Οδυσσέας, το πιστεύω κι εγώ, έσπευσε να δηλώσει αυθόρμητα την εμπιστοσύνη του.
-Ναι, το ελπίζω, πρόσθεσε ο σκεπτικός απ’ τους δύο, ρουφώντας ακόμη μια τζούρα απ’ το τσιγάρο του κι εκπνέοντας αργά κι ηδονιστικά ένα γκριζογάλανο σύννεφο καπνού.
-Κύριοι… θέλω την…βοήθεια σας. Άκουσαν έκπληκτοι σε σπαστά ελληνικά την φωνή του κρατουμένου τους.
Όλες τις ημέρες που βρίσκονταν εκεί, δεν είχε μιλήσει σε κανέναν. Κανείς απ’ τους φύλακες δεν είχε ακούσει την παραμικρή λέξη απ’ το στόμα του. Άνοιγαν πότε πότε το παραθυράκι της πόρτας και τον έβλεπαν είτε ξαπλωμένο στο κρεβάτι, είτε στραμμένο στην γωνία, άλλες φορές να κλαίει με λυγμούς κι άλλες να κοιτάζει  με θρησκευτική ευλάβεια ένα περίεργο φυλαχτό που κρατούσε μπρος τα μάτια του. Ποτέ δεν γύρισε να τους κοιτάξει.
-Κύριοι… ακούστηκε πάλι η κλαμένη και τσακισμένη του φωνή.
Οι δυο φύλακες κοιτάχτηκαν. Οι εντολές τους ήταν ξεκάθαρες κι όμως η ενοχλητική του φωνή και παρουσία τους έσπρωχνε να ανταποκριθούν στο κάλεσμά του.
-Κύριοι… επέμενε η φωνή.
-Τι θες, ρώτησε απότομα ο ένας προκαλώντας την δυσφορία του συναδέλφου του που δεν μπορούσε ούτε να καπνίσει με την ησυχία του ένα τσιγάρο, σε τόσο κρίσιμες στιγμές.
Ο καπνιστής σηκώθηκε σβήνοντας με μια κίνηση το υπόλοιπο τσιγάρο και πήγε δίπλα στην πόρτα, αναλαμβάνοντας κάθε πρωτοβουλία.
-Κάνε ησυχία εκεί μέσα! Ακούς, είπε αυστηρά, σαν να μιλούσε σε μικρό παιδί και χτυπώντας με το πόδι του την μεταλλική πόρτα. Η κρισιμότητα των ιστορικών στιγμών που ζούσαν δεν άφηνε περιθώρια για ευγένειες με τον εχθρό.
-Θέλω την βοήθειά σας, επανέλαβε σαν μαγνητόφωνο η φωνή, δυνατή και σταθερή, ακριβώς πίσω από την πόρτα.
-Ποια βοήθεια και μαλακίες; Οι μέρες σου είναι μετρημένες, φώναξε ο φύλακας κι ο εγκέφαλός του έκανε έκκληση για μια ακόμη δόση νικοτίνης, απέναντι στην αυξανόμενη ένταση στα τοιχώματα του κρανίου του.
Σιωπή. Οι δυο φύλακες έμειναν ακίνητοι για λίγα δευτερόλεπτα. Η ενοχλητική φωνή σταμάτησε επιτέλους. Ο καπνιστής έκανε να κάτσει στην θέση του και να ανάψει ένα τσιγάρο, όταν…
-Κύριοι…
-Κεριά και λιβάνια, ούρλιαξε μανιασμένος ο καπνιστής, χτυπώντας δυνατά το χέρι του στην πόρτα. Βούλωσε το για να μην στο βουλώσω εγώ. Άκουσες;
-Συγγνώμη, αλλά το μόνο που θέλω είναι μια τελευταία επιθυμία. Θέλω να στείλετε το σώμα μου για ταφή στην πατρίδα μου.  Μόνο αυτό ζητάω, σαν άνθρωπος σε άνθρωπο Καταλάβετε με… μεταφέρετε το μήνυμά μου στους ανωτέρους σας, σας παρακαλώ, άκουσαν τα ικετευτικά του λόγια κι έμειναν άναυδοι.
-Τι μαλακίες λες, ρώτησε  λίγο πιο ήρεμα ο καπνιστής κι ο συνάδελφός του παρακολουθούσε με περιέργεια.
-Να στείλετε το σώμα μου, μόνο … αυτό και τίποτε άλλο …για ταφή στην πατρίδα, είπε με λυγμούς. Σε λίγο η ζωή μου τελειώνει. Το μυαλό μου δεν αντέχει, δεν μπορεί να συνεχίσει. Απ’ όταν ένιωσα την παρουσία του μέσα μου, απ’ όταν είδα ποιος είναι και τι μπορεί … δεν θέλω άλλο την ζωή! Θεέ μου … βοήθα με, έκραξε κλαίγοντας με δυνατά αναφιλητά.
Απότομα ησυχία επικράτησε και πάλι. Μόνο για λίγο, γιατί το τσιριχτό σύρσιμο του μετάλλου πάνω στο πλακάκι υποδήλωνε ξεκάθαρα ότι κάτι συνέβαινε μες το κελί. Ο βασανιστικός για τα αυτιά ήχος σταμάτησε και ο γλυκός ήχος της σιωπής εμφανίστηκε ξανά. Μια ακατανίκητη περιέργεια θόλωσε τον καπνιστή. Άνοιξε γρήγορα το παραθυράκι στο μέσον της πόρτας, περίπου ένα μέτρο από το πάτωμα, πλάτους είκοσι εκατοστών και ύψους εφτά- οκτώ, και είδε, προσεχτικά κι από απόσταση, το τραπεζάκι μεταφερμένο στο κέντρο του δωματίου. Το σεντόνι του κρεβατιού ήταν σκισμένο και μια χειροποίητη θηλιά κρεμόταν απ’ τον εξαερισμό στο ταβάνι. Αλλά κανένα σημάδι απ’ τον πράκτορα.
Κοίταξε προς τον χώρο της τουαλέτας, δίπλα ακριβώς απ’ την είσοδο. Προσπάθησε όσο περισσότερο γινόταν να διευρύνει το οπτικό του πεδίο αγγίζοντας με το μέτωπό του το λείο μέταλλο της πόρτας, ακριβώς πάνω απ’ το παραθυράκι. Του φάνηκε πως η μικρή ξύλινη πόρτα της τουαλέτας ήταν κλειστή.
Στράφηκε σιωπηλός στον συνάδελφό του και του έκανε νόημα να πλησιάσει.
-Κοίτα μέσα! Φοβάμαι ότι κάτι ετοιμάζει, είπε όσο πιο ήσυχα μπορούσε, αλλά η αγωνία του ήταν έκδηλη. Κάνε γρήγορα, γιατί είναι στην τουαλέτα.
Ο συνάδελφος του έσκυψε και κοίταξε βιαστικά, αλλά προσεχτικά με το χέρι του να αγκαλιάζει σφιχτά το όπλο του χωμένο στην θήκη, στα πλάγια του κορμιού του στο ύψος της μέσης, μέσα στο δωμάτιο. Αντίκρισε κι αυτός έναν κενό από ανθρώπινη παρουσία χώρο με το τραπέζι στο κέντρο και μια θηλιά απαγχονισμού, χειροποίητη, να κοσμεί σαν πολυέλεος το σπαρτιάτικο δωμάτιο. Η μικρή πόρτα στα αριστερά του ήταν κλειστή. Σηκώθηκε και γύρισε προβληματισμένος στον καπνιστή, απέχοντας περίπου δέκα πόντους από την πόρτα.
-Μα πως χωράει εκεί μέσα, ρώτησε απορημένος.
-Τι εννοείς;
-Αυτό που λέω, είπε χαμηλόφωνα και σκεπτικός. Πως χωράει ένας τεράστιος τύπος σαν κι αυτόν μες την τουαλέτα; Εγώ είμαι ένα ογδόντα κι ενενήντα κιλά και δεν υπήρχε περίπτωση να σκεφτώ καν να κλείσω την πόρτα για να κάνω την ανάγκη μου. Αυτός πώς… ξεκίνησε να επαναλάβει την ίδια ερώτηση, αλλά η απάντηση δόθηκε ακαριαία.
Ένα χέρι πρόβαλλε απ’ το παραθυράκι της πόρτας κι άρπαξε τον φύλακα απ’ το παντελόνι στο ύψος της μέσης. Το δέρμα γδάρθηκε και η σάρκα αποκαλύφθηκε απ’ τα κοφτερό μέταλλο της πόρτας, αλλά ο αφοσιωμένος στο έργο του πράκτορας δεν έβγαλε ούτε μια κραυγή. Τράβηξε με απίστευτη δύναμη τον έκπληκτο φύλακα πάνω στην πόρτα με το ένα χέρι κι αυτός χτυπώντας στο πίσω μέρος του κεφαλιού του ζαλίστηκε για τα επόμενα λίγα κρίσιμα δευτερόλεπτα. Με το άλλο χέρι ο πράκτορας έκανε κάτι ακόμη πιο φρικιαστικό. Το έχωσε βίαια μέσα από το στενό άνοιγμα κι αδιαφορώντας για τα ατελείωτα σήματα πόνου στο μυαλό του, σήματα που προκάλεσαν κατά σειρά, το ξεσκισμένο δέρμα και οι σακατεμένοι μυς, ψαχούλεψε για το πιστόλι στην θήκη του φύλακα, που βρισκόταν στο μπροστινό αριστερό μέρος της μέσης του.
Ο καπνιστής παρακολούθησε έντρομος το συμβάν για ένα δυο δευτερόλεπτα πριν ξεμπλοκάρει το μυαλό του κι αποφασίσει να δράσει.  Έβγαλε το πιστόλι του και σημάδεψε. Έβλεπε το παραμορφωμένο κατακόκκινο χέρι, με το αίμα να στάζει στο πάτωμα να ψαχουλεύει και τελικά να αγγίζει το όπλο, σφίγγοντάς το δυνατά. Έπρεπε να πάρει μια απόφαση ζωής ή θανάτου. Σκέφτηκε ότι δεν μπορούσε να πυροβολήσει το χέρι που κράταγε τον συνάδελφό του, γιατί δεν είχε οπτική επαφή, επομένως δεν υπήρχε περίπτωση να τον απελευθερώσει. Απ’ την άλλη σκεφτόταν ότι θα μπορούσε τουλάχιστον να προσπαθήσει να πυροβολήσει το άλλο χέρι κι ας κινδύνευε να τραυματίσει τον συνάδελφό του. Αυτό το φρικιαστικό, παραμορφωμένο χέρι.
Κρίσιμα δευτερόλεπτα. Δευτερόλεπτα, όπου μια απόφαση θα έκρινε τρείς ζωές. Μια επιλογή έπρεπε να γίνει και μια απόφαση να παρθεί. Κρίσιμα δευτερόλεπτα, που δυστυχώς ο καπνιστής δεν είχε στην διάθεσή του. Κι αυτό γιατί ο πράκτορας αδιαφορώντας για κάθε συμβατική ηθική, έχοντας ελάχιστη εκτίμηση για την αξία της ανθρώπινης ζωής, με το μυαλό του άδειο από σκέψεις, με μια ιερή αποστολή να γεμίζει το κρανίο του, νιώθοντας το τρυφερό μέταλλο στο κομματιασμένο χέρι του, έγειρε το κεφάλι του ελάχιστα δεξιά πίσω απ’ την ανθρώπινη ασπίδα του, ίσα ίσα για να δει τον στόχο του.
Μια σφαίρα ήταν αρκετή για να λύσει τον γόρδιο δεσμό, που ταλάνιζε τον πράκτορα. Η απόφαση πάρθηκε, μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια κι αυτός σωριάστηκε στο έδαφος. Ο πράκτορας άφησε το παντελόνι του φύλακα κι αυτός απομακρύνθηκε λίγο απ’ την πόρτα, με ένα κεφάλι ακόμη θολωμένο απ’ το χτύπημα κι απ’ τον εκκωφαντικό θόρυβο του πυροβολισμού να αντηχεί μέσα του σαν κάλεσμα καμπάνας. Το χέρι που τον κράταγε ξαναμπήκε μέσα, αφήνοντας πάνω στο παραθυράκι τις σάρκες του μακάβριο ενθύμιο.
Ο φύλακας είδε το άψυχο κορμί του συναδέλφου του, με τα ανοικτά μάτια που ταξίδευαν ήδη για άλλους κόσμους. Το κενό στο βλέμμα του ξύπνησε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και έκανε να τρέξει. Ήθελε να ζήσει. Δεν ήθελε να γίνει κι αυτός ένας σάκος από κόκκαλα. Όχι πριν την ώρα του.  Παραπατώντας κίνησε αργά προς τον διάδρομο.
Άκουσε για δεύτερη φορά σήμερα τον ίδιο θλιβερό ήχο κι ένα κλάσμα του δευτερολέπτου μετά ήταν νεκρός και τα μυαλά του απλώθηκαν πάνω στον μουντό, γκρι, τσιμεντένιο τοίχο. Ο πράκτορας τράβηξε και το άλλο χέρι του μέσα κι έμεινε ξέπνοος να τα παρατηρεί. Δυο βαμμένα κατακόκκινα ξερόκλαδα, με τις σάρκες και το δέρμα του να κρέμονται σαν στολίδια σε χριστουγεννιάτικο δέντρο, φωτίζονταν από μια θεϊκή δέσμη φωτός που έμπαινε στο κελί του από το παραθυράκι. Λες και ο Θεός του έδειχνε τον δρόμο. 
 «Αυτά είναι τα εργαλεία του Ανθρώπου! Πάντα αυτά ήταν. Δεν έχει άλλα!»
Είχε πετύχει αυτό που ήθελε, το μυαλό του χαλάρωσε την απίστευτη συγκέντρωσή του κι αφέθηκε για λίγο, να πάρει μια ανάσα. Ο πόνος ήρθε απρόσκλητος και θα ζητούσε και τόκο για την καθυστέρηση. Ένιωσε ότι ο πόνος έκανε το αίμα του να βράσει ξαφνικά κι αυτό άρχισε τώρα να σφυροκοπά αδιάκοπα στα αυτιά και τους κροτάφους του. Μια κραυγή δραπέτευσε θριαμβευτικά. Ούρλιαξε σαν δαίμονας της κόλασης. Το λαρύγγι του σχεδόν μάτωσε απ’ την υπερπροσπάθεια μέχρι που τα πνευμόνια του άδειασαν από αέρα. Ένιωσε πως μαζί του ούρλιαζαν και τα κομματιασμένα του μέλη. Θρηνούσαν τον χαμό της ακεραιότητας και της ομορφιάς τους.
Το χαμένο αίμα, η υπερπροσπάθεια του μυαλού του, απαίτησαν λίγα λεπτά ξεκούρασης. Κι ο πράκτορας έκλεισε για λίγο τα μάτια του, βαριανασαίνοντας αργά και καθισμένος στα γόνατα με το πιστόλι να έχει γίνει πλέον ένα με το χέρι του, σαν αφύσικη προέκταση του. Δεν τολμούσε να το αφήσει, γιατί φοβόταν ότι δεν θα μπορούσε να το ξαναπιάσει. Ίσως δεν θα μπορούσε να ξαναπιάσει ποτέ τίποτα πια. Δεν τον ένοιαζε όμως και κράταγε σφιχτά το πολύτιμο εργαλείο. Σε λίγο θα ξεκινούσε την ανάβαση. Είχε μια δουλειά να κάνει, μια αποστολή να ολοκληρώσει κι η κλίμακα της πίστης του σκαρφάλωσε στο εννιά!

                                                                       17

Στεκόταν ακίνητος, καθισμένος στην δερμάτινη πολυθρόνα του που θύμιζε θρόνο ενός ηρωικού παρελθόντος, ακριβώς μπροστά από την μηχανή, που έμοιαζε με ασανσέρ και χάζευε γαλήνια την ψυχρή ασημένια σφαίρα. Το λείο μέταλλο αντανακλούσε το λιγοστό φως του φεγγαριού, που διαπερνώντας τον γυάλινο τοίχο χάριζε μια κιτρινόλευκη νότα ζωής στο σκοτεινό δωμάτιο. Έστρεψε το κεφάλι του λίγο ψηλότερα, πάνω απ’ την σφαίρα κι ανάμεσα απ’ τα τοιχώματα της καμπίνας και ταξίδεψε το βλέμμα του έξω απ’ τα σύνορα της γυάλινης φυλακής του.
Είδε την πόλη κοιμισμένη. Τα περισσότερα φώτα, που άπλωναν συνήθως τα βράδια το τεχνητό τους φως, ήταν κλειστά σήμερα και μια ανεπανάληπτη σιωπή κυριαρχούσε. Οι πολίτες αναπαύθηκαν μαζικά στην ανέμελη αγκαλιά του ύπνου, πασχίζοντας να ξεχάσουν για λίγο τον τρόμο που πλησίαζε. Δραπέτευσαν στον έρημο κόσμο των ονείρων τους. Κανείς πεζός, κανένα αυτοκίνητο, μόνο λίγα νεκρά φώτα από νέον. Ακόμη και τα ζώα της πόλης ανέμεναν καρτερικά την καταιγίδα, τυλιγμένα σφιχτά, απορημένα απ’ την αφύσικη σιωπή, στις πρόσκαιρες φωλιές τους!
Το μυαλό του Πλάτων προετοιμαζόταν κι αυτό για την ύστατη μάχη. Μάχη απέναντι στα όριά του. Από την στιγμή που θα ξεκίναγε, δεν θα σταμάταγε με τίποτα, μέχρι το έργο να ολοκληρωθεί. Πάση θυσία και με οποιοδήποτε προσωπικό κόστος. Βίωνε την αγωνία της τελευταίας ευκαιρίας και του άγνωστου τέλους. Οι ταυτόχρονες ενέργειες που θα καθοδηγούσε πολλές, οι απαραίτητοι υπολογισμοί ακόμη περισσότεροι, μια οργιώδη, τιτάνια προσπάθεια. Το αποτέλεσμα;
Τρείς ιπτάμενες μηχανές, κατασκευασμένες με μια γνώση που ήρθε από το μέλλον, αποτελούσαν την αστραφτερή πανοπλία του Πλάτωνα. Τρείς μηχανές ενάντια σε εκατοντάδες πολεμικά αεροσκάφη και χιλιάδες πυραύλους. Ακόμη κι αν κατάφερνε να αντιμετωπίσει το ενενήντα εννιά της εκατό των όπλων των εχθρών του, το υπόλοιπο ένα της εκατό ήταν ικανό για μαζικές καταστροφές και χιλιάδες θύματα. Μπορεί για αρχή η Υπερδύναμη να είχε αναλάβει το βάρος της επίθεσης, αλλά θεωρούσε δεδομένο ότι από την στιγμή, που θα διαπίστωναν την συντριπτική της ήττα, τότε και οι άσπονδοι σύμμαχοι στην Ευρώπη θα έστελναν τις δυνάμεις τους εναντίων της χώρας. Κι αυτή την φορά θα επιτίθονταν κατά του λαού του, μαζικά κι απροκάλυπτα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως θα ήταν άλλο. Ήξερε ότι η Υπερδύναμη, καθοδηγούμενη απ’ το Σύστημα, το οποίο θα βρισκόταν πλέον σε κατάσταση πανικού και άμυνας, θα αντιδρούσε στην απρόσμενη εξόντωση της πολεμικής της μηχανής με έναν και μοναδικό τρόπο. Με την χρήση πυρηνικών όπλων. Αυτοί οι υπάνθρωποι, που αναπνέουν μόνο κέρδος κι εξουσία, δεν διστάζουν ποτέ απέναντι σε οποιονδήποτε εχθρό να κάνουν ότι περνάει από τα βρώμικα χέρια τους αδιαφορώντας για το κόστος που θα πληρώσει η ανθρωπότητα, για να πετύχουν τον σκοπό τους. Κι αν αυτός είναι αδύνατο να επιτευχθεί, τότε ας πάει στο διάολο κι ο κόσμος όλος! Ματαιοδοξία κι ελαφρότητα πνεύματος!
Ο Πλάτων όμως δεν σκόπευε να τους επιτρέψει κάτι τέτοιο. Ποτέ! Γι’ αυτό και αποφάσισε τελικά να κάνει αυτός την πρώτη κίνηση. Αν έπιανε τον εχθρό του προ εκπλήξεως, τότε θα είχε έστω και μια πιθανότητα, μια και μοναδική ευκαιρία να τα καταφέρει. Θα ήταν αυτός ο κύριος του παιχνιδιού και αυτός θα έλεγχε τα ζάρια, την τύχη! Δεν θα περίμενε την επίθεσή τους λοιπόν, αλλά θα ξεκινούσε πρώτος τον πόλεμο, που είχαν σχεδιάσει οι εχθροί του. Σκέφτηκε με σιγουριά ότι κάποιοι θα τον μισούσαν για αυτό. Τα θύματα θα ήταν πολλά, γαμώτο θα ήταν χιλιάδες, ίσως κι εκατομμύρια, δεν μπορούσε να ξέρει το μέγεθος της αντίδρασής τους. Θα τον έβριζαν και θα τον καταταράσσονταν για τον θάνατο των αγαπημένων τους, αλλά είχε βίωσε με γαλήνη και είχε αποδεχθεί μέσα του τον σκοπό της Σκιάς. Να είναι στο περιθώριο, ένας άνθρωπος έξω και πάνω απ’ τους ανθρώπους, να κάνει τις επιλογές, δύσκολες κι αφόρητες, όμως σωστές επιλογές, που κανείς άλλος δεν μπορεί! Ένας άγρυπνος φύλακας του κόσμου των ανθρώπων, απέναντι στις σατανικές δυνάμεις, που τον είχαν βαφτίσει Αντίχριστο!
 Απολύτως μόνος του στον γυάλινο πύργο του, με συντροφιά μια νεκρή μηχανή, που περίμενε καρτερικά να φυσήξει μέσα της ζωή κι αυτή με την σειρά της να ζωντανέψει τις τρείς αδερφές της, ο Πλάτων πήρε βαθιές και αφύσικα αργές αναπνοές καθαρίζοντας το μυαλό του από κάθε σκέψη, όρθιος επάνω απ’ την ασημένια σφαίρα. Μόλις η Σκιά θα έφτανε στο επιθυμητό επίπεδο συγκέντρωσης, ο πόλεμος θα ξεκίναγε το θανατηφόρο κάλεσμά του σε ολόκληρο τον κόσμο! Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά κι έστελνε το αίμα του, ποτισμένο από μια ανείπωτη αγάπη, σε όλο του το διψασμένο για αυτήν σώμα. Έκλεισε τα γαλάζια ανθρώπινα μάτια του ίσως για τελευταία φορά!

 Ο πράκτορας άνοιξε τα μάτια του. Μια γλυκόπικρη οσμή τρύπωσε στα ρουθούνια του. Έρεε από τους πόρους ολόκληρου του σώματός του. Μύριζε ιδρώτα κι αίμα, μα κυρίως μύριζε μίσος! Πήρε μια βαθειά αναπνοή και το μίσος γέμισε την ταλαιπωρημένη του καρδιά. Αυτήν που είχε χάσει αρκετό αίμα κι έψαχνε για νέα κινητήρια δύναμη. Και την βρήκε!
Είδε την μικρή λιμνούλα από βαλτωμένο αίμα που τον περιέβαλε και σηκώθηκε όρθιος. Η αιμορραγία είχε σταματήσει και καφεκόκκινες κρούστες πηγμένου αίματος κοσμούσαν τα χέρια του. Το κορμί και το μυαλό του είχαν συντονιστεί στον κοινό τους σκοπό κι ο ανυπόφορος πόνος ήταν πια μακρινή ανάμνηση. Λίγες μόνο σουβλιές, υποφερτές όμως, και μια αδιόρατη καταβολή έμειναν να θυμίζουν την απέλπιδα προσπάθεια του. Αυτή πάντως είχε στεφθεί από επιτυχία, ακόμη κι αν κληρονόμησε δυο σακατεμένα χέρια, που θύμιζαν παραμορφωμένα χέρια δαιμόνων. Κόκκινα, πληγιασμένα, φρικιαστικά!
Το φώς που τρύπωνε στο δωμάτιο ήταν λιγοστό, αλλά αρκετό για να δει καθαρά την κλειδαριά πάνω στην πόρτα. Σήκωσε το δεξί του χέρι και σημάδεψε. Πίεσε την σκανδάλη διαπιστώνοντας ότι δεν δυσκολεύτηκε καθόλου, όπως και με τους φύλακές του λίγες ώρες νωρίτερα, και η σφαίρα θρυμμάτισε τον μηχανισμό της κλειδαριάς, χτυπώντας τον ακριβώς στο κέντρο. Ο εκκωφαντικός θόρυβος αντήχησε μες το στενό κελί, αλλά ο πράκτορας αδιαφορώντας,τράβηξε την πόρτα και βγήκε έξω.
«Ελευθερία!» βροντοφώναξε το μυαλό του και το λυτρωτικό της αίσθημά επέστρεψε εκδικητικά.
Έσκυψε πάνω στα άψυχα κορμιά που κείτονταν απέναντι το ένα στο άλλο, ανίκανα να κοιταχτούν με τα άδεια νεκρά τους μάτια. Πήρε με το αριστερό του χέρι έναν γεμιστήρα από τον καθένα. Τους έβαλε στην κωλότσεπη κι έκανε να φύγει. Σταμάτησε αναλογιζόμενος την αποτυχημένη απόπειρα που είχε κάνει εναντίων του στόχου του. Ξανάσκυψε, πήρε ακόμη δύο γεμιστήρες και έμεινε ακίνητος.
Κοίταξε δεξιά κι αριστερά του, στον αδύναμα φωτισμένο με ένα κίτρινο ασθενικό φως, διάδρομο. Οι πινακίδες με τα βελάκια στον τοίχο τον πληροφόρησαν που βρισκόταν. Ο διάδρομος δεξιά του κατευθυνόταν προς την είσοδο του παρκινγκ κι αριστερά του οδηγούσε στο κυρίως κτίριο. Κατευθύνθηκε αριστερά. Περπατώντας αργά και κοιτώντας διαρκώς πίσω του, έφτασε σε μια πόρτα που έβγαζε σε αμέτρητα σκαλοπάτια προς τον ουρανό.
Την άνοιξε και μπήκε μέσα. Ανέβηκε με αργά βήματα τα σκαλοπάτια τριών ορόφων, μέχρι που αντίκρισε την πόρτα του ισόγειου. Άνοιξε ελάχιστα την πόρτα, ίσα ίσα για να ελέγξει αν υπήρχε κάποια παρουσία. Είδε ακριβώς απέναντί του την κεντρική είσοδο, όπου η μεγάλη γυάλινη πόρτα έμοιαζε κλειστή. Καμιά κίνηση, κανένας ήχος. Ο ανοιχτός χώρος ήταν σκοτεινός κι έρημος. Φωτίζονταν από το εξωτερικό φώς που έμπαινε ακάλεστο μες το κτίριο, δημιουργώντας σκιές που σάλευαν αργά. Υπήρχαν ελάχιστα αντικείμενα, λίγα εργαλεία και κάποιες καρέκλες, όλα σκόρπια τοποθετημένα. Φαντάστηκε ότι το κτίριο πρέπει να βρισκόταν στην τελική φάση ολοκλήρωσης όταν σφραγίστηκε για να φιλοξενήσει μέσα του τον βρώμικο σκοπό του σκοτεινού του άρχοντα.
Άνοιξε λίγο ακόμη, με προσοχή για τον παραμικρό θόρυβο, την πόρτα και τα μάτια του εντόπισαν αμέσως το φως που δραπέτευε από την ορθάνοιχτη πόρτα του ασανσέρ. Βρισκόταν περίπου είκοσι μέτρα μακριά του και του φάνηκε πως αυτό το κίτρινο φως, σαν ομίχλη στο σκοτάδι, τον καλούσε. Ο δρόμος του ήταν ελεύθερος.
Βγήκε από τις σκάλες και σχεδόν τρέχοντας σκυφτός, ανάμεσα από σκιές κι από καρέκλες, υπό το φώς του φεγγαριού που διαπερνούσε τους γυάλινους τοίχους, έφτασε στο ασανσέρ. Μπήκε μέσα, κοίταξε τον πίνακα με τα κουμπάκια των ορόφων, σήκωσε το πιστόλι του και με την κάνη του πίεσε το κουμπί που βρισκόταν πιο ψηλά απ’ όλα κι έγραφε: Ρετιρέ. Η πόρτα έκλεισε ερμητικά και η αθόρυβη μηχανή του ασανσέρ τον ανέβασε ψηλά.
Η ουράνια μελωδία, μελωδία κλασικής μουσικής, που έβγαινε απ’ τα ηχεία του ασανσέρ χρωμάτισε με φωτεινά χρώματα  την σκληρή του καρδιά. Ένιωθε ότι κατευθυνόταν στον ουρανό και σε λίγο θα έκανε παρέα με τους αγγέλους. Θα έβγαζε από πάνω του όλο το δέρμα του, την βρώμικη ανθρώπινη στολή του και θα παρέμενε όπως πραγματικά αισθανόταν, ένας κόκκινος άγγελος. Ο Άγγελος του Θανάτου! Γέλασε δυνατά, νιώθοντας πανευτυχής και η κλίμακα της πίστης του άγγιξε το δέκα! Επιτέλους!

                                                                            18

Ο μισός πλανήτης, ζωσμένος απ’ το σκοτάδι κοιμόταν ειρηνικά ή τουλάχιστον προσπαθούσε. Ο άλλος μισός, λουσμένος απ’ το φως βίωνε ακόμη μια μέρα ζωής, χαράς και πόνου, δυστυχίας και γέλιου, ανούσιων πράξεων και μια ακόμη απέλπιδα προσπάθεια κατανόησης της ύπαρξης. Ο κύκλος επαναλαμβανόταν και ακριβώς στο μεταίχμιο των δυο κόσμων, βρισκόταν η αρχέγονη παλαίστρα όπου το σκοτάδι και το φως συγκρούονται, χωρίς νικητή, χωρίς ηττημένο, με μοναδικό αποτέλεσμα το Λυκόφως και το Λυκαυγές, την αθάνατη σύνθεσή τους. Αυτή την λεπτή γραμμή γης, που καταπίνει ηδονιστικά το σκοτάδι και ξερνάει το φως, αυτή που απορροφά το φως και  εγκαθιστά το σκοτάδι, καθώς η γη περιστρέφεται γύρω απ’ τον εαυτό της. Κάθε μέρα, ξανά και ξανά!
Αυτήν, την ζώνη του Λυκόφωτος, που πριν από λίγο, σύρθηκε πάνω απ’ την Υπερδύναμη κι έβαψε τον ουρανό της μαύρο σαν πίσσα. Κι ο πρόεδρός της δεν το αντιλήφθηκε ποτέ, γιατί βρισκόταν ήδη χωμένος στο σκοτάδι της Γης, δεκάδες μέτρα κάτω απ’ την επιφάνειά της στην αίθουσα επιχειρήσεων, πλήρως αφοσιωμένος στο έργο του.
Όλα ήταν έτοιμα. Έτσι τον είχαν ενημερώσει οι στρατηγοί του απ’ το Πεντάγωνο, το κτίριο όπου σχεδιάζονταν με μαθηματική ακρίβεια ο θάνατος. Η πολεμική τους μηχανή είχε ξεδιπλώσει το είναι της γύρω απ’ τον εχθρό και περίμενε, ανυπόμονη είναι η αλήθεια, να δείξει στον κόσμο για μια ακόμη φορά το μεγαλείο της. Αεροπλάνα τελευταίας τεχνολογίας, εξοπλισμένα από καταστροφικούς πυραύλους, καθοδηγούμενα απ’ τους καλύτερους πιλότους του κόσμου, υποστηριζόμενα από πολεμικούς δορυφόρους κι έναν στρατό ηλεκτρονικών υπολογιστών! Μια τερατώδης δύναμη πυρός απέναντι σε έναν άνθρωπο!
Η προπαγάνδα των καναλιών και του Τύπου είχε ήδη δημιουργήσει μια ακατανίκητη δίψα για το μοναδικό υπερθέαμα. Ένας ακόμη πόλεμος σε ζωντανή μετάδοση, με πολύχρωμες εκρήξεις, εκκωφαντικό θόρυβο κι ατέλειωτες καταστροφές, ο διασυρμός μιας ξένης χώρας που τόλμησε να αμφισβητήσει το δοξασμένο έθνος. Ο εθνικός ύμνος και η κυματιστή σημαία απαραίτητη προϋπόθεση για το γέμισμα της ματαιοδοξίας. Άδειων καρδιών κι άδειων μυαλών!
Περίμενε με αγωνία την αντίδραση του εχθρού του, καθώς έπινε ακόμη ένα ποτήρι ουίσκι. Περίμενε την λήξη της διορίας και την απάντησή του, απέναντι στην σφοδρή τους επίθεση. Ήπιε την τελευταία του γουλιά και αποφάσισε να κατευθυνθεί προς το υπνοδωμάτιο του, αναλογιζόμενος τι θα έκανε άραγε ο εχθρός του; Μπορούσε να κάνει κάτι; Θα αντιστέκονταν τα όπλα του απέναντι στα δικά τους; Το πρώτο πράγμα που αδημονούσε να δει στην οθόνη μπροστά του, ήταν η πλήρης καταστροφή του κτιρίου μες το οποίο βρισκόταν. Θα συνέτριβαν ακόμη και τα ερείπια, θα άφηναν μόνο σκόνη πίσω τους. Σκόνη και θρύψαλα! Έβλεπε στην οθόνη μπροστά του, την εικόνα που έστελνε ο δορυφόρος, το διάφανο κτίριο, που έμοιαζε εύθραυστο και φάνταζε τόσο άδειο, τόσο νεκρό. Κι όμως αυτός κρυβόταν μέσα του. Δυστυχώς, όμως γι’ αυτόν δεν υπήρχε διέξοδος πλέον, όπου και να πήγαινε θα τον έβρισκαν, γιατί τον παρακολουθούσαν από ψηλά τα υπερσύγχρονα κι αόρατα μάτια της Υπερδύναμης!

 Τώρα το Λυκαυγές έφτανε στην Ελλάδα και το ζεστό φως που προμήνυε θα έδιωχνε το κρύο σκοτάδι. Η Νεφέλη ξύπνησε απότομα, καθώς μια αίσθηση πνιγμού, σαν ένα όνειρο που πέθανε νωρίς, στοίχειωνε τον άδειο ύπνο της. Ανασηκώθηκε βαριανασαίνοντας τρομαγμένη, λουσμένη στον ιδρώτα κι είδε το αδύναμο φως που τρύπωνε από κάθε πιθανή είσοδο στο σκοτεινό της δωμάτιο. Απ’ τα ξύλινα παραθυρόφυλλα κι απ’ την χαραμάδα της κλειστής πόρτας του δωματίου της το έβλεπε να διαλύει το ευάλωτο σκοτάδι κι η ευαίσθητη καρδιά της γαλήνεψε. Η ένταση στα εσώψυχά της είχε αυξηθεί υπερβολικά τις τελευταίες μέρες και κυρίως από την συνομιλία της με τον Πλάτων και μετά. Τώρα όμως αυτή ξεφούσκωσε ειρηνικά χάρη στο πρωινό φως, όπως η θάλασσα γαληνεύει μετά την καταιγίδα κι ένιωσε τότε η Νεφέλη ένα τελευταίο ελαφρύ κυματάκι θλίψης που έσβηνε αργά κι ενώ έγλειφε  την παραλία της ψυχής της.
Σκέφτηκε ότι το πλήρωμα του χρόνου έφτασε κι ότι όλα ήταν έτοιμα. Ένιωσε σίγουρη στην σκέψη αυτή. Ο χρόνος της διορίας της Υπερδύναμης κινούταν αμείλικτα προς το τέλος του και η Νεφέλη ήξερε ότι το μέλλον είχε μόνο έναν δρόμο. Τον πόλεμο! Πως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς άλλωστε; Πως θα δεχόταν οι μεγάλες δυνάμεις έναν άνθρωπο σαν τον Πλάτων; Έναν άνθρωπο πάνω κι έξω από συμφέροντα μεμονωμένων ομάδων; Έναν άνθρωπο που μπρος τα μάτια του είχε μόνο μια εικόνα κι ένα μόνο συμφέρον να εξυπηρετήσει. Αυτό της ανθρώπινης ύπαρξης. Και θα το έκανε με κάθε κόστος!
Η θλίψη προσπάθησε να κάνει και πάλι την εμφάνιση της τροφοδοτούμενη από τα αμείλικτα ερωτήματα που την βασάνιζαν. Δεν πρόλαβε όμως να αγγίξει την καρδιά της, γιατί κάτι άλλο την προσπέρασε. Μια δυνατή σουβλιά στα σωθικά της, έθεσε σε κατάσταση συναγερμού τα λογικά της. Έβαλε το χέρι της χαμηλά στην στρόγγυλη κοιλιά της. Ακόμη μια σουβλιά, πιο δυνατή απ’ την προηγούμενη ξεκαθάρισε την κατάσταση. Το μωρό της ήταν έτοιμο να βγει. Για την ακρίβεια το απαιτούσε. Οι σουβλιές θα συνέχιζαν ρυθμικά για τις επόμενες λίγες ώρες.
-Μητέρα, φώναξε με όλη της την δύναμη και ξάπλωσε στο κρεβάτι , ανασαίνοντας αργά και βαθιά. Στο μυαλό της όμως κυριαρχούσε μόνο μία σκέψη. Ο Πλάτων!

 Το φως δεν έφτασε ποτέ στο κρησφύγετο του πρωθυπουργού. Κοιμόταν ήρεμα, σχεδόν γαλήνιος, στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο κάτω απ’ την γη υπό το άγρυπνο βλέμμα του Οδυσσέα. Αυτός αντιθέτως δεν κατάφερε να κλείσει μάτι. Το μυαλό του στριφογύριζε στον Πλάτων. Θυμήθηκε την νύχτα στο κτίριο της ασφάλειας, όπου πιστεύοντας ότι είναι ανίκητος, δεν είχε κάνει καμιά προσπάθεια να τον σώσει. Έφερε τα λόγια του στην μνήμη του:
 « Άκου τα ένστικτά σου! Ότι σου πούνε κάνε!» Αυτό του είχε πει. Και τώρα τα ένστικτά του ούρλιαζαν μες το κρανίο του. Του έλεγαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάτι δεν ήταν καθόλου σωστό, όχι όπως θα όφειλε να είναι. Κοίταξε τον κοιμισμένο πρωθυπουργό. Αυτός δεν διέτρεχε κάποιον κίνδυνο. Ήταν απολύτως ασφαλής μες το καταφύγιο.
«Μα τότε…» Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ο Πλάτων μπορεί να κινδύνευε. Είχε αποδείξει σε όλους ότι ήταν ανίκητος και μάλιστα με τον πιο εμφατικό τρόπο πριν από λίγο καιρό. Κι όμως τα ένστικτά του του μιλούσαν για κάτι διαφορετικό απ’ την φωνή της λογικής. Ίσως μια ξεχασμένη κι αποθηκευμένη στο ασυνείδητο εικόνα του Πλάτων, καθώς αυτός στεκόταν στα γόνατα μετά την επίθεση να προσπαθεί να συνέλθει βαριανασαίνοντας εμφανώς εξαντλημένος,  ίσως κάτι άλλο, τον έπεισαν. Αυτή την φορά θα άκουγε τα ένστικτά του.
Άνοιξε την πόρτα του καταφύγιου, αφήνοντας τον πρωθυπουργό στα έμπιστα χέρια των αντρών του, ανασαίνοντας τον δροσερό πρωινό αέρα, που μπήκε στα πνευμόνια του και νιώθοντας το γλυκό φως να τον αγγίζει, την στιγμή ακριβώς που ο Πλάτων στάθηκε μέσα στην καμπίνα της μηχανής.

Μεγάλες δυνάμεις δούλευαν εκείνο το ξημέρωμα κι όλοι εκείνοι που ήταν παρόντες σε λίγο θα ένοιωθαν πόσο ισχυρές ήταν και θα τρόμαζαν. Ο Πλάτων άνοιξε τα βλέφαρά του αποκαλύπτοντας την απουσία των γήινων ματιών του και στην θέση τους δυο υπέρλαμπρους μαύρους ήλιους, που γέμιζαν τις κόγχες του κρανίου του, ακτινοβολώντας τα πάντα γύρω τους κι ενεργοποιώντας την Δύναμη στα χέρια του άγγιξε την ασημένια σφαίρα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: