Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΝΟ 2


                                                                ΑΦΥΠΝΗΣΗ

                                                                      1

Έστριψε  απότομα  το τιμόνι δεξιά  και  μπήκε με ταχύτητα στο ξέφωτο, ενώ τα λάστιχα στρίγγλισαν σε ένα παρατεταμένο φρενάρισμα σηκώνοντας  σύννεφα σκόνης  παντού γύρω τους. Το αυτοκίνητο  ακινητοποιήθηκε  βίαια  στην  κόψη  της πλαγιάς.  Βγήκε  απ’ αυτό και  με  ένα σάλτο  ανέβηκε  στο  καπό  του.  Έμεινε  έτσι ακίνητος,  καθισμένος  σταυροπόδι,  να μεθάει τα μάτια και τα αυτιά του με τα χρώματα και τους ήχους του τοπίου, που αγαλλίαζε την ψυχή του.  
Βρισκόταν  περίπου στο  μέσο του  βουνού, που υψώνεται επιβλητικά δίπλα στην πόλη και η απόκρημνη  πλάγια κατηφόριζε απότομη μπροστά του. Η πόλη απλώνονταν απέναντι του, περιτριγυρισμένη απ’ τα αιώνια βουνά, με την ξακουστή λίμνη ανάμεσα τους. Ο ήλιος είχε κρυφτεί πριν από λίγο στον ορίζοντα δεξιά του και ο ουρανός  είχε  φορέσει ένα  υπέροχο ροζ φωτοστέφανο,  το οποίο καθρεφτιζόταν πάνω στο πρόσωπο της λίμνης.  Το δροσερό  αεράκι  του χάιδευε  τρυφερά το πρόσωπο,  δημιουργώντας μαζί με την μοναδική θέα το δυνατό συναίσθημα της απόλυτης γαλήνης. Η λίμνη κυμάτιζε χαλαρά και  τα βρώμικα νερά της τώρα φάνταζαν γαλαζοπράσινα,  σχεδόν καθαρά.  
Παρατήρησε κάτω απ’ τα πόδια του το διάσημο νησάκι με τους λιγοστούς  κατοίκους του, καθώς έστεκε ακίνητο ανάμεσα  σ’ αυτόν και την πόλη, να ετοιμάζεται για ένα ακόμη  καλοκαιρινό  βράδυ του Ιουλίου. Τα τραπέζια  στις ταβέρνες, στρωμένα και περιποιημένα, περίμεναν τους  βραδινούς  επισκέπτες,  οι  οποίοι θα  απολάμβαναν  ανάμεσα σε άλλες και τις τοπικές λιχουδιές, βατραχοπόδαρα πανέ, χέλι και τσίπουρο!
Απέναντι  του, στο λιθόστρωτο  παραλίμνιο, κόσμος πολύς πηγαινοερχόταν κάνοντας την βόλτα  του, κάτω  από  τα πανύψηλα κι αιωνόβια πλατάνια, σε ένα ειδυλλιακό τοπίο, με την λίμνη  να  χορεύει αργά και ρυθμικά μπρος τα μάτια τους και το βλέμμα τους να κατακλύζεται από τα πανύψηλα κι εντυπωσιακά βουνά της Πίνδου στο βάθος. Ήταν ένας πίνακας ζωγραφισμένος απ’ το μεγαλύτερο ταλέντο, αυτό της φύσης. Ερωτευμένοι κάθε ηλικίας περπατούσαν πιασμένοι απ’ το χέρι. Παππούδες και  γιαγιάδες είχαν βγάλει  για βόλτα  τα εγγονάκια τους και οι νέοι  στις  γεμάτες καφετέριες, κατέστρωναν  τα  σχεδία  της αποψινής βραδιάς. Τα πάντα φάνταζαν αρμονικά. Όλοι συζητούσαν για το σήμερα και φαίνονταν να αδιαφορούν για το αύριο.
 Κι  αυτός  καθόταν  ακίνητος και τους παρατηρούσε. Θα ‘λεγε κανείς ότι αποτελούσε το μοναδικό  ακίνητο σημείο  σε έναν κόσμο διαρκώς μεταβαλλόμενο. Γέλασε θλιμμένα. Ερχόταν  συχνά  εδώ  και έμενε  για ώρες.  Η θέα  αυτή  τον ηρεμούσε. Ήταν  το  καταφύγιο στις φουρτούνες της ψυχής του, στον ασταμάτητο πόλεμο της καρδιάς του!
Τις  τελευταίες ημέρες  είχε την γαληνή που του πρόσφερε αυτή η θέα, περισσότερο ανάγκη  από  ποτέ. Βρισκόταν  σε μια  μόνιμη  εγρήγορση κι ήταν διαρκώς ανήσυχος. Οι φουρτούνες θέριευαν μέσα του. Κοιμόταν  ελάχιστα  και το μυαλό του δούλευε μηχανικά, σχεδόν από μόνο του. Ένοιωθε ... διαφορετικός! Η σκέψη του  ήταν στοιχειωμένη από τον πλανήτη και  τον  άνθρωπο. Δεν άντεχε  άλλο τον ξεπεσμό του ανθρώπινου  είδους, αρνούνταν να τον δεχτεί. Έστυβε τον  νου του να  βρει μια λύση, κάτι  έπρεπε να γίνει ειδάλλως ... Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις του.
Οραματίστηκε   τον παράδεισο επί  Γης.  Πόσο  δύσκολο ήταν  άραγε  να  επιτευχθεί  κάτι τέτοιο; Ο άνθρωπος  σε  αρμονία  με  την φύση και η δημιουργία ενός καινούριου πολιτισμού,  που  θα στηρίζεται  στην  εξάλειψη  όλων  των  παράλογων  συνόρων  μεταξύ φυλών, εθνών και κοινωνικών τάξεων και στην διατήρηση της ιεραρχίας μόνον ανάμεσα σε άνθρωπο  και άνθρωπο,  ήταν  το  όραμα του! Θεωρούσε   απόλυτο  σκοπό  των  ανθρώπων  το  να  μετατρέψουν την ύλη  σε ζωή, να φτάσουν στην αθανασία δημιουργώντας έναν τέλειο πολιτισμό. Αυτό επιζητούσε, αυτό απαιτούσε, η αχάριστη κι αχόρταγη καρδιά του, γιατί κατανοούσε ότι υπέρτατη φιλοδοξία μιας ευγενικής και δυνατής ψυχής δεν είναι να ζήσει και να αισθανθεί όλη την ζωή, αλλά να την οργανώσει, να την φέρει εις πέρας σε ευφυή αρμονία και συντονισμό!
Αντ’ αυτού όμως είδε την κόλαση, έναν κόσμο σκοτεινό κι ανελέητο.Είδε  τους ατέλειωτους πολέμους, την σαρκοφάγο πείνα και τις αδιάκριτες αρρώστιες. Είδε  τον συνεχή κατήφορο, την κατρακύλα του είδους μας στην αποσύνθεση  και  τον  θάνατο. Δεν  μπορούσε  να καταλάβει  πως γινόταν και λίγες χιλιάδες ανθρώπων είχαν στην κατοχή τους τον πλούτο της Γης μας, όταν σύμφωνα με τις κακές γλώσσες της στατιστικής πέντε εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν κάθε χρόνο από την φτώχεια και την εξαθλίωση. Όλα αυτά ήταν δημιουργήματα του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, ο οποίος ήταν ξεκάθαρο πλέον ότι κατέχεται από πλεονεξία, ιδιοτέλεια και εφησυχασμό.
-Οι καρποί  της Γης ανήκουν σε  όλους τους ανθρώπους και η ίδια η Γη δεν ανήκει σε κανέναν μας, ψιθύρισε.
 Βαθιά μέσα του  πίστευε ότι  σε κάποια  στιγμή  της ιστορίας το Βασίλειο των Ανθρώπων είχε πάρει τον λάθος δρόμο, τον εύκολο δρόμο και τα αποτελέσματα ήταν τραγικά. Ολόκληρη η ανθρωπότητα  βούλιαζε αργά  και  βασανιστικά στον βάλτο του υλισμού. Ήταν, κατά την άποψή του, ολοφάνερα  ενάντια  στο  φυσικό  δίκαιο  οι λίγοι να υπερσιτίζονται και να έχουν και περίσσευμα, ενώ οι  πολλοί  να  στερούνται ακόμη  και  τα απολύτως αναγκαία. Θεωρούσε  ότι  η ισορροπία  της  εξέλιξης  είχε  εκτραπεί  προς  το  σκοτάδι  κι  ένα δυσβάσταχτο φορτίο είχε στρογγυλοκαθίσει στους ώμους όλων μας.
Ανίκανα  ανθρωπάκια  βρισκόταν σε θέσεις κλειδιά, αχυράνθρωποι πολιτικοί έρμαια ποταπών  κι οργανωμένων  συμφερόντων, ανθρώπων της  λάσπης  και το μόνο που έκαναν με την  τεραστία εξουσία τους ήταν να επιτείνουν την διαδικασία καταστροφής τόσο του πλανήτη, όσο  και του  είδους μας. Το τραγικό  της υπόθεσης  είναι  ότι  το μόνο  που  ζητάν  σε αντάλλαγμα  αυτά  τα  ανθρωπάκια  είναι  να γεύονται την ματαιοδοξία της εφήμερης εξουσίας και της κατανάλωσης.
«Τι  ξεφτίλα!»,  φώναξε  το  ανικανοποίητο  πνεύμα  του. «Πώς μπορούν  να  κάθονται  στην άκρη  και  να βλέπουν αυτή την σφαγή; Πώς αντέχουν να βλέπουν τα παιδιά του Ανθρώπου… ή μάλλον όχι του Ανθρώπου, αλλά των αστεριών, ναι τα παιδιά των αστεριών… πώς μπορούν να τα βλέπουν να πεθαίνουν;»
Άνοιξε  τα  μάτια  και  η καρδιά  του χτυπούσε  σαν  τρελή μες το στήθος του. Νόμιζε ότι έτσι  όπως  πετάριζε  ασταμάτητα  θα έσπαγε  το στέρνο  του και  θα  πετούσε  μακριά,  σε άλλους  κόσμους,  πιο γαλήνιους  και ίσως πιο ανθρώπινους.  Καυτά δάκρυα κύλησαν στα μάγουλα του. Ύστερα  τον  πήραν  τα κλάματα! Ήταν τριάντα χρονών και έκλαιγε με λυγμούς. Έκλαιγε  για  τα αγέννητα παιδιά του, για τα παιδιά όλου του κόσμου. Έκλαιγε για το είδος μας!
                                                   2
Είναι  σίγουρα δύσκολο  να καταλάβει  κανείς  την ευαισθησία και τον προβληματισμό αυτού του ονειροπόλου νέου, που ξεχώριζε όπως η μύγα μες το γάλα, στο βασίλειο του μηδενισμού, αλλά θα προσπαθήσω  να σας πω δυο λόγια, να μάθετε λίγα πράγματα  για το παρελθόν του και να τον γνωρίσετε έτσι λίγο καλύτερα. Βλέπετε ήταν δύσκολο  ακόμη και για τους γονείς του. Αν και άνθρωποι υψηλής μόρφωσης κι οι δυο τους, χειρουργός ο πατέρας  του και ψυχολόγος  η μητέρα  του, αντέδρασαν με περιέργεια κι επιφύλαξη στις  τεράστιες  δυνατότητες του  γιου τους, δυνατότητες που φάνηκαν από νωρίς. Τα συναισθήματά τους όμως αυτά, αν και απολύτως δικαιολογημένα,  μετατράπηκαν σιγά – σιγά με το πέρασμα των χρόνων σε θαυμασμό, θαυμασμό για τον γιο τους, θαυμασμό για τον υπέροχο συνδυασμό του DNA τους!
Η μοναδικότητά του φάνηκε αμέσως, από την ίδια τη  στιγμή της γέννησης του, όπου παραδόξως δεν έκλαψε καθόλου. Τα μωρά κλαίνε όταν γεννιούνται και αυτό  σημαίνει  ότι  πήραν  την  πρώτη τους ανάσα, καθώς τα πνευμονάκια τους έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με το οξυγόνο. Αν το μωρό δεν κλάψει τότε οι γιατροί αρχίζουν να ανησυχούν. Όχι όμως και στην περίπτωση του ήρωα μας!
-Πρώτη  φορά  βλέπω κάτι τέτοιο, είχε  πει ο  μαιευτήρας,  εμφανώς  εντυπωσιασμένος. Κρατούσε  στα χεριά  του  το  μωρό, που μόλις είχε γλιστρήσει έξω απ΄ την μητέρα του στον κόσμο μας,  και  παρατηρούσε τον χώρο γύρω του με τα μπλε ματάκια του και μόλις τον είδε του ... αν είναι δυνατόν … του χαμογέλασε!
-Είναι  καλά  το  παιδί μου γιατρέ; Είναι  υγιές,  είχε ρωτήσει  γεμάτη λαχτάρα η μητέρα του, πετώντας στην άκρη, σαν να μην συνέβη ποτέ, την κούραση της γέννας.
-Ναι…  φαίνεται μια χαρά, αποκρίθηκε αργά ο έκπληκτος γιατρός, χαμογελώντας και μην μπορώντας να πάρει τα  μάτια του από το μωρό.  Αισθανόταν  ένα  αίσθημα  πληρότητας  και αγαλλίασης. Αυτή η, τόσο εύκολη κι ανεπανάληπτη, γέννα, μαζί με το απρόσμενο χαμόγελο ενός μικροσκοπικού ανθρώπινου όντος, θα έμενε για πάντα χαραγμένη στην μνήμη του!
Από εκείνη την στιγμή κι έπειτα δεν έπαψε ούτε δευτερόλεπτο να τους εκπλήσσει. Ο ήρωας μας είχε την πιο γρήγορη ανάπτυξη που είχε ποτέ ανθρώπινο ον. Οι μεγάλες αλλαγές στην νοητική του πρόοδο έγιναν σε χρόνους απίστευτους μέχρι τότε. Τριών μηνών αντιδρούσε ήδη στην φωνή της μητέρας του, γυρνώντας το κεφαλάκι του προς αυτήν και γελώντας δυνατά. Τεσσάρων μηνών καθόταν καλά, χωρίς καμιά υποστήριξη και στεκόταν όρθιος για λίγα δευτερόλεπτα. Μετά  βέβαια έπεφτε κουρασμένος και  τους κοιτούσε λυπημένος, με ένα βλέμμα όμως μάλλον μεγάλου παιδιού,  παρά  μωρού, που  γεννούσε πλήθος ερωτημάτων  στους γονείς του. Έξι μηνών στεκόταν ήδη όρθιος  μόνος  του  χωρίς  καμιά  υποστήριξη,  ενώ καταλάβαινε  αρκετές λέξεις, απλές  οδηγίες  και γνωρίζοντας  το όνομά του.  Εννιά  μηνών  περπατούσε απολύτως μόνος του, καταλάβαινε  και  υπάκουε  σε  πολλές εντολές, λέγοντας ταυτόχρονα αρκετές λεξούλες. Ήταν  δώδεκα  μηνών, όταν άρχισε  να τρέχει πέρα δώθε, να ευχαριστιέται με τραγουδάκια και να χρησιμοποιεί πλέον πάνω από εκατό λεξούλες.
Πάνω  στον  χρόνο ήταν που  άρχισε να  ρωτάει  διαρκώς ονόματα αντικειμένων και ατόμων και από τότε δεν έπαψε να ρωτάει. Είχε απίστευτα έντονη την έμφυτη τάση όλων των παιδιών, να θέτει  ερωτήματα και να ζητά επίμονα τις απαντήσεις. Στα χρόνια που ακολούθησαν ρώταγε  τα πάντα, ρουφώντας  σαν σφουγγάρι τις γνώσεις για τον κόσμο μας. Οι γονείς του, έχοντας  την οικονομική  δυνατότητα, έκαναν τα πάντα για να σβήσουν την δίψα του γιου τους για γνώση. Κατανοούσαν άλλωστε κι οι δυο τους ότι  η γνώση είναι δύναμη και μάλιστα η απόλυτη δύναμη!
Άνθρωποι  της γνώσης, λοιπόν κι αυτοί, επέκτειναν την ήδη μεγάλη βιβλιοθήκη τους για χάρη  του. Δεκάδες εγκυκλοπαίδειες  γέμιζαν  με  γνώση  το μυαλό του, ενώ γρήγορα η φιλοσοφία και η επιστήμη  κατέληξαν  να  είναι τα αγαπημένα του πεδία. Οι γονείς του συζητούσαν ασταμάτητα  μαζί  του και προσπαθούσαν  να λύσουν τις  απορίες του. Υπάρχουν  όμως  ερωτήσεις χωρίς απαντήσεις.
-Μαμά, τι γίνονται  τα όνειρα και οι σκέψεις μας μετά τον θάνατο μας; Μπαμπά, από τι υλικό είμαι φτιαγμένος;
 Δεν  έκαναν άλλα παιδιά, μιας  και ο ήρωας μας  απορροφούσε όλη τους την ενέργεια. Αφοσιώθηκαν λοιπόν με πάθος στην ανατροφή του. Η  ταχύτατη  ανάπτυξή του  απαιτούσε  να  τον  στείλουν  σε ειδικό σχολείο, για παιδιά –θαύματα όπως τα  αποκαλούν, όμως δεν υπήρχε τέτοιο στη πόλη τους και έτσι έκανε μαθήματα κατ’ οίκον με πολλούς δασκάλους και καθηγητές. Περνούσε τις αντίστοιχες τάξεις στο σχολείο, όπου τον έστελναν μόνο και μόνο για να μην νοιώθει μόνος, με απίστευτους  ρυθμούς και ήδη σε ηλικία  μόλις δώδεκα χρονών πέρασε στο τοπικό πανεπιστήμιο, με φυσικό επακόλουθο στα δεκαπέντε του χρόνια να είναι  πτυχιούχος  φυσικός. Ήταν  ένα εντυπωσιακό φαινόμενο  για όλους, γονείς, συγγενείς και κοινωνικό περίγυρο.
Η  φυσική, όπως ίσως αντιληφθήκατε ήδη, ήταν η  αγαπημένη  του επιστήμη. Εκτιμούσε  βαθιά την ιατρική, την επιστήμη των γονιών  του,  για την κατανόηση  της  λειτουργίας του ανθρώπινου οργανισμού  και της  βοήθειας προς  τους  μη υγιείς.  Η φυσική όμως  δεν περιοριζόταν  στο σώμα, στην Γη, αλλά  έψαχνε το  νόημα και  την  φύση των πάντων. Προσπαθούσε  να απαντήσει  στα αιωνία ερωτήματα.
Από που προέρχεται το σύμπαν και που πηγαίνει; Υπήρξε αρχή του χρόνου; Θα υπάρξει τέλος του χρόνου; Υπάρχει Θεός; Κι ο θάνατος; Τι είναι ο θάνατος;
Οι  προοπτικές  του  ήταν λαμπρές  και άπειροι δρόμοι και ευκαιρίες ανοιγόταν μπροστά του. Θα μπορούσε  να  σπουδάσει  στα  καλύτερα  πανεπιστήμια  του κόσμου, οι προσφορές ήταν σίγουρα πολλές. Όμως αυτός δεν ήθελε να αφήσει τους γονείς του.
-Αφού υπάρχει το ιντερνέτ και τα συνέδρια θα μπορώ να παρακολουθώ τις εξελίξεις από εδώ, τόνιζε χαριτολογώντας.  Ξεκίνησε  λοιπόν μεταπτυχιακό στην κοσμολογία, έγινε καθηγητής  στο  πανεπιστήμιο  της πόλης  του (η αλήθεια  είναι με λίγη δυσκολία, μιας και στην χώρα αυτή δεν μετράει τόσο ένα υπέροχο μυαλό, όσο μια επιδέξια γλώσσα) και ταυτόχρονα άρχισε της σπουδές του στην φιλοσοφία, καθώς οι αρχαίοι Έλληνες και η σκέψη τους αποτελούσαν έναν ασύγκριτο πόλο έλξης για τον διψασμένο και αχόρταγο για γνώση αυτό νέο.
Η  αλήθεια πάντως είναι λίγο διαφορετική από αυτήν που ήθελε να δείχνει προς τους άλλους, ακόμα  και  προς  τους  γονείς του. Η  αλήθεια  είναι  ότι  ενώ ήθελε να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και να σπουδάσει στα καλυτέρα πανεπιστήμια για να κατακτήσει την γνώση, παράλληλα  ήθελε  να  είναι κοντά  στους γονείς  του και  στην  ασφάλεια  που αυτοί, όπως όλοι οι γονείς,  παρείχαν,  όταν  θα  συνέβαινε. Τι θα συνέβαινε; Κάτι, αλλά δεν είχε ιδέα τι! Βλέπετε από  μικρός  είχε  αντιληφθεί  την  διαφορετικότητα του.  Και  δεν  ήταν μόνο  η  αυξημένη  ευφυΐα  του, την οποία παρατηρούσαν οι πάντες. Όχι, ήταν και κάτι άλλο, κάτι που αισθανόταν μόνο αυτός!
Κάτι  ένοιωθε  μέσα  του. Ένοιωθε  το  σώμα  του πολλές  φορές,  παράξενο λες και κάτι περίεργο  διαδραματιζόταν  στα εσώψυχα του, λες και κάτι κοιμόταν ανήσυχα μες το αίμα του, κάτω απ΄ το δέρμα του! Κάτι που θα ξυπνούσε σε κάποια στιγμή και αυτός δεν μπορούσε να κάνει κάτι  άλλο  από  το  να  περιμένει. Έβλεπε σε τακτά χρονικά διαστήματα κάποιους εφιάλτες, όπου το σώμα του καλύπτονταν απ’ το σκοτάδι, το οποίο κατάπινε βασανιστικά αργά το φως του και στο τέλος απέμενε το απόλυτο σκότος, μια ανθρώπινη μαύρη τρύπα. Στην αρχή αισθανόταν έναν πανίσχυρο φόβο, όπως όλοι μας απέναντι στο σκοτάδι, απέναντι στο άγνωστο, ξυπνούσε ιδρωμένος, ασθμαίνοντας βαριά και κλαίγοντας όταν ήταν μικρός, αλλά στην πορεία, με τα χρόνια να περνούν, ο φόβος έδωσε την θέση του σε αναμονή και αγωνιά. Δεν είπε ποτέ τίποτα, σε κανέναν.
Έζησε  λοιπόν στην  πόλη του, όπου  διέπρεψε  σαν καθηγητής, και συνέχισε να διαβάζει και να  μαθαίνει για τον κόσμο μας.  Αναζητούσε με πάθος σε όλα τα πράγματα, το πραγματικό τους νόημα, αυτό που υπάρχει μέσα τους. Έτσι πήρε άλλα τρία πτυχία, στην φιλοσοφική, την ψυχολογία και το παιδαγωγικό. Επιθυμούσε να διαβάσει ολόκληρα καράβια από βιβλία και να αποθηκεύσει μέσα του βουνά, την γνώση των γιγάντων. Ζούσε μια ήρεμη ζωή βυθισμένος μες την μοναξιά, έχοντας  χιλιάδες  φίλους μες  τα βιβλία  τα οποία καταβρόχθιζε και ελάχιστους στην πραγματική ζωή.  Ζούσε μες  τα εργαστήρια, στα αμφιθέατρα  και στο  καταφύγιο του σπιτιού του, σαν ερημίτης.
Δεν  ήταν  ότι  δεν  ήθελε  να κάνει  φίλους και να τριφτεί με τους ανθρώπους, όμως ήταν δύσκολος  άνθρωπος, γιατί είχε απαιτήσεις. Τα υλικά κι εφήμερα τον άφηναν παγερά αδιάφορο σε σύγκριση με τους συνομήλικους του. Έτσι, δεν έβρισκε ταίρι μιας και οι άνθρωποι δεν  μπορούν  ούτε να  καταλάβουν, ούτε να εκτιμήσουν την μοναξιά του ανώτερου πνεύματος. Παρότι  όλοι τον  αγαπούσαν, βλέποντάς την βασιλική του ματιά, ακούγοντας την ευγενική  φωνή του, θαυμάζοντας  την υπέροχη  σκέψη  του, ταυτόχρονα  ένιωθε τον φθόνο στις ματιές και τις χειραψίες τους και κυρίως στα ψεύτικα  xαμόγελα  που έντυναν τα  πρόσωπά τους.
 Ταξίδευε  με την σκέψη του στα ουράνια, όπου έβλεπε το μέλλον του ανθρώπου. «Η Γη είναι η μητέρα  μας,  όλα  όμως  τα  παιδιά πρέπει σε κάποια φάση της ζωής τους να απογαλακτιστούν»,  συνήθιζε να λέει. Ταυτόχρονα βίωνε, με μέτρο, με τις αισθήσεις του τον κόσμο μας, τα μικρά και τα μεγάλα, την ομορφιά και την ασχήμια, την οδύνη και την… ηδονή!
Καλά,  όχι την ηδονή, μιας  και αυτή  αποτελούσε μάλλον την μοναδική αίσθηση που κυνηγούσε  αχόρταγα.  Είχε μεγαλώσει  κι είχε γίνει ένας πανέμορφος και γοητευτικός νέος, τον οποίο τα κορίτσια έβρισκαν ακαταμάχητο. Οι εφήμερες σεξουαλικές σχέσεις διαδέχονταν η μια την άλλη με  μικρά  διαλείμματα. Χάριζε  κι  έπαιρνε ηδονή, αφήνοντας  όμως  πίσω  του  ραγισμένες καρδιές στις συντρόφους του κι ένα αίσθημα κενού στο κέντρο της ύπαρξής του.
Ίσως  γιατί  έβλεπε  τον άνθρωπο σαν ένα ανολοκλήρωτο ον, το οποίο συμπεριφέρεται με αυτοματοποιημένες  αντιδράσεις,  ανάλογα κάθε φορά με τα εξωτερικά ερεθίσματα και καταστάσεις.  Θεωρούσε  όμως εφικτό, μέσα  από  εσωτερικό αγώνα και προσπάθεια, την επίτευξη  της εσωτερικής  ενότητας και αρμονίας. Στόχος  του για τον εαυτό του, ο ολοκληρωμένος άνθρωπος. Ο άνθρωπος με θέληση και αντικειμενική γνώση, ικανός να πράξει με την αληθινή σημασία του όρου. Αναζητούσε το ίδιο το βάθος της ύπαρξής του, αυτό που θα τον ένωνε με το Σύμπαν! Ονειρευόταν την στιγμή που θα έφτανε στην απόλυτη διαύγεια, ικανός πλέον να πλάσει τον εαυτό του, ως ον που ενεργεί και σκέφτεται, κατ’ εικόνα και ομοίωση του ιδανικού του!

Το  σκοτάδι  είχε πλέον αγκαλιάσει  την Γη και  το φεγγάρι  ακτινοβολούσε δυνατά. Ολόκληρη  η πόλη  ήταν φωταγωγημένη. Τις  τελευταίες δεκαετίες, μετά  την ηχορύπανση  είχε κάνει  την  εμφάνιση  της  και  η  φωτορύπανση. Ήταν  προφανές  ότι ο άνθρωπος κάνει ότι μπορεί  για  να πολεμήσει τον φόβο του για το σκοτάδι. Καταναλώνει όση ενεργεία χρειάζεται αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις.
Ο νέος έγειρε πίσω στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου και βάλθηκε  να  χαζεύει τα αστέρια, που κρέμονταν σαν μικροσκοπικές λάμπες στον σκοτεινό ουρανό. Ζητούσε τόσο λίγα απ’ τη ζωή, λίγο ήλιο, ένα κομμάτι ουρανού, λίγη ησυχία και πάνω απ’ όλα να μην τον βαραίνει πολύ η γνώση ότι υπάρχει, να μην έχει καμιά απαίτηση απ’ τους άλλους, ούτε κι αυτοί απ’ αυτόν. Από την άλλη όμως, καθώς απολάμβανε την ομορφιά των άπειρων φωτεινών κουκκίδων στην απέραντη θάλασσα από πάνω του σκέφτηκε αυθόρμητα ότι είχε, απ’ όταν θυμόταν τον εαυτό του, την εντύπωση ότι κάποιος του ζητούσε απεγνωσμένα να ομορφύνει και πάλι την Γη, που βούλιαζε κάτω απ’ τα βουνά της ασχήμιας, που έχτιζε το Βασίλειο των Ανθρώπων. Έκλεισε τα μάτια  και  βυθίστηκε  στις  σκέψεις  του. Του φάνηκε ότι άκουσε  μια  σιγανή φωνή, σχεδόν ψιθυριστή, μια φωνή που έβγαινε από τα βάθη της καρδιάς του και τον πρόσταζε να αλλάξει αυτόν τον κόσμο!
                                                  3
Δεν  πέρασαν παρά λίγα δευτερόλεπτα κι ένας άγριος θόρυβος τον τράβηξε βίαια από το σπήλαιο των σκέψεων του. Σηκώθηκε  βαριεστημένα αργά και στράφηκε με περιέργεια προς την πηγή του ενοχλητικού ήχου. Ένα καλογυαλισμένο, μαύρο,  αγροτικό  φορτηγάκι,  μόλις είχε στρίψει στο ξέφωτο και τώρα κατευθυνόταν προς  το μέρος του. Η μηχανή και η εξάτμιση του μούγκριζαν δυνατά, θέλοντας προφανώς να  προαναγγείλουν το αφεντικό τους, το οποίο κατέφτανε υπό την συνοδεία εκκωφαντικής ροκ μουσικής.
Ο ήρωας μας, ο Πλάτων, πίστευε ότι οι  περισσότεροι άνθρωποι σήμερα αισθάνονται  ζωντανοί,  μόνο  όταν  τραβάνε πάνω τους τα βλέμματα των άλλων, όταν γίνονται  αξιοθέατα  και  αντικείμενο  σχολιασμού, μουσειακά εκθέματα της σάρκας.  Αυτοί είναι  ως επί το πλείστων πνευματικά νεκροί,  άνθρωποι με άδειο εσωτερικό κόσμο, που προσπαθούν να καλύψουν άγαρμπα την γύμνια τους αυτή τονίζοντας υπερβολικά την εξωτερική τους εικόνα και  ο  Πλάτων  αντιλήφθηκε ότι τέτοιοι άνθρωποι, οι πιο επικίνδυνοι απ’ όλους, πλησίαζαν προς το μέρος του.   
Διέκρινε στο ημίφως δυο  άτομα στις θέσεις του οδηγού και του συνοδηγού  και του φάνηκε ότι   κοίταζαν  μια αυτόν και μια τον χώρο γύρω τους. Φαινόταν να ελέγχουν  το μέρος και όντως αυτό έκαναν, όταν το βλέμμα τους καρφώθηκε τελικά πάνω του. Η ώρα είχε περάσει και η κίνηση πλέον ήταν λιγοστή  στον  δρόμο  πίσω  τους  και εκτός των άλλων η βλάστηση, με τα ψηλά δέντρα κατά μήκος  του δρόμου, περιόριζε  αρκετά  την  ορατότητα  προς το σημείο. Ήταν μόνοι τους λοιπόν, οι τρεις  τους  σε ένα απόμερο σκηνικό. Οι δυο άγνωστοι αντάλλαξαν κάποια λόγια και γέλασαν, εμφανώς ευχαριστημένοι με τις συνθήκες.
Ο Πλάτων  παρακολουθούσε  σχετικά ήρεμος,  μέχρι που  η ματιά του διασταυρώθηκε με το βλέμμα του οδηγού. Τότε  ο φόβος  χτύπησε την πόρτα της ψυχής του. Για μια και μοναδική  στιγμή όμως,  καθώς  ξαφνικά ένοιωσε ανακούφιση. Όλοι οι δρόμοι κι οι νύχτες της άφεγγυς ζωής του τον είχαν οδηγήσει σ’ αυτό το σημείο και σε κανένα άλλο. Τύχη; Μοίρα; Θεός; Πείτε το όπως θέλετε! Το ταξίδι που είχε  ήδη  κάνει  έφτανε  στο  τέλος του και ένα νέο τον περίμενε από την άλλη πλευρά. Η ώρα που ασυνείδητα περίμενε όλη του την ζωή ήταν εδώ! Τώρα!
Το  μαύρο φορτηγάκι  σταμάτησε  λίγα μετρά πιο πίσω από το αυτοκίνητο του. Οι πόρτες άνοιξαν  και  οι δυο άντρες κατέβηκαν. Ο  Πλάτων είχε συνεχώς το βλέμμα του στραμμένο στον οδηγό, ο οποίος ήταν  ψηλός, γεροδεμένος και  σχεδόν συνομήλικος του με την πρώτη ματιά. Το κεφάλι του ήταν ξυρισμένο και ο Πλάτων παρατήρησε κάποιες ουλές, οι οποίες διέσχιζαν το κρανίο και το πρόσωπο του, προδίδοντας αμέσως μια βίαιη  ζωή.  Τα  μάτια του, σχεδόν  κόκκινα, άγρια και σίγουρα, συνηγορούσαν στο  ότι η  κόλαση πρέπει να φάνταζε  παιδική χαρά  γι’ αυτόν  τον  τύπο. Είχε  κι  αυτό  το βλέμμα, το βλέμμα που αρχικά είχε φοβίσει τον Πλάτωνα.  Ήταν  σαν λιοντάρι, εκστασιασμένο  απέναντι στο ανήμπορο θήραμα του. Κι όμως, παρά την  αγριάδα των  ματιών του μπορούσε με λίγη προσπάθεια να διακρίνει κανείς το κενό μέσα τους. Αυτός ο  άνθρωπος  εκτός από  πνευματικά νεκρός ήταν σίγουρα υπό την επήρεια ναρκωτικών. Και μάλιστα πολλών ναρκωτικών!
Αυτός στράφηκε προς τον φίλο του κι ο Πλάτων σκέφτηκε ασυνείδητα ότι το κοντινότερο ον στον άνθρωπο που είχε απέναντι του ήταν ο γορίλας. Ένα ζώο γεμάτο τεστοστερόνη, δύναμη και …συγκριτικά με τον Χόμο Σάπιενς χαμηλή ευφυΐα.  Ο συνοδηγός από την άλλη ήταν  ψηλόλιγνος, με μακρύ, λιγδωμένο μαλλί και έδειχνε ελαφρώς ανήσυχος, καθώς κοίταζε διαρκώς πίσω, προς τον δρόμο, προς κάποιους αόρατους πιθανούς μάρτυρες.
-Δεν σου είπα  ότι θα είναι παιχνιδάκι, ρώτησε με φωνή σπαστή ο «γορίλας». Σκέτο κελεπούρι, πρόσθεσε γυρνώντας προς τον Πλατών.
-Ναι,  αλλά  κάνε γρήγορα … μπορεί  ανά πάσα στιγμή κάποιος να στρίψει προς εδώ, αποκρίθηκε ανήσυχος ο φίλος του.
-Χαλάρωσε, ρε συ! Δεν τρέχει μία. Λοιπόν,  τι έχουμε  εδώ, ρώτησε  ο «γορίλας»  κατευθυνόμενος  αργά, με το άπληστο βλέμμα του να ρουφάει την εικόνα του  αυτοκινήτου  του Πλάτων. Ήταν  ένα  σπορ  αυτοκίνητο,  δώρο  των  γονιών  του για την ενηλικίωση  του. Αν  και  δεκαετίας  η αξία  του  ήταν  αρκετά μεγάλη και η εξωτερική του σχεδίαση  άκρως  γοητευτική,  ώστε να αποτελεί αντικείμενο πόθου για ανθρώπους σαν τον «γορίλα».
Ο  Πλάτων όμως, καθώς τον έβλεπε να τον πλησιάζει αργά,  είχε άλλα  στο  μυαλό του. Ξαφνικά, αν και δεν ήταν καθόλου φρόνιμο, αδιαφορούσε  για τα τεκταινόμενα γύρω του κι ο λόγος ήταν ένας και μοναδικός, προς το παρόν. Κοίταξε τα χεριά  του. Τα  ένιωσε απότομα παγωμένα, λες και τα είχε χώσει από ώρα σε βαρέλι με πάγο. Ήταν παγωμένα και  μουδιασμένα από τους αγκώνες και κάτω. Σχεδόν δεν τα ένιωθε, τα έβλεπε αλλά δυσκολευόταν να πιστέψει ότι υπήρχαν. Ίσως μάλιστα δεν υπήρξαν ποτέ. Τα έφερε κοντά  στο  πρόσωπο  του  και  τα  περιεργάστηκε.  Δεν είδε τίποτα περίεργο. Ήταν όπως πάντα, δυο ανθρώπινα χέρια, δυο τέλεια εξελιγμένα εργαλεία, με δάχτυλα ικανά για τις πιο λεπτές και φίνες κινήσεις, αλλά η αίσθηση που είχε ήταν πραγματικά περίεργη. Λες και...
-Εεε, βλάκα, δεν ακούς που σου μιλάω, ούρλιαξε ο «γορίλας, κοιτάζοντας υποτιμητικά τον Πλάτωνα  και  βγάζοντας  τον από τον λήθαργο του. Κοίτα να δεις, τα πράγματα είναι απλά, βρυχήθηκε.  Δώσε όσα φράγκα  έχεις  πάνω  σου  και κάτσε στην άκρη σαν καλό  κορίτσι μέχρι να φύγουμε μ’ αυτό το κουκλί,  ειδάλλως ... Ένα  χαμόγελο  φανέρωσε   μια  ταλαιπωρημένη  οδοντοστοιχία. Εννοούσε  κάθε  λέξη!  Δεν  θα τον ενοχλούσε αν ήταν συγκαταβατικός, αλλά θα του γάμαγε την ζωή, αν αντιστεκόταν!
Ο Πλάτων  σχεδόν  μηχανικά  και  νιώθοντας  όλο  και  πιο έντονη την περίεργη αίσθηση στα χέρια του, έκανε στην άκρη.
-Αυτό  θέλεις,  ρώτησε  με  σπαστή φωνή δείχνοντας προς το αυτοκίνητο.  Ο γορίλας  πήγε  να  απαντήσει  «ναι», αλλά ο Πλατών συνέχισε με μια αυξανόμενη ένταση να τον κατακλύζει με κάθε λέξη που ξεστόμιζε,  με  κάθε  δευτερόλεπτο που περνούσε. Και η πρωτόγνωρη αίσθηση στα χέρια του παρέμενε. Αν το πάρεις και φύγεις τι θα κάνεις; Άσε να μαντέψω!  Θα  πουλήσεις  το  αυτοκίνητο και με τα λεφτά θα αγοράσεις ένα τσουβάλι ναρκωτικά. Αν  είσαι  τυχερός,  ή  μάλλον  άτυχος,  και  ζήσεις  να τα πιεις όλα, θα ξανακλέψεις κάποιον άλλο,  θα ξαναγοράσεις ναρκωτικά και έτσι θα συνεχιστεί η μίζερη ζωή σου περιφέροντας το ταλαίπωρο σαρκίο σου στον κόσμο, μέχρι να καταλήξεις  στην φυλακή ή απλώς πεθάνεις! Πάνω κάτω έτσι δεν είναι, ολοκλήρωσε την σκέψη του  έχοντας  επίγνωση  ότι δεν είναι ποτέ φρόνιμο να εξαγριώνεις τέτοιους ανθρώπους, υπό αυτές τις συνθήκες. Κι όμως, αδιαφορούσε παντελώς για αυτό.
Ο «γορίλας»  έχοντας σαστίσει από την απρόσμενα γενναία συμπεριφορά του, παρακολούθησε άναυδος τον Πλατών να κάνει ένα βήμα και να στέκεται αποφασισμένος, σαν ορκισμένος φρουρός, δίπλα στην πόρτα του αυτοκινήτου του. Τα μάτια του γούρλωσαν και οι σφυγμοί του εκτοξεύτηκαν, βάφοντας κόκκινο από θυμό το είναι του.
-Ποιος  είσαι εσύ, ρε καριόλη που θα μου κάνεις κήρυγμα; Δεν έχεις ιδέα για την ζωή μου, ούρλιαξε απότομα. Η βαλβίδα της αυτοσυγκράτησης έσκασε βίαια  και  αίμα θα έβαφε τον  χώρο γύρω τους. Αφού  θες να παίξουμε, θα παίξουμε, είπε  και  έβγαλε το  πιστόλι, που είχε κρυμμένο πίσω του, στην μέση του παντελονιού. Για να  δούμε ποσό  καλά  θα  ψυχολογείς  τους νεκρούς,  είπε και προχώρησε προς τον Πλατών, που βρισκόταν τρία μέτρα μπροστά του σημαδεύοντας το χώμα. 
Εκείνη  την  στιγμή  ο ήρωας μας ένιωσε έναν αναπάντεχο τρόμο, καθώς αισθάνθηκε μέσα του το αίμα του καυτό, τον έκαιγε ολόκληρο κοχλάζοντας μες τα σωθικά του. Ταυτόχρονα τα κόκκαλα του άρχισαν να δονούνται δυνατά δοκιμάζοντας τις αρθρώσεις του και για μια στιγμή πανικοβλήθηκε για την ίδια την συνοχή του κορμιού του. Αν συνέχιζε έτσι θα έσπαγε. Ο Πλάτων βίωνε το είναι του να ξυπνάει. Κάτι  σάλευε κάτω απ’ το δέρμα, μες τα σωθικά του. Κάποια δύναμη κρυμμένη στα  γονίδια  του  ετοιμαζόταν  να πει  ένα «γεια» στον ταλαίπωρο κόσμο μας και θα το έκανε με όλη  της την μεγαλοπρέπεια! Η θερμοκρασία του όλο και σκαρφάλωνε ψηλότερα, επεκτεινόμενη σε όλα τα μήκη και πλάτη του είναι του. Εκατομμύρια στάλες ιδρώτα άρχισαν να βγαίνουν απ’ τους πόρους του, το δέρμα του έκαιγε από έναν πρωτοφανή πυρετό. Ο σεισμός που τον είχε κυριέψει απότομα έσβηνε αργά κι ο Πλάτων, αν και ζαλισμένος, παίρνοντας κοφτές, γρήγορες αναπνοές, που οδηγούσαν το στήθος του σε ένα ρυθμικό χοροπηδητό, αντιλήφθηκε έστω και σ’ αυτήν την κατάσταση μπρος το άγνωστο που του συνέβαινε, μπρος τις οδύνες ενός πρωτοφανούς τοκετού, ότι οι δονήσεις είχαν περιοριστεί πια μόνο στα χέρια του. Ένα ξαφνικό βουητό, σαν χιλιάδες μέλισσες να τρυπώνουν στο κρανίο του, μες το μυαλό του, κάλυψε όλους τους ήχους γύρω του. Έκλεισε έντρομος τα μάτια του, πισωπάτησε στο χείλος της πλαγιάς και προσπάθησε απεγνωσμένα να συγκεντρωθεί.
Όσο  περίεργο  και να σας φαίνεται, δεν τον απασχολούσε ο κίνδυνος εκείνη την στιγμή, παρά  μόνο  αυτό  που  του συνέβαινε. Έλπιζε βεβαία, βαθιά μέσα του πως θα είχε τον χρόνο να  αντιμετωπίσει  την επικίνδυνη  κατάσταση, αλλά  προς το παρόν … Καθάρισε το μυαλό του από κάθε σκέψη και το βουητό άρχισε να υποχωρεί.
Απολυτή σιωπή  απλώθηκε  γύρω του. Ξαφνικά σαν να άκουγε για πρώτη φορά, άκουσε το  αδύναμο  αεράκι  να τον χτυπάει  στο πρόσωπο,  ένα σμήνος πουλιών να περνάνε μακριά  πάνω από την πόλη κι  ένα αυτοκίνητο, μάλλον  φορτηγό, να κατεβαίνει, λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω στον δρόμο, προς το μέρος του. Άκουσε έκπληκτος κι έναν γνώριμο ήχο, μια καρδιά να χτυπάει ειρηνικά,  αργά  και ρυθμικά (μάλλον η δικιά του), κι αμέσως μετά μια άλλη καρδιά να χτυπάει πολεμικά, γρήγορα  και ακανόνιστα (του «γορίλα»).  Άκουσε και τον «γορίλα» να τον πλησιάζει με τα χαλίκια  να τρίβονται  κάτω  από  το παπούτσι του και αισθάνθηκε την σκόνη να σηκώνεται και να αιωρείται μέχρι να ξεκινήσει το ταξίδι της καθόδου. Ο ήχος γινόταν ένα με το μυαλό του  και  αισθανόταν  αυτό  που άκουγε. Τώρα αισθανόταν τον γορίλα στα δυο μετρά να σηκώνει το πιστόλι!
-Μην το κάνεις! Θα  μπλέξουμε άσχημα!  Πάρε  το αυτοκίνητο και πάμε να φύγουμε, γρύλισε με τρόμο ο φοβητσιάρης.
-Σκασμός!  Θα πεθάνει  για  να μάθει  να το παίζει έξυπνος, φώναξε θολωμένος ο «γορίλας», που δεν είχε δώσει και μεγάλη σημασία στο τρέμουλο του τύπου απέναντι του, σηκώνοντας το όπλο. Εκείνη  την στιγμή  δεν τον ένοιαζαν οι συνέπειες (είναι βλέπετε γνωστό ότι χαμηλή  αυτοεκτίμηση,  μειωμένη  ευφυΐα,  προβληματικό παρελθόν, χρήση ναρκωτικών και η παρουσία ενός όπλου αποτελούν κοκτέιλ θανάτου) παρά μόνο να κλείσει μια για πάντα αυτό το  ενοχλητικό  στόμα, που τόλμησε να του θυμίσει την κατάντια του. Ήταν ένας ζωντανός νεκρός, ένα φάντασμα της κοινωνίας και βαθιά μέσα του το ήξερε. Ω ναι, το ήξερε, το ήξερε και το μισούσε θανάσιμα! Πίεσε την σκανδάλη! 
Ο  Πλάτων  άκουσε  τον  κόκορα  του πιστολιού να ξεκινά το θανατηφόρο ταξίδι του και ταυτόχρονα άνοιξε  τα  μάτια. Είδε τότε για πρώτη φορά στην ζωή του τον κόσμο μας με μια μοναδική προοπτική. Τα  πάντα βρισκόταν σε αργή κίνηση, λες και ο χρόνος έρεε  γύρω του σαν παχύρευστο υγρό, ενώ τα χρώματα που αντίκριζε ήταν πιο ζωντανά από ποτέ. Τα χεριά του συνέχιζαν να δονούνται αμυδρά κι ευθύς μόλις τα κοίταξε, νιώθοντας καυτός σαν ανθρώπινη φλόγα, αισθάνθηκε μια απίστευτη παγωνιά να εκλύεται απ’ τους καρπούς μέχρι τα ακροδάχτυλα του και τότε συνειδητοποίησε με έκπληξη ότι ένα είδος  ενέργειας  είχε συσσωρευτεί μέσα τους. Ασυναίσθητα, χωρίς να έχει ιδέα τι θα συμβεί κι όμως πλήρως απελευθερωμένος από κάθε έγνοια για τις συνέπειες, πλημμυρισμένος από μια πρωτόγνωρη γαλήνη και με μια ασύλληπτη περιέργεια, ώθησε ταυτόχρονα τις παλάμες του  προς  τον  γορίλα.  Όταν τα χέρια  του έφτασαν  σε πλήρη  έκταση συνέβη κάτι  μαγικό. Μια αόρατη Δύναμη,  ίσως  κάτι  σαν  μαγνητικό  πεδίο, ένα αμυδρά γαλάζιο πεδίο ενέργειας, ίσως …τα πάντα, ξεχύθηκε  με μανία, χτύπησε τον γορίλα στο στήθος και την στιγμή που έκοβε ακαριαία  το  νήμα της  ζωής του  εξαφανίστηκε σε μια εκτυφλωτική λάμψη.  Αυτός  με μάτια έτοιμα να πεταχτούν από  τις  κόγχες τους από τον τρόμο του ανεπανάληπτου, λες και τον χτύπησε φορτηγό, πετάχτηκε δέκα μετρά μακριά και σύρθηκε σαν τσουβάλι στα χαλίκια.  
Είχε  προλάβει  να  πατήσει  την  σκανδάλη,  αλλά  η σφαίρα συγκρούστηκε με την Δύναμη, στιγμές αφού ξεπήδησε από τα χέρια του Πλάτων και σαν να βρήκε σε θωρακισμένο τοίχο εξοστρακίστηκε νικημένη στο έδαφος. Ο φοβητσιάρης παρακολούθησε έκπληκτος το συμβάν και η σκέψη του παραδόθηκε σ’ αυτό που αντίκρισε μέχρι που η λάμψη τον τύφλωσε κι αυτός γύρισε το κεφάλι του απ’ την άλλη για να προστατευτεί σφίγγοντας δυνατά τα βλέφαρά του. Στράφηκε μετά από λίγες στιγμές αγωνίας αργά προς το σημείο που φαντάστηκε ότι προσγειώθηκε ο φίλος του, μην μπορώντας να πιστέψει ότι αυτό που είδε ήταν πραγματικότητα, πιστεύοντας ακράδαντα ότι το μυαλό του, γεμάτο από τις παραισθησιογόνες ουσίες που είχαν καταναλώσει προηγουμένως, του έπαιξε μια υπέροχη φάρσα και οι ελπίδες του συντρίφτηκαν άγαρμπα, όταν αφού τον εντόπισε κοντά σε κάτι θάμνους και πλησιάζοντας τον, διέκρινε αίμα να αναβλύζει από το πολτοποιημένο στήθος του, νεκρού πλέον, φίλου του και με το σώμα
του να τρέμει ολόκληρο, αλλά και την καρδιά του να λυγίζει μπροστά στο σίγουρο τέλος γύρισε δειλά προς τον Πλατών.
-Τι ... πως ..., ψέλλισε  κλαίγοντας.  Γονάτισε  και  άρχισε τα παρακάλια για την ζωή του.
Ο Πλατών όμως ήταν εξίσου τρομοκρατημένος μ’ αυτόν. Αυτό που μόλις είχε συμβεί ήταν αδιανόητο, ανεπανάληπτο.  Ποτέ  δεν  θα  μπορούσε  να  φανταστεί  κάτι τέτοιο. Το ανθρώπινο σώμα δεν είχε τέτοιες δυνατότητες. Όχι, όχι, σε καμιά περίπτωση … Όχι μέχρι σήμερα πάντως!
 Ζαλάδα  τον  πλημμύρισε και  ένιωσε μια απίστευτη εξάντληση. Η  Δύναμη απορρόφησε σχεδόν όλη την  ενέργεια του κορμιού του.  Έπεσε  απότομα στα  γόνατα,  ανήμπορος  να  σταθεί όρθιος. Το κορμί του έτρεμε και νιώθοντας τις τελευταίες ικμάδες της ενέργειας του να σβήνουν, πέφτοντας αργά πάνω στο χώμα, αντιλήφθηκε με μάτια θολά, κάπου μακριά  τον  φοβητσιάρη  να  φεύγει  με  το  φορτηγάκι. Οδηγούσε λες και τον κυνηγούσε ο διάολος με βλέμμα  τρομαγμένο, κοιτάζοντας διαρκώς πίσω (θα περνούσαν μήνες μέχρι να τολμήσει να βγει απ’ το λαγούμι του και πάλι στην κοινωνία των ανθρώπων). Έπειτα όλα άρχισαν να σβήνουν, ο χώρος, ο χρόνος, η ίδια η ύπαρξη και ένα σκοτάδι γλυκό, σαν γυναικείο χάδι στην πλάτη, τον κυρίεψε!
                                                        4
Απόλυτο σκοτάδι και νεκρική σιγή τον αγκάλιασε σφιχτά! Το μυαλό του είχε παγώσει κι όμως  παραδόξως αισθανόταν μια περίεργη ασφάλεια. Ένιωθε το κορμί του να αιωρείται στο κενό, κενό το οποίο επεκτεινόταν στο άπειρο κι ίσως αυτός να επέπλεε  σε μια άυλη, κι όμως φιλόξενη,  θάλασσα.  Θέλησε να  κουνήσει  τα χέρια του, να ψαχουλέψει γύρω του, να  αγγίξει  το  σώμα του, να αγγίξει  οτιδήποτε, να  νιώσει ζωντανός. Αλλά μάταια. Τίποτα δεν υπήρχε κοντά του και σκέφτηκε ξαφνικά ότι κάπως έτσι πρέπει να νιώθει ένας ολοκληρωτικά παράλυτος. Ένα ζωντανό μυαλό παγιδευμένο σε ένα νεκρό σώμα. Η εντολή δεν φτάνει ποτέ από τον εγκέφαλο στα μέλη του. Έτσι κι ο ίδιος δεν είχε τον παραμικρό έλεγχο του σώματος του. Ο κόσμος όλος είχε χαθεί και μόνο η σκέψη  του  λειτουργούσε  στην  κατάσταση  που βρισκόταν. Αναρωτήθηκε αν ήταν ζωντανός! Μήπως η σφαίρα  τον είχε πετύχει τελικά;  Μήπως ...
 Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την  σκέψη  του, όταν  μια  αδιόρατη αλλαγή άρχισε να συμβαίνει. Το κενό, που πριν από λίγο ήταν άδειο, άρχισε να γεμίζει. Ένα αμυδρό φως έκανε αργά την  εμφάνιση  του στην αρχή και στην συνέχεια  εκατομμύρια  κουκκίδες  φωτός,  διάσπαρτες  μες  το σκοτάδι,  έδωσαν  τροφή στα πεινασμένα του μάτια. Τότε, καταφέρνοντας να γύρει ελαφρά το κεφάλι του, αντίκρισε το σώμα του γυμνό να αιωρείται στο κενό.
-Που βρίσκομαι, αναρωτήθηκε φωναχτά, αλλά η φωνή του πνίγηκε στο απόλυτο κενό.
Μια υποψία, πάντως πρόλαβε να φωλιάσει μέσα του. Η εικόνα μπροστά του ήταν γνώριμη.  Αναγνώρισε  αυτό  που  είχε δει τόσες φορές κοιτώντας τις νύχτες ψηλά στον ουρανό κι ένας απερίγραπτος φόβος  τον επισκέφθηκε απρόσμενα!
«Είναι  δυνατόν να βρίσκομαι ... στο σύμπαν;» αναρωτήθηκε και η σκέψη αυτή τροφοδότησε τον  πανικό  του. Ένα  αίσθημα  ασφυξίας  έκανε  απειλητικά  την  εμφάνιση του. Ανέκτησε τότε τον έλεγχο του σώματός του κι άρχισε αμέσως να παλεύει  με  τον εαυτό του  μες την  άγνωστη συμπαντική θάλασσα. Στριφογυρνούσε καθώς προσπαθούσε  να  ικανοποιήσει  το πρωταρχικό  ένστικτο  της  ζωής,  προσπαθούσε να αναπνεύσει.  Μες  τον  τρόμο  και τον αγώνα που έδινε για την ζωή του, με το μυαλό του να παλεύει  ενάντια  στο αναπόφευκτο, καθώς ο πανικός του μεγάλωνε όσο δεν μπορούσε να ανασάνει,  αντιλήφτηκε  κάτι  με  την  άκρη  του ματιού του. Κάτι ξεχωριστό από το μαύρο του σύμπαντος  και  τις  κουκκίδες  των  μακρινών αστεριών βρισκόταν εκεί κοντά. Ξέχασε τον πανικό του, σαν  να μην υπήρξε ποτέ, λες και υπήρχε άλλη προτεραιότητα, πιο σημαντική από την ίδια του την ζωή και γύρισε να δει.
Το θέαμα τον συγκλόνισε και ένα καλοδεχούμενο αίσθημα ειρήνης  πλημμύρισε το είναι του.  Το  απέραντο γαλάζιο των ωκεανών, το κατάλευκο χρώμα των σύννεφων και το κίτρινο - πράσινο των ηπείρων συναρμολογούσαν το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο, την Γη μας! Ελάχιστοι άνθρωποι στην Ιστορία είχαν την τύχη να αντικρίσουν αυτή την εικόνα. Είχε δει την  Γη  έτσι  μόνο  μέσω  της  τηλεόρασης,  αλλά  το  να την βλέπεις ζωντανά από αυτή την θέση  ήταν  κάτι  το  μαγευτικό.  Παρατήρησε  τα σύννεφα, το πράσινο των δασών και το γαλάζιο  των  ωκεανών. Έδειχναν όλα τόσο ζωντανά, δημιουργώντας μια ανείπωτη, μοναδική ομορφιά περιτριγυρισμένη απ’ το σκότος!
Έπρεπε  να πλησιάσει κι άλλο, ήθελε να δει το σπίτι της ζωής από πιο κοντινή απόσταση. Βάλθηκε  να  κουνάει  χέρια  και  πόδια σαν να κολυμπούσε. Διαπίστωσε ότι έστω και αργά μετακινούνταν. Γέλασε χαρούμενος  και  έντεινε  τις  προσπάθειες  του. Ο πρότερος πανικός είχε  ήδη  καταχωνιαστεί  στο  ασυνείδητο. Η Γη μπροστά του περιστρέφονταν αργά κι αυτός δεν έπαιρνε τα μάτια του από πάνω της, κολυμπώντας παθιασμένα. Όλο και πλησίαζε λοιπόν!
 Ξαφνικά όμως η περιστροφή της επιτάχυνε και ακόμα πιο περίεργο ήταν το γεγονός ότι άλλαξε φορά. Άρχισε να περιστρέφεται από βορρά προς νότο και στην συνέχεια αντίθετα με σταδιακά  αυξανόμενη  ταχύτητα. Η  περιστροφή  της  ήταν  πλέον  ακανόνιστη, χαοτική  και  ο Πλάτων σαστισμένος  αντιλήφτηκε  ότι  οι  νόμοι  της φυσικής, που δίδασκε στο πανεπιστήμιο είχαν ήδη πάει περίπατο.
Εμφανώς  προβληματισμένος, έμεινε ακίνητος να παρακολουθεί την άναρχη αυτή πορεία. Η Γη εντελώς  ξαφνικά σταμάτησε. Απέναντι του διέκρινε ξεκάθαρα την Αφρική. Κοιτούσε απορημένος κι είχε μια αδιόρατη υποψία ότι κάτι επρόκειτο να συμβεί, τίποτα όμως δεν θα μπορούσε  να  τον προϊδεάσει  για ότι θα ακολουθούσε, όταν αστραπιαία η Γη κινήθηκε κατά πάνω του. Ενστικτωδώς, κι  όσο  αστείο κι αν φαίνεται, σήκωσε τα χέρια του για να προφυλαχτεί, κοιτώντας  παραδομένος  ανάμεσα απ’ τα  δάκτυλά  του. Η Γη  σταμάτησε  το ίδιο απότομα και  ο  Πλατών είδε ανακουφισμένος και καθαρά το δράμα που εκτυλισσόταν λίγες δεκάδες μέτρα κάτω απ’ τα πόδια του.
Γύρω  στα  εκατό  γυναικόπαιδα  βρισκόταν  συγκεντρωμένοι  στο κέντρο  ενός  τυπικού αφρικάνικου  χωρίου, με πλιθόχτιστες καλύβες και τσίγκινες παράγκες. Έκλαιγαν όλοι μαζί με τις φωνές τους να φαλτσάρουν την συμφωνία της δυστυχίας. Οι μητέρες οδύρονταν, αγκαλιάζοντας και φιλώντας τα ξυπόλητα παιδιά τους. Απέναντι τους  και  σε απόσταση είκοσι μέτρων βρισκόταν μια ομάδα αντρών με όπλα, δημιουργήματα  του  «πολιτισμένου» κόσμου. Όσο σπαραχτικά έκλαιγαν οι μητέρες, άλλο τόσο εκκωφαντικά  γελούσαν  αυτοί.  Ο Πλατών  κατάλαβε  ότι μάλλον πρόκειται για αντάρτες. Αντάρτες… πόσο παρεξηγημένη λέξη!
Ένας από αυτούς έδωσε το σύνθημα και άρχισε η μακάβρια χορωδία τους. Τα όπλα τους άρχισαν  να  φτύνουν  τις  σφαίρες  τους.  Οι  μητέρες  έβαζαν  το  κορμί τους ασπίδα για τα παιδιά τους, αλλά η σάρκα είναι αδύναμη μπροστά στο μέταλλο. Μανές και παιδιά έπεφταν νεκροί,  ψυχές  στέλνονταν άδικα στην παγωμένη άβυσσο και οι εκστασιασμένοι άντρες συνέχιζαν τα γέλια. Ο Πλάτων παρακολουθούσε συντετριμμένος την κολασμένη σκηνή. Αφού δεν  έμεινε  ούτε πνοή ζωής  και η φρίκη  ολοκληρώθηκε, οι  άντρες  έφυγαν ήρεμοι λες και μόλις  είχαν  πετάξει  τα σκουπίδια τους. Το έργο τους είχε ολοκληρωθεί και η ανδρεία τους θα μνημονευόταν στο διηνεκές!
Το αίμα  χύθηκε  άφθονο πάνω  στο χώμα, αλλά η Γη άρχισε να το ρουφάει σαν σφουγγάρι και γεύτηκε για μια ακόμη φορά πως ήταν τα ανθρώπινα πλάσματα Σε λίγο δεν είχε μείνει ούτε σταγόνα, παρά μόνο ένας σωρός από άψυχα αγκαλιασμένα κορμιά.  Προφανώς  η Γη  αγωνιζόταν με λαιμαργία να εξαφανίσει από το πρόσωπο της αυτή την τραγωδία.  Δεν  μπορούσε όμως να κάνει το ίδιο και ο Πλάτων. Δεν είναι καθόλου εύκολο να ξεχάσεις  τέτοια  φρίκη, τα τσακισμένα κορμιά και τα άψυχα, γυάλινα μάτια των παιδιών, που τον κοιτούσαν και τον κατηγορούσαν για τα δεινά τους. Ο ανθρώπινος  νους  έχει μεγάλες αντοχές στην δυστυχία, απόρροια της εξέλιξης,  αλλά  όλα  έχουν τα όρια τους. Ακόμα και η φρίκη. Μίσος και αποφασιστικότητα άρχιζαν να τον κατακλύζουν, αυτόν, τον ευγενικότερο νέο όλων!
Η  Γη απομακρύνθηκε  και  πάλι και  άρχισε  την  αλλόκοτη  περιστροφή της. Ο Πλάτων έμεινε να  ατενίζει από  ψηλά σαν  σε τρισδιάστατο κινηματογράφο. Μόνο που το έργο, όπως είχε καταλάβει,  ήταν έργο τρόμου. Και ο τίτλος, ίσως, «Το φονικότερο είδος στον πλανήτη Γη!» Τώρα βρισκόταν πάνω από την Μέση Ανατολή. Η εικόνα πλησίασε και είδε!
Σε  έναν δρόμο  που έσφυζε  από κίνηση υπήρχε μια στάση λεωφορείου. Αρκετός κόσμος περίμενε  και  ακόμη περισσότερος πηγαινοερχόταν στο πεζοδρόμιο από πίσω. Ένας κύριος μιλούσε στο κινητό του, ενώ ένα ζευγάρι δίπλα του φιλιόταν παθιασμένα, διατυμπανίζοντας τον  έρωτα  του σε  όλους, μια  κυρία και  η  κόρη της  περίμεναν  γελώντας  το  λεωφορείο, πιασμένες  χέρι - χέρι. Το λεωφορείο έφτασε και ο κόσμος άρχισε να ανεβοκατεβαίνει. Ένας νέος,  μπορεί  και  νέα, έτρεξε ανάμεσα τους. Μια έκρηξη συνέβη και μια θανατηφόρα ενέργεια παρέσυρε τα πάντα στο πέρασμά της. Το λεωφορείο διαλύθηκε και κομμάτια ανθρώπινης σάρκας και μετάλλου σχημάτισαν μια αποτρόπαια βροχή. Το γέλιο και  η χαρά της ύπαρξης μετατράπηκαν σε θρήνο. Από την ζωή στην ανυπαρξία σε κλάσματα δευτερόλεπτου!
Η  απάντηση  στην αυτοκτονία αυτού  του δυστυχισμένου ανθρώπινου όντος διαπίστωσε αμέσως ότι  ήταν  δυσανάλογη. Πολεμικές μηχανές τελευταίας τεχνολογίας ξέσκισαν τις σάρκες και τα  οστά  μικρών  παιδιών  και  γυναικών,  αθώων  θυμάτων, ίσως κι ελάχιστων ηθικών αυτουργών της αυτοκτονίας. Σε  κάθε αθώο  θύμα του βομβιστή  αντιστοιχούσαν εκατοντάδες αθώα θύματα συμπατριωτών του. Ο Γολιάθ έπαιρνε επιτέλους την εκδίκησή του!
Μεταφέρθηκε  ακαριαία πάνω από ένα στάδιο. Αρκετές εκατοντάδες κόσμου κραύγαζαν με  μίσος. Είδε  στο κέντρο  του σταδίου ένα  κορίτσι.  Δεν θα  ήταν πάνω από δώδεκα-δεκατριών ετών και ήδη παντρεμένη. Έτρεμε  από  φόβο και  ποτάμια δάκρυα  κυλούσαν πάνω στο σκονισμένο της προσωπάκι. Είχε ανοίξει τα χεράκια  της εκλιπαρώντας  τους ανθρώπους  για  την  ζωή  της. Δεν ήξερε ότι απέναντί της είχε  μόνο κτήνη, με  βουλιμία για  αίμα  και  θάνατο. Γεννήθηκε σε ένα χωριό της Αφρικής, ξεχασμένο  από τον κόσμο. Ανατράφηκε με την θρησκεία των γονιών της και έκανε ότι επέβαλαν οι  ιερείς. Πριν  λίγες  μέρες  πηγαίνοντας  με τα  πόδια  να επισκεφτεί την γιαγιά της, τρεις  σαραντάρηδες  άντρες την βίασαν, σβήνοντας για πάντα από την ψυχή της την αθωότητα του παιδιού. Αυτή στράφηκε για βοήθεια στους ιερείς, οι όποιοι σαν κτήνη μιας άλλης εποχής,  έκαναν  το  απάνθρωπο. Την  καταδίκασαν  σε  θάνατο… αν είναι δυνατόν…  λόγο  μοιχείας. Και  να την τώρα εκεί σύξυλη να βλέπει το νήμα της ζωής της να κόβεται άδικα, τόσο άδικα. Πριν προλάβει καν να ζήσει τις μικρές χαρές της ζωής! Ο πρώτος αναμάρτητος έριξε τον πρώτο λίθο κι  ακολούθησαν  εκατοντάδες μέχρι  που  συνέτριψαν  κι έσπασαν κάθε κόκκαλο στο αθώο της  κορμάκι.  Ο Πλάτων  γύρισε  τα  μάτια  του  για  να μην βλέπει τα σπασμένα κόκκαλα, το ποτάμι αίμα και τα σκοτεινά μάτια που τον κατηγορούσαν(μόνο αυτόν!), ενώ δάκρυα απόγνωσης κυλούσαν μαζικά και στα δικά του μάγουλα,  αλλά  το έργο συνεχίστηκε αδιαφορώντας για τα συναισθήματά του!
Οι  επόμενες  σκηνές  ήταν το ίδιο αποκαρδιωτικές. Επιβεβαίωσαν αυτό που ήξερε ήδη,  αυτό που  ήξεραν όλοι, αλλά ελάχιστοι αντιδρούσαν. Το μίσος είχε κυριέψει τους ανθρώπους.  Στο  Ιράκ, στο  Αφγανιστάν, στην  Αφρική, όπου  γινόταν πόλεμος η σκηνή επαναλαμβανόταν. Ένα  ανθρώπινο  χέρι, το  χέρι  του  θανάτου, πατούσε  ένα  κουμπί.  Πύραυλοι, βόμβες,  ρουκέτες ξεκινούσαν ένα ταξίδι, χωρίς επιστροφή. Τα κατορθώματα τους οδυνηρά. Εκατοντάδες   χιλιάδες  νεκροί,  εκατομμύρια  τραυματίες   και  σακάτες,  οι  χήρες  και  τα ορφανά απαρηγόρητοι.
Μετά  είδε τον  βιασμό της  φύσης. Μόλυνση παντού! Κάθε λογής λύματα, δηλητηριώδη αέρια,  πυρηνικά  απόβλητα, χημικές ενώσεις, πλαστικά μόλυναν τα πάντα. Δάση κόβονταν και  καίγονταν. Ζώα  κατακρεουργούνταν και εξαφανίζονταν. Μόλυνση παντού, στον αέρα στην  στεριά  και στην  θάλασσα. Η  Γη βαθιά πληγωμένη και μολυσμένη. Το πρόσωπο της; Το θέατρο του παραλόγου! Κι όμως υπάρχουν πολλοί τρόποι να ζήσει κανείς πάνω στην γαλαζοπράσινη σφαίρα μας που γυρνά ασταμάτητα, με αρμονία, χαρά και υγεία κι ο σύγχρονος άνθρωπος έχει επιλέξει ίσως τον μοναδικό ηλίθιο τρόπο, αυτόν τον αστικοποιημένο και αγελοειδή τρόπο, που αντίκριζε ο Πλάτων σε όλη του την μεγαλοπρεπή αηδία!
Απελπισία κυρίεψε το μυαλό του.
-Αυτοί είναι οι γιοι του θεού, ρώτησε σαρκαστηκά με τρεμάμενη φωνή, σκουπίζοντας τα μάτια  του. Δεν μπορούσε πλέον να ζει την ζωή του σαν να μην τρέχει τίποτα. Δεν μπορούσε να πει  ότι δεν ήξερε. Αρκετό  καιρό είχε μείνει κι αυτός άβουλος, άπρακτος, ένας τέλειος υποτακτικός των συμφερόντων και του συστήματος. Ίσως ήταν μονός του, ίσως όχι. Δεν τον ένοιαζε καθόλου! Αυτό που είχε σημασία,φίλοι μου, ήταν ότι βίωσε βαθιά μέσα του την αποδοχή. Το κενό, το σύμπαν, η ίδια η Γη είχαν μια άπειρη προσωπικότητα και σίγουρα κάτι ήθελαν να του πουν!
-Κάποιος  πρέπει να βάλει ένα τέλος σ’ αυτήν την παράνοια, βροντοφώναξε απελευθερωμένος. Και σαν το δέχτηκε αυτό  μες την καρδιά  του, άρχισε  με μεγάλη ταχύτητα να κατευθύνεται προς την Γη, σαν φλεγόμενος  κομήτης.  Έκλεισε  τα  μάτια του και με καθαρή την συνείδηση, χωρίς φόβο και πάθος, μην πιστεύοντας και μην ελπίζοντας τίποτα, όντας πραγματικά ελεύθερος για πρώτη φορά στην ζωή του, κατανοώντας απόλυτα ότι έφτασε η ώρα ο στοχασμός να δώσει την θέση του στην δράση, περίμενε την σύγκρουση! Έπεφτε από εκεί ψηλά, μέσ’ από το απέραντο διάστημα, σε μια πτώση χωρίς κατεύθυνση, απειροπολλαπλή και κενή.
 Πέρασε  στην ατμόσφαιρα της Γης και χιλιάδες γνώριμοι ήχοι και μυρωδιές έκαναν την εμφάνιση τους. Το βλέμμα του απέπνεε ένα τέτοιο κύρος και μια ήρεμη δύναμη, που όλα τα ζώα την αντιλήφθηκαν και άρχισαν, το καθένα στην γλωσσά του, να τον χαιρετούν. Ακόμα και η βλάστηση ήθελε να του δείξει την ευγνωμοσύνη της, προσφέροντας του τις καλύτερες μυρωδιές της, τις μυρωδιές της ζωής!
Τελευταία μύρισε την θάλασσα. Κατευθυνόταν πάνω της και στην καρδιά του το μέλλον ήταν σίγουρο. Ήταν το κέντρο όλου αυτού που δεν υπάρχει παρά μόνο μέσω μιας γεωμετρίας της αβύσσου.
-Θέλω  μόνο  μια  ευκαιρία, ψιθύρισε  στον κόσμο και την στιγμή της σφοδρής σύγκρουσης άνοιξε τα μάτια του!
                                                   5
Πετάχτηκε  απότομα  προς  τα  πάνω  με  τα μάτια ορθάνοικτα. Μια έντονη ζαλάδα τον πλημμύρισε και  έγειρε αμέσως  πίσω.  Όλα χόρευαν χαοτικά στο μυαλό του. Ο χώρος και ο χρόνος του ήταν άγνωστα για πρώτη φορά στην ζωή του και η μνήμη του  ήταν ανενεργή. Η εικόνα γύρω του γύρναγε σε επαναλαμβανόμενους  κύκλους  και η  όραση  του αδυνατούσε να σταθεροποιηθεί. Η εικόνα άρχισε να σταθεροποιείται σταδιακά μετά από λίγα δευτερόλεπτα και αυτό που την χαρακτήριζε ήταν μια έντονη θολούρα, λες κι έβλεπε πίσω από ένα πολύ σκονισμένο τζάμι. Καταρχήν του φάνηκε ότι βρισκόταν σε ένα λευκό δωμάτιο, που ακτινοβολούσε έντονα το ημίφως που έμπαινε απ’ το παράθυρο. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν ξημέρωνε ή αν νύχτωνε. Ήχοι, σταθερά επαναλαμβανόμενοι,  δυσκόλευαν επίσης την αντίληψη του. Έκλεισε τα μάτια, απογοητευμένος από την αδυναμία του να καταλάβει τι συμβαίνει και προσπάθησε να συγκεντρώσει τις σκέψεις του. Βίωσε μια πρωτόγνωρη αίσθηση διαύγειας και  σε  κλάσματα  του δευτερολέπτου  η σκέψη του  είχε οργανωθεί, αν και μια ελαφριά ζαλάδα  δήλωνε  παρούσα. Ένοιωσε ευχάριστα, λες και είχε πιει λίγα ποτηράκια παραπάνω. Αιωρούνταν στο ευχάριστο σημείο μεταξύ ευθυμίας και σοβαρότητας, μεταξύ ελαφρότητας και βαρύτητας!
Άνοιξε ξανά τα μάτια του. Και το θέαμα που αντίκρισε του έκοψε την ανάσα. Είδε έναν ολόλευκο τοίχο απέναντί του και του φάνηκε ότι το λευκό ακτινοβολούσε δυνατά, νόμισε για μια στιγμή πως το φως ερχόταν κατά πάνω του… ή ίσως τα μάτια του ρουφούσαν το λευκό που αντίκριζαν. Απόρησε μ’ αυτό, έκλεισε τα μάτια του και τα ξανάνοιξε αργά. Το έντονο λευκό ήταν ακόμη εκεί!
Άρχισε με το βλέμμα του να εξετάζει το δωμάτιο γύρω του και όπου έστρεφε το βλέμμα του τα μάτια του ρουφούσαν την εικόνα και ένοιωσε ότι δεν έβλεπε απλώς, αλλά βίωνε αυτό που αντίκριζε. Τα πάντα γινόταν ένα με το μυαλό του, σχήματα, χρώματα, αντικείμενα. Ο χώρος που τον περιτριγύριζε αποκτούσε μια πλαστικότητα, μια ζωντάνια μες το μυαλό του. Ένοιωθε ότι ήταν ένα καινούριο ον με μάτια γεμάτα νέα όραση! Η απορία για το τι του συμβαίνει άρχισε να γιγαντώνεται. Αντικρίζοντας όμως την πηγή των επαναλαμβανόμενων ήχων στα αριστερά του κατάλαβε τουλάχιστον το που βρίσκεται κι αυτό ήταν σ’ ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Κι επίσης ήταν καλωδιωμένος. Ένα μόνιτορ δίπλα στο κρεβάτι κατέγραφε τα ζωτικά του σημεία, σφυγμούς,  πίεση, αναπνοές κ. α. Αισθάνθηκε ανακούφιση, μη γνωρίζοντας το γιατί. Η  μνήμη  του άρχισε  σιγά  σιγά να παίρνει μπρος. Όλα ήταν θολά στο άμεσο παρελθόν του, όμως μια  ανάμνηση  ανάβλυσε  γοργά  στην  επιφάνεια.  Ένα όραμα,  ναι το όραμα που είχε στην δυστυχία του ανθρώπου και του πλανήτη. Και πως βρέθηκε στο νοσοκομείο;  Ποσό  καιρό  ήταν εδώ; Ένιωσε ξαφνικά μια απελπιστική  μοναξιά  και μόνο η σκέψη του κρατούσε συντροφιά με τα αναπάντητα αυτά ερωτήματα.
Μετά από λίγο το  στομάχι  του  διαμαρτυρήθηκε. Ένοιωσε μια δυνατή σουβλιά στα σωθικά του και μια ακόρεστη πείνα. Πρόσεξε τους ορούς  που κρέμονταν δίπλα  του,  την  τροφή  του. Ακολούθησε την πορεία, που είχαν τα σωληνάρια με το διαυγές υγρό μέχρι τις  φλέβες  του. Κοιτάζοντας  τα  χέρια του ένα εκκωφαντικό καμπανάκι χτύπησε μέσα του. Περιέργεια  και  αμφιβολία  τον  κατέκλυσαν  με  χιλιάδες  ερωτήματα να χοροπηδάνε μες το μυαλό του. Έφερε τα χέρια του κοντά στο πρόσωπο  και τα περιεργάστηκε για λίγα λεπτά.
Η εικόνα των χεριών του πυροδότησε αναπάντεχα την μνήμη του και καθώς  θυμήθηκε τα πάντα  σε μια μόλις στιγμή, η  ανάμνηση  τον  χτύπησε σαν χαστούκι! Αυτό που είχε συμβεί ήταν  τόσο σοκαριστικό,  όσο  και  εξωπραγματικό.  Θυμήθηκε  μια  αόρατη  Δύναμη  να  βγαίνει από  τα  χέρια  του  και ... είχε  χτυπήσει  έναν  άνθρωπο,  τον «γορίλα» ή μάλλον ... τον είχε σκοτώσει.  Τότε  οι  αναμνήσεις  έσυραν μαζί τους την θλίψη σε τεράστιες  ποσότητες.  Αυτή  τον κυρίεψε και χρωμάτισε μαύρη την καρδία του.
Πάλευε σε όλη την διάρκεια της σύντομης ζωής του να κάνει πράξη μια φιλοσοφική  στάση ζωής, μιας ζωής  με  αγάπη  και  συμπόνια  για  τον συνάνθρωπο, μιας ζωής μη- βίας. Κι αυτό είχε πάει περίπατο  σε  κλάσματα  του δευτερολέπτου.  Είχε αφαιρέσει,  έστω και άθελα του, μια ζωή. Μπορεί  ο «γορίλας» να μην αποτελεί ... αποτελούσε τον καλύτερο τύπο ανθρώπου, αλλά ήταν ένας από εμάς. Θεωρούσε μέχρι σήμερα το «Ου φονεύσεις» σαν το επιστέγασμα μιας δίκαιας και ηθικής κοινωνίας. Είχε κάνει λάθος;
«Από  την  άλλη, ίσως ήταν αναπόφευκτο» σκέφτηκε  και  η θλίψη  άρχισε σιγά σιγά να υποχωρεί μέσα  του.  Όσο περισσότερο το σκεπτόταν, τόσο περισσότερο κατέληγε στο ότι ίσως έπρεπε  να  γίνει έτσι.  Η  απειλή  κατά της  ζωής του είχε ενεργοποιήσει την Δύναμη μέσα  του,  είχε ξυπνήσει το είναι του και είχε επαληθεύσει με ανεπανάληπτο τρόπο το ισχυρό  αίσθημα διαφορετικότητας που τον κατέτρωγε τόσα χρόνια. Όταν αναλαμβάνουν δράση τα ένστικτα  δεν  κάνουν  ποτέ  λάθος.  Κι  αυτό  γιατί δεν λειτουργούν με όρους ηθικής, αλλά με όρους  επιβίωσης. Ήταν  η  ζωή  του, απέναντι  στου γορίλα λοιπόν! Η τελευταία σκέψη, όσο κι αν του φάνηκε απίστευτο, εξαφάνισε  τελείως  την  θλίψη  του,  σαν  να  την  έσβησε απλά απ΄ τον πίνακα των συναισθημάτων του. Σκέφτηκε  τώρα, εντελώς απροσδόκητα αυτό που πίστευε μέχρι σήμερα, ότι δηλαδή κάθε άνθρωπος δεν είναι τίποτε περισσότερο  από  αυτό,  που  γίνεται  μόνος του, καθώς συνίσταται από ένα πλήθος δυνατοτήτων τις οποίες μπορεί να πραγματώσει μόνο μέσα από τις επιλογές που κάνει στην ζωή του, ανεξαρτήτως συγκυριών κι εξωτερικών παραγόντων. Κράτησε αυτή την σκέψη βαθιά μέσα του. Ναι, ήταν ξεκάθαρα θέμα συγκυρίας η συνάντησή του με τον γορίλα, αλλά αυτό που κρυβόταν μέσα του βγήκε επιτέλους στο προσκήνιο κι ήταν δική του επιλογή ή να το επικροτήσει ή απλά να το απορρίψει!
-Πρέπει  να γίνω αυτό που είμαι, είπε αποφασιστικά στον εαυτό του. Αισθάνθηκε  απόλυτη σιγουριά και  ετοιμότητα, δίχως  να γνωρίζει το πως και το γιατί και κυρίως χωρίς να υποψιάζεται ούτε κατά διάνοια τι ακριβώς ήταν!

Ο ήλιος είχε ήδη ανατείλει στέλνοντας  το σκοτάδι  της νύχτας πίσω  στο κρησφύγετο του. Από  το  παράθυρο  έβλεπε να μπαίνει ένα ζεστό φως, με μια πλούσια πορτοκαλί απόχρωση. Ένα βάζο  με  κατακόκκινα, σχεδόν ζωντανά, τριαντάφυλλα, που  τα είχε φέρει η μητέρα του για να δώσει λίγο χρώμα, μια νότα ζωής  μες  το  στείρο  δωμάτιο,  βρισκόταν στο τραπεζάκι, απέναντι από το κρεβάτι του και μια  ιδέα  έκανε την εμφάνιση της όταν το είδε. H πρώτη του γνωριμία με την Δύναμη ήταν τραυματική. Έπρεπε λοιπόν να την δαμάσει. Ένιωθε σίγουρος ότι αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που έπρεπε να  κάνει, αφού  βέβαια διαπίστωνε πρώτα ότι αυτή όντως υπάρχει στην πραγματικότητα και όχι μες το φαντασμένο του μυαλό. Δεν ήθελε άλλα πολτοποιημένα  κορμιά. Όχι  άλλους  νεκρούς, εκτός  αν  ήταν απολύτως απαραίτητο. Ο Πλάτων δεν ήξερε πόσο αναγκαίο, πόσο αναπόφευκτο, θα ήταν αυτό στο μέλλον!
Προσπάθησε  να  συγκεντρωθεί  και αυτό έγινε με την μια, σαν το πάτημα ενός κουμπιού. Έτσι απλά. Η ελαφρά ζαλάδα, όμως παρέμενε. Κοίταξε πρώτα το δεξί του χέρι και μετά το βάζο. Έτεινε  το  χέρι του μπροστά  καρφώνοντας με την ματιά του το βάζο. Η επιθυμία του ήταν απλή.  Ήθελε  να  μετακινήσει έστω και λίγο το αντικείμενο απέναντι του. Λίγα χιλιοστά θα ήταν  αρκετά, ήθελε  απλώς να  το δει να κινείται, τίποτα παραπάνω. Ένιωσε την αμυδρή δόνηση να κάνει την εμφάνιση  της  και πανευτυχής γι ‘αυτό, χαμογελώντας πλατιά από ικανοποίηση, αλλά και επιβεβαίωση(όχι δεν ήταν τρελός τελικά!), έδωσε την εντολή. Αισθάνθηκε ένα μέρος του εαυτού του, της ενέργειας του, να  εκτοξεύεται, σαν  ένα  ρεύμα  αέρα  που γλιστρά πάνω μας χαϊδεύοντας μας, από το χέρι  του  και  για μια μοναδική στιγμή το βάζο τρεμόπαιξε στην θέση του. Η ευχαρίστηση που ένιωσε το εγώ του, με την συνοδεία μιας πρωτόγνωρης μέχρι τότε ηδονής, το οδήγησε σε μια ακατάσχετη λαιμαργία και τα μάτια του γυάλισαν.
 «Λίγο  ακόμα», είπε η λαιμαργία του και εκτίναξε με πάθος το χέρι μπροστά για να φτάσει τα ακτινοβολούντα το χρώμα τους κόκκινα τριαντάφυλλα. Σε κλάσματα του δευτερολέπτου το βάζο  είχε μια μοιραία συνάντηση με τον τοίχο και κομμάτια από τα τριαντάφυλλα που χόρευαν στον αέρα πέφτοντας αργά δημιούργησαν ένα κόκκινο χαλί στο λευκό πάτωμα.
Ο ήχος  της  σύγκρουσης  ήταν αρκετά δυνατός ώστε να καλέσει στο δωμάτιο τον πρώτο περαστικό.  Η  πόρτα  άνοιξε  και  μια  νοσοκόμα  μπήκε  μέσα.  Κοίταξε  χαμηλά τα πολύχρωμα κομμάτια από το βάζο και τα τριαντάφυλλα, στράφηκε προς τον Πλατών και η έκπληξη της ήταν μεγάλη, όταν διαπίστωσε ότι την κοιτούσε κι αυτός.
-Νεαρέ,  ξύπνησες,  ρώτησε  και  ένα  χαμόγελο, που αντικατέστησε αμέσως την απορία για το σπασμένο βάζο,  ζωγραφίστηκε  στο πρόσωπο  της. Ήταν κοντά στα εικοσιπέντε, όμορφη και το χαμόγελο της ανάβλυζε ενθουσιασμό. Θα φωνάξω τον γιατρό, είπε εκστασιασμένη και βγήκε έξω τρέχοντας.
Ο  Πλάτων  έμεινε,  απογοητευμένος  από τον εαυτό του, να περιμένει. Οι απορίες του θα λύνονταν σε λίγο. Ένιωσε όμως κι αδύναμος, ένα  αίσθημα κόπωσης,  με  το  οποίο  είχε  ήδη γνωριστεί. Συνειδητοποίησε ότι η Δύναμη, απορροφά μεγάλο  μέρος της  ενέργειας  του.  Συνειδητοποίησε επίσης, ότι χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια  για  να  τιθασεύσει  την  Δύναμη αυτή, αν και πρωτίστως έπρεπε να τιθασεύσει τις ορμές  του.  Ένιωσε ότι όφειλε  να  γνωρίσει  πάνω απ’ όλα τον καινούριο του εαυτό, το καινούριο του εγώ, αυτό που θα σκαρφάλωνε πάνω απ’ όλα τα άλλα!
      

1 σχόλιο:

Vaso είπε...

Η δυστυχια της υπαρξης....
Μ'αρεσουν οι περιγραφες σου, αλλα λειπει μια, αυτη του ηρωα σου. Η εικονα του ειναι θολη. Ισως βεβαια ειναι καλυτερα ετσι, ας αποφασισει ο αναγνωστης!

Βασω