Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΝΟ 4

                                                  
                                                Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΙ Ο ΓΟΛΓΟΘΑΣ                                                                                                                                                            




                                                                     1
Τα επόμενα πέντε λεπτά ήταν τα πιο βασανιστικά της ζωής του. Ο χρόνος έμοιαζε παγωμένος,  ακίνητος  και  εχθρικός. Αυτός  οδηγούσε αφοσιωμένος στον δρόμο που ανοίγονταν μπροστά του, προσπαθώντας να φανεί αδιάφορος, ενώ αυτή παρέμενε αμίλητη με το βλέμμα στραμμένο έξω από το παράθυρο. Η πρωινή βροχούλα, που άρχισε  να πέφτει  μόλις ξεκίνησαν, σε  συνδυασμό με  τις αδύναμες ακτίνες του ήλιου είχαν σκηνοθετήσει  μια ατμόσφαιρα  μελαγχολική. Ο  Πλάτων αναζητούσε κάτι να πει, πίεζε  τον ανανεωμένο  του εγκέφαλο να βρει τα κατάλληλα λόγια, κάτι έξυπνο και παράλληλα όμορφο, κάτι αιθέριο όπως έβλεπε με την καινούρια του όραση το κορίτσι δίπλα του. Όλος  περιέργως όμως ο  τέλειος νους του είχε  κολλήσει  μαγεμένος από  την  ομορφιά, την  απλότητα και  την καλοσύνη  που ανέδιδε το αμίλητο κορίτσι. Απέμεινε τελικά μόνο μια ελπίδα, η συνταξιδιώτισσα του να κάνει το πρώτο βήμα και να σπάσει την σιωπή.
Γύρισε  απελπισμένος και την  κοίταξε στιγμιαία, έτοιμος να ανοίξει το στόμα του και να πει οτιδήποτε, το πρώτο πράγμα που θα δραπέτευε απ’ την σκέψη του. Αυτή  ίσα που  κούνησε τις  άκρες των  ματιών της  και ο Πλάτων καρφώθηκε απότομα και πάλι ευθεία μπροστά του. Πάντα ήταν ντροπαλός με το γυναικείο φύλο. Αν και τα κορίτσια τον  γούσταραν σε  όλη του την ζωή και  οι εφήμερες σεξουαλικές του σχέσεις ήταν αμέτρητες, αυτός  είχε πάντα μια  αίσθηση ανασφάλειας, όταν βρισκόταν κοντά τους. Ποσό μάλλον τώρα,  που βρισκόταν  δίπλα στο  πιο υπέροχο  πλάσμα που  είχε  δει ποτέ  του.
Έβλεπε  την ομορφιά  σε κάθε κορίτσι  που γνώριζε, σε κάθε  θηλυκό που τον έβλεπε είτε σαν το ιδανικό αρσενικό,  με ομορφιά, μυαλό και χρήμα, είτε  σαν μια απλή μηχανή  ηδονής. Και  κάθε φορά ένοιωθε την  ίδια ταπεινότητα απέναντι στην τρυφερότητα και την πελώρια γλύκα που εκπέμπει η γυναικεία παρουσία. Ίσως  ένοιωθε ανάξιος αυτού του ενδιαφέροντος που του έδειχναν, πάντως σίγουρα τώρα ένιωθε πιο ανασφαλής από ποτέ. Δίπλα του δεν είχε μια απλή γυναίκα, αλλά ίσως την ίδια την Ιδέα της γυναίκας, αυτής που αναζητούσε σε όλη του την ζωή!
Αυτό  που δεν ήξερε  ο φίλος μας είναι ότι ακριβώς το ίδιο αισθανόταν και η συνταξιδιώτισσα του. Κοιτούσε  κι αυτή έξω το  τοπίο ψάχνοντας  τις κατάλληλες λέξεις. Τι μπορούσε όμως να πει στο πιο ενδιαφέρον  αγόρι, που  είχε  δει ποτέ της; Ποια λόγια θα έκρυβαν την αμηχανία που ένιωθε το μυαλό της και την αστείρευτη δίψα που ταλαιπωρούσε την καρδιά της; Δεν τολμούσε να κοιτάξει προς  το μέρος του, γιατί τα μάτια του ήταν σαν ναρκωτικό. Είχε δει μέσα τους όλους τους ανομολόγητους πόθους της, και όχι μόνο τους σαρκικούς. Όχι υπήρχε σίγουρα κάτι περισσότερο! Κάτι  που  είχε διαισθανθεί  την πρώτη  φορά που την είχε κοιτάξει χαμογελώντας. Της  φάνηκε  ότι  διέκρινε  κάτι  πίσω  απ’ το  ζεστό  του  χαμόγελο, μια αδιόρατη επιθυμία κρυμμένη  πίσω  απ’ τα  μπλε  του μάτια, πίσω απ’ τα όνειρα και τους… εφιάλτες;  Ήταν  θα  έλεγες  κάτι σαν …σιγουριά... ή μάλλον μια θέληση για ... για  δύναμη  ίσως; Απόρησε  με την  σκέψη της, γύρισε  και τον κοίταξε με ένα αινιγματικό χαμόγελο.
Την ιδία ακριβώς στιγμή, ο Πλάτων έχοντας κάνει χρήση, πάνω στην απελπισία του, της κρυφής   του  δυνάμεως  να  ακούει  τις  σκέψεις  των  άλλων, και όντας ο ίδιος απορημένος με την διαίσθηση της, γύρισε προς το μέρος της.
-Ταξιδεύουμε τόση ώρα και δεν μου είπες ακόμη το όνομα σου!
-Αλήθεια, πως σε λένε;
Γέλασαν ταυτόχρονα. Επιτέλους  μίλησαν! Και  αφού ξεκίνησαν δεν θα σταματούσαν να μιλάνε ποτέ. Τουλάχιστον για όσο καιρό οι αμείλικτοι νομοί της Ιστορίας τους ήθελαν μαζί.
-Με λένε Πλάτων.
-Εμένα Νεφέλη, του απάντησε όλο νάζι. Από που είσαι; Εγώ είμαι από τα Γιάννενα, συμπλήρωσε ξεχνώντας εντελώς την απρόσμενη σκέψη για την θέληση της δυνάμεως, που μόλις είχε κάνει.
-Κοίταξε να δεις, κι άλλη σύμπτωση. Κι  εγώ από τα Γιάννενα είμαι, της απάντησε αυτός κοιτώντας την γλυκά. Γύρισε  το κεφάλι του  ξανά προς τον δρόμο  και αναλογίστηκε με λύπη τα χαμένα
χρόνια.
 «Που ήσουν τόσο καιρό, κορίτσι μου;»
Συνέχισαν  για λίγο ακόμη να ανταλλάσουν φιλοφρονήσεις για τα ονόματα τους και τυπικές πληροφορίες ο ένας για τον άλλο, όπως καταγωγή, σπουδές, σε ποια καφέ σύχναζαν στα Γιάννενα,  τι ρομαντικός  και συνάμα  θλιμμένος που  είναι ο καιρός   με τις ατέλειωτες βρόχινες ημέρες κτλ, μέχρι που φτάσαμε στο κρίσιμο ερώτημα.
-Γιατί πας στην Αθήνα; Μίλησαν και πάλι ταυτόχρονα, λες και τα ρολόγια στο μυαλό τους είχαν ήδη συγχρονιστεί. Ο  Πλάτων  προσπάθησε με έναν ελιγμό να κερδίσει λίγο χρόνο, ώστε να βρει μια καλή δικαιολογία. Δεν ήξερε τι να της πει, αν και ένιωσε μια στιγμιαία, αλλά δυνατή παρόρμηση να της εξομολογηθεί τα πάντα.
-Οι κυρίες προηγούνται, της είπε ευγενικά.
-Που την  είδες την κυρία, τον ρώτησε αυτή σχεδόν αυστηρά. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα γέλασε δυνατά. Πλάκα σου κάνω, είπε και ο Πλάτων έσκασε δειλά ένα χαμόγελο. Ο πάγος έλιωνε γοργά, πιο γρήγορα από κάθε άλλη φορά.
-Λοιπόν …κυρία μου, θα  μου  πεις  τι  δουλεία  έχει  ένα  όμορφο κορίτσι σαν εσένα να κάνει οτοστόπ μόνο  του κι ενώ ζούμε  σε μια επικίνδυνη εποχή, πηγαίνοντας στη Αθήνα, την ξαναρώτησε. Ο  χαρακτηρισμός  «όμορφη», όσο  λίγος κι  αν ήταν για να αποδώσει την εντυπωσιακή της εμφάνιση,  εκφρασμένος απ’ τα φιλήδονα χείλη του, την έκανε να κοκκινίσει. Σχεδόν το ίδιο έπαθε κι ο φίλος μας όταν κατάλαβε τι είπε, αφού βέβαια η ζημιά είχε ήδη γίνει.
Αυτό  που δεν φάνηκε αμέσως ήταν  το  γεγονός  ότι και  η Νεφέλη  δεν αισθανόταν άνετα με την ερώτηση  αυτή. Αποφάσισε  όμως  να είναι  ειλικρινής μαζί του. Η αύρα αυτού του αγοριού ήταν  καταπληκτική  και αυτά  τα μάτια…
«Αχ, αυτά τα μάτια!»
 Το μυαλό της ξεκίνησε να ταξιδεύει όταν η ίδια το προσγείωσε με το ζόρι στην πραγματικότητα.
-Ας  τα πάρουμε ένα-ένα, του είπε. Κοίτα ... έκανα  οτοστόπ, γιατίιιιιιι ... το έσκασα πριν αρκετές  ώρες  από  το σπίτι  μου, είπε διστακτικά. Σταμάτησε  και περίμενε με αγωνία την αντίδραση  του Πλάτωνα. Αυτός την κοίταξε και την προέτρεψε να συνεχίσει. Δεν ήταν από τους ανθρώπους  που βγάζουν βιαστικά συμπεράσματα. Θα την  άφηνε να ολοκληρώσει την σκέψη  της χωρίς  διακοπές. Αυτό επέδρασε  λυτρωτικά  στην ψυχολογία  της Νεφέλης  και έδιωξε με μιας τις όποιες αμφιβολίες μπορεί να είχε.
-Τσακώθηκα  χτες το βράδυ με τους γονείς μου και έφυγα κρυφά κατά τις πέντε το πρωί. Δεν  μπορούσα να  περιμένω για το πρώτο λεωφορείο κι έτσι έκανα οτοστόπ. Ένας πολύ ευγενικός  φορτηγατζής με  έφερε μέχρι  το Μεσολόγγι. Θα προχωρούσα μέχρι να σταματήσει κάποιος, αλλά μετά με βρήκες εσύ, του είπε γλυκαίνοντας την φωνή της και κοιτώντας χαμηλά. Μετά από λίγο συνέχισε: ο λόγος που πηγαίνω στην  Αθήνα είναι και  η αιτία  που τσακώθηκα με τους γονείς μου. Έχει αύριο το μεσημέρι μια  πορεία και απλώς  θέλω να  πάρω μέρος. Αυτό είναι όλο. Ποσό κακό είναι να πηγαίνεις σε μια  πορεία; Δεν έχω δικαίωμα να φωνάξω για τις απόψεις μου; Είχε πάρει φόρα και δεν θα σταματούσε με τίποτα. Ήταν σαν να έβλεπε τους γονείς της πάνω στο παρμπρίζ, που είχε μετατραπεί  σε οθόνη  κι ήταν ευκαιρία  να τους τα πει ένα  χεράκι. Δεν είμαι υποχρεωμένη να έχω τις απόψεις των γονιών μου, δεν είμαι και δεν θέλω να γίνω σαν κι αυτούς. Δεν θέλω να υιοθετήσω την κοσμοθεωρία τους, θέλω να σκέφτομαι  μόνη μου, τι είναι σωστό και τι λάθος. Θέλω να κάνω  λάθη  και να μάθω απ’ αυτά, ρε γαμώτο! Τώρα  σχεδόν φώναζε και  ο Πλάτων αποφάσισε  να παρέμβει για να την ηρεμήσει.
-Νεφέλη  να σε  διακόψω για  λίγο, ρώτησε  με μαλακή  φωνή. Αυτή  σταμάτησε αμέσως και τον κοίταξε με απολογητικό βλέμμα.
-Αχ, με συγχωρείς, δεν ήθελα να φωνάξω. Δεν είσαι υποχρεωμένος...
-Ηρέμησε και άκου τι λέει ένα φωτεινό μυαλό, της είπε χαμογελαστά. Βασικά είναι μια παρότρυνση προς τους γονείς όλου του  κόσμου και όλων των εποχών. Είναι μια συμβουλή που θα έπρεπε  όλοι να  την ακολουθούν και που πιστεύω ότι ταιριάζει γάντι στην περίπτωση σου. Κέρδισε εύκολα το ενδιαφέρον και την προσοχή της. Συνέχισε λέγοντας: Τα παιδιά  σας δεν είναι παιδιά σας! Είναι  οι γιοι και οι κόρες της επιθυμίας της Ζωής για τον εαυτό της. Έρχονται με μέσο εσάς, αλλά όχι από εσάς και παρόλο που είναι μαζί σας δεν  σας  ανήκουν. Μπορείτε  να τους  δώσετε την  αγάπη σας, μα όχι  και  τις  σκέψεις  σας, γιατί έχουν δικές τους. Τόνισε αυτό το τελευταίο κοιτώντας την Νεφέλη και αυτή του ανταπέδωσε  το βλέμμα ντυμένο με  ένα φωτεινό χαμόγελο  ικανοποίησης. Μπορείτε να στεγάσετε τα σώματα τους, μα όχι  και τις ψυχές τους, γιατί οι ψυχές τους κατοικούν στο σπίτι του αύριο το οποίο  δεν  μπορείτε  να επισκεφτείτε ούτε  καν στα  όνειρα σας. Μπορείτε  να παλέψετε  να γίνετε σαν κι αυτά, μα μην προσπαθείτε να τα κάνετε σαν κι εσάς!
Τελειώνοντας  την φράση  του, σιωπή  επικράτησε για  λίγα λεπτά. Η  Νεφέλη στράφηκε και  πάλι προς το παράθυρο και τις εικόνες του τοπίου που εναλλάσσονταν με γρήγορο ρυθμό, προσπαθώντας  να χωνέψει την  συσσωρευμένη γνώση. Πόσες αλήθειες μπορεί να είναι κρυμμένες σε  λίγες  μόνο  λέξεις. Πόσο  αναγκαίο για τον κάθε άνθρωπο να κατακτήσει αυτές τις αλήθειες  μόνος του  ή έστω με  την βοήθεια κάποιου  άλλου, οποιουδήποτε. Και πόσο δύσκολο είναι αυτό στον σύγχρονο κόσμο μας!
-Έχεις  δίκιο, είπε  μετά από  λίγο η Νεφέλη. Ταιριάζει  γάντι στην  περίπτωση  την δική μου,  αλλά  και τόσων  νέων που  κάνουν  την  επανάσταση  τους  καθημερινά. Δεν το είχα ακούσει, ήταν  τέλειο, αποκρίθηκε γεμάτη θαυμασμό για τα λόγια που γαλήνεψαν την ψυχή της. Κοίταζε τον Πλάτων, ενώ αυτός οδηγούσε και παρότι  γνωριζόταν  μόλις  λίγη  ώρα, το όμορφο, χαμογελαστό του πρόσωπο με τα μπλε μάτια που αγνάντευαν τον κόσμο έξω απ’ το αυτοκίνητο, η ευγενική του φωνή και τα μεγαλειώδη λόγια που μόλις της είχε απαγγείλει, και βεβαίως το μυστήριο που ένιωθε ότι τον κάλυπτε σαν μανδύας, την έκαναν να νοιώσει αληθινά ερωτευμένη  για  πρώτη ίσως φορά στην ζωή της. Αποφάσισε να του τα πει όλα.
-Θέλεις να μάθεις τι πορεία είναι αυτή στην οποία θέλω να πάρω μέρος, ρώτησε.
-Βεβαίως, αν θέλεις να μου πεις, είμαι όλος αυτιά, απάντησε ο Πλάτων χαμογελώντας, εν μέρη  διότι ακόμη  έψαχνε κάποια  καλή δικαιολογία  για τον εαυτό του και θα κέρδιζε λίγο χρόνο ακόμη.
-Κοίτα,  έχω κάποιες  απόψεις για  συγκεκριμένα ζητήματα διαφορετικές από τον περισσότερο  κόσμο. Πιστεύω  για παράδειγμα ότι δεν πρέπει να υπάρχει κράτος, το οποίο να καταπιέζει  τον  λαό, στερώντας μας την ελευθερία και περιορίζοντας τα δικαιώματά μας. Γι’ αυτό  θέλω  να πάρω  μέρος σε  μια  πορεία  αναρχικών. Θα  μείνω  το βράδυ  σε κάτι φίλους και αύριο θα πάμε όλοι μαζί, είπε διστακτικά και με μια ανάσα περιμένοντας την αντίδραση του.
                                                                       2
Εν τω  μεταξύ, ο  Αστυνόμος συντόνιζε ολόκληρο τον μηχανισμό της αστυνομίας  με  απίστευτη  μεθοδικότητα. Δεν  μπόρεσαν  να μάθουν  τίποτα από  τους  γονείς  του Πλάτων, οι  οποίοι ήταν αποφασισμένοι να μην δώσουν την παραμικρή πληροφορία για τον γιο τους, αλλά βρήκαν σύντομα ότι ένα αυτοκίνητο είχε νοικιαστεί το προηγούμενο απόγευμα  στο  όνομα του  πατέρα του. Δόθηκε  σήμα και  όλη  η  τροχαία  συνεπικουρούμενη  από κάποια  αυτοκίνητα  της  ασφάλειας  χτένιζε την  πόλη για ένα μπλε Γιούγκο. Από την άλλη όμως,  η αστυνομία δεν  είχε την πολυτέλεια να σπαταλά δυνάμεις στην αναζήτηση ενός και μόνο ατόμου, όταν το προσωπικό ήταν λιγοστό, οι ανοιχτές υποθέσεις δεκάδες και κυρίως όταν η κοινωνική κατάσταση, στροβιλιζόμενη μες την δίνη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, θα χαρακτηριζόταν λείαν επιεικώς έκρυθμη.
Ο αστυνομικός διευθυντής, κάνοντας  μια πρωτοφανή κι ασυνήθιστη πράξη,  πήγε  κυριακάτικα  στο  γραφείο  του  και κάλεσε  τον  Αστυνόμο  για ενημέρωση. Αυτός  με  την  συνοδεία του  συνεργάτη  του μπήκε  φουριόζος  στο γραφείο του διευθυντή. Δεν γούσταρε καθόλου την καθυστέρηση, που θα του έφερνε αυτή η απροσδόκητη συνάντηση.
-Κύριε διευθυντά, καλημέρα. Με καλέσατε;
-Καλημέρα,  Σωτήρη ! Καλημέρα, νεαρέ! Καθιστέ, παρακαλώ. Καφεδάκι, ρώτησε ευγενικά. Ήξερε ότι αυτό που θα έλεγε δεν θα άρεσε καθόλου στον Αστυνόμο. Ευτυχώς, όμως είχε και ανταλλάγματα να του προσφέρει. Ο Αστυνόμος παρέμεινε επιδεικτικά όρθιος.
Συνεργαζόταν  μαζί τριάντα χρόνια και ο διευθυντής τον θεωρούσε έναν από τους καλύτερους αστυνομικούς  του  σώματος. Θα  μπορούσε  εύκολα  κανείς  να τους περάσει  για φίλους, αλλά δεν ήταν. Κι  αυτό  για συγκεκριμένους λόγους. Μπορεί  ο Αστυνόμος  να  είχε  την φήμη  του «τρελού» στην υπηρεσία,  αλλά έκανε  την δουλεία του  και  με το  παραπάνω. Είχε  διαλευκάνει τις πιο δύσκολες υποθέσεις  και, γαμώτο, θα είχε  φτάσει πολύ ψηλά αν δεν πυροβολούσε τόσο αναθεματισμένα εύκολα. Βλέπετε είχε  σκοτώσει  αρκετούς εγκληματίες, μερικούς  εκ των οποίων σε συνθήκες  που  δημιουργούσαν  ερωτηματικά, οπότε αν και δεν  του  απαγγέλθηκε  ποτέ  κάποια  κατηγορία μιας  και  το  σύστημα  γνωρίζει  καλά πως να κουκουλώνει τις απρέπειες των αστυνομικών, ωστόσο αυτό είχε  επίδραση στην ανέλιξη του στην ιεραρχία του σώματος. Θα μπορούσε να είναι αυτός αστυνομικός διευθυντής σήμερα κι όχι απλώς ένας ταπεινός Αστυνόμος Α΄. Ήταν όμως κοινό μυστικό ότι το  σύστημα  είχε  βρει  τον αμείλικτο  τιμωρό  της πόλης, αν  και  δημοσίως  όλοι κατέκριναν την άκρατη  χρήση των όπλων. Δεν ήθελαν  σε καμία περίπτωση να τον διώξουν, αλλά δεν μπορούσαν  και να  τον προάγουν  εκεί  που θα  όφειλε να  είναι. Δεν  θα ήταν σωστό για επικοινωνιακούς  λόγους, όπως αντιλαμβάνεστε. Υπήρχε  επομένως μια ιδιότυπη συμφωνία μεταξύ του Αστυνόμου  και των ανωτέρων του. Αυτός έκανε  την βρώμικη δουλεία όπως θεωρούσε καλύτερα και αυτοί φρόντιζαν να μην τον ενοχλεί κανείς!
-Κύριε  διευθυντά, βιάζομαι!  Όπως  ξέρετε, ο  δολοφόνος  του γιου  μου είναι  ελεύθερος. Όσο  γρηγορότερα  φύγω  από  εδώ, τόσο  γρηγορότερα  θα τον πιάσω. Σας ακούω, είπε και αυτό ακούστηκε ξεκάθαρα σαν διαταγή.
Ο διευθυντής  έσκυψε μπροστά  στην  καρέκλα του και  πήρε ένα πολύ σοβαρό ύφος. Κοίταζε αμίλητος τον μεγαλύτερο κατά μια πενταετία άντρα, ψάχνοντας για τα κατάλληλα λόγια.
-Λοιπόν,  Σωτήρη  θα  στα  πω  μια  κι  έξω για  να ξεμπερδεύουμε. Επισήμως η υπόθεση περνάει  εκτός ελέγχου σου. Πιστεύουμε ότι ο νεαρός έχει ήδη φύγει εκτός πόλης, επομένως δεν  είναι  πλέον στην  δικαιοδοσία  μας. Έχει  δοθεί σήμα  σε όλη  την χώρα και τον αναζητούν. Δεν νομίζω ότι θα φτάσει μακριά.
Ο  Αστυνόμος, στεκόμενος ακόμη όρθιος, έσκυψε το κεφάλι  κοιτώντας το πάτωμα και άρχισε να μουρμουρίζει ακαταλαβίστικες προτάσεις, φανερά εκνευρισμένος, σφίγγοντας με δύναμη  τις  γροθιές  του πάνω  στο γραφείο. Ο διευθυντής προσπάθησε να προλάβει τα χειρότερα.
-Ανεπισήμως  μιλώντας  παίρνεις  από σήμερα άδεια για όσο χρόνο χρειαστείς να διευθετήσεις το προσωπικό σου πρόβλημα, τόνισε με νόημα.
Ο Αστυνόμος  σήκωσε  το κεφάλι του και  ένα άγριο  χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό  του, τα  χείλη  του τραβήχτηκαν  αφύσικα και οι σουβλεροί του κυνόδοντες έκαναν την  εμφάνισή  τους  θυμίζοντας  περισσότερο λύκο, παρά άνθρωπο. Είχε  πάρει  το  οκ  να δράσει. Έστω και μόνος του!
-Καλή  σου  μέρα και  καλά  να  περάσεις  στην  άδεια  σου, φώναξε  ο διευθυντής ενώ  ο αυτός βγήκε σαν σίφουνας από το γραφείο του, με τον συνεργάτη του να ακολουθεί.
Πήγε  στο  γραφείο του και κάθισε. Έδιωξε τον συνεργάτη του λέγοντας του ότι θα συνέχιζε  μόνος του  από εδώ και πέρα. Τον ευχαρίστησε για την συνεργασία τους λες και δεν θα βλεπόταν  ποτέ  ξανά και  έμεινε  ακίνητος  στην καρέκλα του, χαζεύοντας τα απολύτως τακτοποιημένα έγγραφα πάνω στο ταλαιπωρημένο ξύλινο γραφείο του. Το μυαλό του στριφογύριζε  αδιάκοπα κάνοντας μυριάδες σκέψεις. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι θα τον έπαιρνε από πίσω. Θα  κυνηγούσε τον αλητάκο και θα τον ξετρύπωνε όπου και να ήταν. Ήθελε να φύγει αμέσως, να ξεχυθεί στο κυνήγι του, αλλά μια ασυνείδητη σκέψη  τον  σταμάτησε,  μια διαίσθηση  ότι κάτι  επρόκειτο να  συμβεί. Βάλθηκε  να κοιτάζει το τηλέφωνο λες κι έβλεπε το πιο παράξενο αντικείμενο στον κόσμο!
                                                                          3
-Πορεία  αναρχικών, ε;  Μάλιστα,  δήλωσε  με προσποιητή αδιαφορία  ο  Πλάτων. Είχε μάθει να σέβεται όλες τις απόψεις και θεωρούσε ότι ο καθένας από εμάς έχει την δικιά του κοσμοθεωρία και δεν μπορεί, αλλά ούτε και  πρέπει να το επιτρέπουμε, κανένας να μας επιβάλλει την άποψη του. Το σημαντικότερο ίσως είναι να έχουμε τα κατάλληλα επιχειρήματα για να υποστηρίξουμε την άποψη μας. Να έχουμε  δηλαδή το θεωρητικό υπόβαθρο για να εφαρμόσουμε τις ιδέες μας στην πράξη. Και αυτό  ακριβώς  θα επιχειρούσε, μιας και λάτρευε κυριολεκτικά τις διαλεκτικές συζητήσεις, να διαπιστώσει αν διαθέτει η Νεφέλη, όταν είδε στον καθρέπτη του ένα περιπολικό στο βάθος να τους πλησιάζει γρήγορα. Ο γαλάζιος φάρος του στριφογυρνούσε σαν τρελός και το περιπολικό πλησίαζε το Γιούγκο, όπως  ένας πύραυλος τον ακίνητο στόχο του.
Απείχαν  κάνα τέταρτο  από την Πάτρα και έβλεπαν μπροστά τους ένα σύγχρονο θαύμα της μηχανικής, την κρεμαστή γέφυρα του Ρίου – Αντιρρίου, να ορθώνεται  επιβλητικά.  Αποφάσισε  καταρχήν να  συνεχίσει σταθερά την πορεία του. Μπορεί το περιπολικό να είχε άλλες δουλείες. Ψυχραιμία λοιπόν! Έπρεπε όμως απαραίτητα να ενημερώσει την Νεφέλη. Και σίγουρα έπρεπε να της θέσει ένα δίλημμα!
-Νεφέλη,  θα επανέλθουμε  στο θέμα της  πορείας σε λίγο, όμως  τώρα  θέλω μια  τεραστία  χάρη από  σένα. Θέλω  να αποφασίσεις αμέσως τώρα, σε παρακαλώ, αν θα κατέβεις από το αυτοκίνητο  ή αν θα συνεχίσεις μαζί  μου! Ο λόγος για αυτό είναι ότι έχω κάποια μικροπροβλήματα με τον  νόμο και  ένα περιπολικό  μας πλησιάζει. Μίλησε με ξεκάθαρη και σταθερή φωνή, δείχνοντας  μεγάλη αυτοπεποίθηση, ενώ ταυτόχρονα κοιτούσε τον καθρέπτη, βλέποντας τον να γεμίζει γοργά από την εικόνα του περιπολικού.
Η Νεφέλη  ξαφνιάστηκε από την δήλωση του και αφού γύρισε και κοίταξε πίσω, διακρίνοντας  το περιπολικό, έμεινε  σαστισμένη. Τον κοίταξε με αγωνιά. Δεν ήθελε να τον αφήσει, σε καμία περίπτωση, αλλά ... τον είδε να γυρίζει προς το μέρος της κι έπειτα τα μπλε του μάτια να την κοιτάνε με πάθος και τρυφερότητα. Έμοιαζαν  με δύο μαγικές  γαλάζιες χάντρες  που υπόσχονταν μια ζωή ευτυχίας. Ίσως απλώς  τα φαντάζονταν  όλα αυτά, αλλά πήρε την απόφασή της εκείνη την στιγμή βασισμένη σε μια προσδοκία, στο κυνήγι ενός ονείρου.
-Μπορώ  να σου  υποσχεθώ μόνο  ένα πράγμα, της  είπε. Δεν  θα αφήσω  κανέναν  να σου κάνει  κακό. Ποτέ, τόνισε αυστηρά  κοιτάζοντας  την κατάματα και η σιγουριά της φωνής του κάλμαρε την αγωνία της.
-Θέλω  να είμαι μαζί σου, εκδηλώθηκε αυτή με το πιο γλυκό χαμόγελο και την καρδιά της να φτερουγίζει. Δεν ξέρω ακόμη γιατί, σε γνωρίζω μόλις τα τελευταία τριάντα λεπτά, αλλά ... θέλω να είμαι μαζί σου, επανέλαβε ψιθυριστά πιο σίγουρη από ποτέ. Αυτός άπλωσε το χέρι του και έπιασε το δικό της σφιχτά.
-Κι εγώ, της  απάντησε  χαμογελώντας. Έμειναν έτσι πιασμένοι χέρι - χέρι για λίγα μαγικά  δευτερόλεπτα  παγιδευμένοι  στον  χωροχρόνο  του  έρωτα,  κι  ένιωθαν  κι  οι  δυο τους ευτυχισμένοι,  λες  κι  ένα  αόρατο  ποτάμι  ευτυχίας  έσκαγε  πάνω  στα  κορμιά  τους. Έτσι ακριβώς  αισθάνονται  όλοι  οι  ερωτευμένοι στην  αρχή  μιας  σχέσης, όταν  η καρδιά κυριαρχεί πάνω στο νου πλέκοντας συναισθήματα κι οράματα πέρα από κάθε φαντασία!
Το  περιπολικό έφτασε  ακριβώς από  πίσω τους και η Νεφέλη βγήκε απ’ τον ερωτικό της λήθαργο όταν άκουσε τον τσιριχτό ήχο της σειρήνας του περιπολικού, ακριβώς όπως στις ταινίες, που τους καλούσε αδιάκοπα να σταματήσουν. Προφανώς, ο Πλάτων ήταν η «δουλειά» τους σήμερα και αυτός υπολογίζοντας την κατάσταση αποφάσισε  να σταματήσει  στην άκρη. Το αυτοκινητάκι που οδηγούσε δεν θα  μπορούσε σε  καμία περίπτωση να ξεφύγει από το περιπολικό. Αφού ακινητοποιήθηκαν και τα δυο οχήματα στην άκρη του δρόμου μια φωνή ακούστηκε από το μεγάφωνο του περιπολικού.  
-Νεαρέ,  βγείτε  έξω  με  τα  χέρια  ψηλά! Ο Πλάτων  είδε από  τους  καθρέπτες  τους δυο αστυνομικούς  να προτάσσουν τα  όπλα τους καλυμμένοι πίσω από τις πόρτες του περιπολικού.
-Σκύψε και μην σηκωθείς ότι και να γίνει, είπε στην Νεφέλη και αυτή οδηγημένη απ’ την έξαψη της  στιγμής και το άγνωστο του μέλλοντος  όρμησε πάνω του  και του έδωσε ένα παθιασμένο φιλί. Αισθάνθηκε την γλύκα  του φιλιού της και την θέρμη του κορμιού της, ενώ οι μπάτσοι έμειναν με ανοιχτό το στόμα να παρακολουθούν την σκηνή.
-Σε  εμπιστεύομαι  απόλυτα, είπε  ξαναμμένη η  Νεφέλη και  μαζεύτηκε στο κάθισμα της, μην  μπορώντας να  πάρει τα  μάτια της από πάνω του. Ζούσε κάτι το ανεπανάληπτο και το είχε ήδη καταλάβει.
Είδε τον Πλάτων να ανοίγει την πόρτα, να βγαίνει έξω με σιγουριά και να κατευθύνεται με  παράστημα αγέρωχο, ατρόμητος απέναντι σε δυο όπλα που τον σημάδευαν. Το ψιλόβροχο  συνεχιζόταν και  τα αυτοκίνητα  περνούσαν  με χαμηλή ταχύτητα  από δίπλα τους για να παρακολουθήσουν  το συμβάν. Οι αστυνομικοί  έκαναν  νόημα στους περίεργους οδηγούς να συνεχίσουν,  σημαδεύοντας  ταυτόχρονα  τον  Πλάτων.  Προχώρησε  αργά προς  το  μέρος τους, ενώ κανείς  δεν  ήξερε, ούτε  θα μπορούσε ποτέ να  φανταστεί, ότι  τα γυμνά  του χέρια  είχαν μετατραπεί σε φονικά όπλα.
-Να βγει και η κοπέλα, φώναξε ο ένας αστυνομικός.
-Η κοπέλα  δεν έχει καμία  σχέση  μ’ αυτό, απάντησε  ο Πλάτων. Έκανε  οτοστόπ  και την πήρα  μαζί  μου.  Είναι άσχετη  με όλο  αυτό, βρυχήθηκε αγριεμένα. Οι αστυνομικοί, δυο νέα παιδιά, αλληλοκοιτάχτηκαν με  αμφιβολία. Είχαν ενημερωθεί ότι ο ύποπτος ήταν άκρως επικίνδυνος(είχε σκοτώσει και είχε δραπετεύσει κάτω απ΄ τη μύτη των συναδέλφων τους στα Γιάννενα) και έπρεπε να  προσέχουν. Τόσα  και τόσα είχαν  συμβεί κατά καιρούς σε  συναδέλφους τους. Τα δάχτυλά τους λοιπόν πίεζαν με τρεμάμενη δύναμη την σκανδάλη των όπλων τους κι ο ιδρώτας άρχισε να ρέει αργά στο μέτωπό τους, φανερώνοντας την ελάχιστη εμπειρία τους σε τέτοιες καταστάσεις και την ανεπαρκή τους εκπαίδευση.
-Πέσε  κάτω  κωλόπαιδο  και  ξάπλωσε  με  χέρια  και   πόδια ανοιχτά, τον  διέταξαν!  Η Νεφέλη  κρυφοκοίταζε  πίσω από το κάθισμα της  την σκηνή  με κομμένη την ανάσα. Τώρα είδε κι αυτή μαζί με τους μπάτσους (δεν τους σκέφτηκε σαν αστυνομικούς, αλλά σαν μπάτσους… ίσως και σαν γουρούνια, ίσως και σαν πολλά, πολλά άλλα άσχημα πράγματα) τα χέρια του Πλάτων να σηκώνονται ψηλά. Δεν υπήρχε κάτι  φανερό, δεν κρατούσε  κάτι, αλλά ... είδε έκπληκτη  ξαφνικά  τα βουνά, μακριά  πίσω από  τα  χέρια του, να τρεμοπαίζουν, όπως συμβαίνει το καλοκαίρι, όταν ζεματάει η άσφαλτος και το τοπίο πίσω της λικνίζεται στον αέρα!
Ο ήρωας  μας αναρωτήθηκε  πως θα μπορούσε  να αποφύγει τα θύματα στην προκειμένη περίπτωση.  Δεν έφταιγαν σε  τίποτα τούτοι οι κακομοίρηδες, που απλώς νόμιζαν ότι έκαναν την  δουλειά  τους. Ήταν απλά  πιόνια ενός  συστήματος  που  τους  είχε εκπαιδεύσει να μην σκέπτονται, παρά μόνο να εκτελούν εντολές! Και πέρα απ’ αυτό δεν ήξερε αν θα κατάφερνε να αποφύγει τα τραγικά αποτελέσματα της πρώτης χρήσης της Δύναμης. Δεν ήθελε να ακρωτηριάσει κατά λάθος τα χέρια ή ακόμη χειρότερα τα κεφάλια των αθώων αυτών παιδιών.
Θέλησε λοιπόν να εκτοξεύσει ένα μικρό ποσοστό της Δύναμης κι έδρασε  αστραπιαία. Ώθησε απότομα τα χέρια του μπροστά σημαδεύοντας με το καθένα  τα  δυο όπλα. Οι αστυνομικοί δεν πρόλαβαν καν να σκεφτούν, πόσο μάλλον να αντιδράσουν, όταν  η αόρατη  Δύναμη  εκτοξεύτηκε ακαριαία από τις ανοιχτές παλάμες του, χτύπησε βίαια και με ακρίβεια τα χέρια τους, τσακίζοντας τα κόκκαλα  τους  και εκσφενδονίζοντας τα όπλα τους  μακριά μες  τα χρυσαφί χωράφια με τα ψηλόλιγνα σιτάρια. Οι  παράπλευρες απώλειες  ήταν ανεκτές για τον Πλάτων, σίγουρα όμως όχι και για τους αστυνομικούς (μπάτσους για την Νεφέλη). Αρκετά δάχτυλα ήταν σπασμένα με τα κόκκαλα μέσα τους θρυμματισμένα και το δέρμα γδαρμένο και οι μπάτσοι έμειναν σαστισμένοι   μες   τα  αίματα,  ακίνητοι  σαν  παγοκολόνες  και  πονώντας,  να  παρατηρούν  τον Πλάτων.
Τους  κοίταζε  βλοσυρός με τα χέρια του ακόμη σε έκταση. Προσπαθώντας να χωνέψουν  τι είχε  μόλις  συμβεί(Τι στο διάολο μας χτύπησε;), αν και  τα γεγονότα συγκρούονταν  με την λογική, μπήκαν με κόπο κρατώντας  τα σακατεμένα και   ματωμένα  χέρια τους  στο περιπολικό. Οι αισθήσεις τους ούρλιαζαν. Το  μόνο  που τους  ένοιαζε ήταν  να φύγουν όσο το δυνατόν πιο μακριά από τον παράξενο νέο που έστεκε ακίνητος  απέναντι τους κι έμοιαζε  βγαλμένος από  άλλους κόσμους, μακρινούς και σκοτεινούς. Με τα χίλια ζόρια ο  οδηγός έβαλε  μπροστά το περιπολικό με  το αριστερό  του χέρι, το  οποίο ήταν  σε  λίγο καλύτερη κατάσταση από το δεξί.
 Κοίταξε  τον Πλάτων  με τρόμο  και  περίμενε. Η ανάσα του ήταν γοργή. Ο ιδρώτας έσταζε ποτάμι. Φοβόταν! Φοβόταν όσο δεν είχε φοβηθεί  ποτέ  και  όσο  δεν  θα φοβόταν ξανά σε όλη του την ζωή και το ίδιο τρομοκρατημένος ήταν και ο συνάδελφός του. Ο Πλάτων αντιλήφθηκε τον πανικό τους και έκανε το πολυπόθητο νόημα με τα μάτια του στον οδηγό να φύγει.  Ξεκίνησε διστακτικά το αυτοκίνητο και περνώντας δίπλα του η μηχανή άρχισε να μουγκρίζει  προσπαθώντας  να  ανταποκριθεί στο πατημένο μέχρι το δάπεδο γκάζι, και οι αστυνομικοί κοιτούσαν διαρκώς πίσω τους. Τον  είδαν  μετά από λίγο να σκύβει πιάνοντας με τα χέρια του τα γόνατα και να παίρνει βαθιές ανάσες.
Η Νεφέλη  μην έχοντας συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έγινε, έκπληκτη από το πρωτόγνωρο θέαμα που είχε αντικρύσει, βγήκε από το αμάξι και έτρεξε δίπλα του.
-Πλάτων, είσαι καλά; Τι  ήταν αυτό; Πως  το έκανες; Η απορία ήταν φανερή στο βλέμμα της, όμως δεν είχαν  χρόνο για χάσιμο και  έπρεπε οπωσδήποτε  να εγκαταλείψουν  το αυτοκινητάκι.
-Πάρε  τα πράγματα  σου και τον σάκο μου από το πορτ - παγκάζ, πρόσταξε και αυτή τον υπάκουσε  με μιας. Έτρεξε στο αυτοκίνητο, ενώ αυτός βγήκε βαριανασαίνοντας στον δρόμο κοιτάζοντας  τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Είδε ένα πολυτελές αυτοκίνητο να πλησιάζει. Πετάχτηκε άφοβα  μπροστά του σηκώνοντας  το  χέρι, όπως  ο  τροχονόμος όταν θέλει να σταματήσεις. Διέκρινε  τον οδηγό, έναν εξηντάρη  κύριο με γυαλιά, και κοιτώντας τον στα μάτια του έστειλε μια σκέψη: 
«Σταμάτα!» Αυτός σαν να χτύπησε συναγερμός μες το κεφάλι του πάτησε απότομα  φρένο  και το όχημα ακινητοποιήθηκε  ακριβώς  μπροστά  στον Πλάτων. Έπιασε  από  το  χέρι την Νεφέλη και μπήκαν στις πίσω θέσεις, με τον οδηγό να παρακολουθεί αποσβολωμένος.
-Ξεκίνα! Θα  μας πας στην Αθήνα, διέταξε τον οδηγό, ο οποίος υπάκουσε αμέσως λες κι ήταν υπνωτισμένος. Το μυαλό  του ήταν μπερδεμένο και προσπαθούσε να  καταλάβει από  που προερχόταν η φωνή που άκουσε πριν από λίγο. Κοίταξε  στον καθρέπτη  του τον νεαρό, χυμένο στο κάθισμα να προσπαθεί με κλειστά μάτια να  ανακτήσει τις δυνάμεις του βαριανασαίνοντας, ενώ το κορίτσι του χάιδευε αμίλητη και εξίσου μπερδεμένη το πρόσωπο.
«Αποκλείεται!», σκέφτηκε καθώς οδηγούσε. Πέρασαν την  γέφυρα του  Ρίου μετά από λίγα λεπτά, την  ώρα που τρία περιπολικά κινούμενα στο αντίθετο ρεύμα και με τις σειρήνες να ουρλιάζουν κατευθύνονταν προς  το παρατημένο  αυτοκινητάκι. Πέρασαν  έξω από την Πάτρα και μπήκαν στην εθνική οδό προς Αθήνα.
                                                                        4
Το τηλέφωνο χτύπησε και ο Αστυνόμος το σήκωσε με αγωνία.
-Πες το!
-Κύριε αστυνόμε, έγινε ένα συμβάν πριν από λίγο με ...
-Που;
-Πριν την γέφυρα, στο Αντίρριο!
-Ξέφυγε, τόνισε με μια ακατανίκητη αίσθηση σιγουριάς.
-Ναι, τον... Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και ο Αστυνόμος είχε ήδη κλείσει το  τηλέφωνο  και ξεκίνησε για  το αυτοκίνητο του. Έκανε  μια  μικρή  στάση στο ντουλάπι του  και  πήρε  όλα του τα πυρομαχικά  και  λίγα ρούχα που  είχε για ώρα  ανάγκης. Έφυγε μόνος του μην γνωρίζοντας πότε και αν θα επέστρεφε ποτέ!
Μετά από λίγο είχε σχεδόν βγει  από την πόλη  όταν ένιωσε  μια ακόρεστη  επιθυμία για  μια  τελευταία εξομολόγηση. Κοίταξε  στα δεξιά του, περίπου  εκατό  μέτρα μπροστά  του, όπου βρισκόταν κατά παραγγελία το κατάλληλο μέρος για την εκπλήρωση της επιθυμίας του. Οδήγησε  μέχρι εκεί  και  πάρκαρε  μπροστά από  το κτίριο, που υψώνονταν επιβλητικό μπρος τα μάτια του. Με  το  κεφάλι  στραμμένο  ψηλά  έμεινε  να  κοιτάζει  τον μεγάλο μπλε σταυρό από νέον, που δέσποζε  στην κορυφή. Ανέβηκε  αργά  τα σκαλιά και  μπήκε μες την εκκλησία με βλέμμα χαμηλωμένο.  
Η χαρακτηριστική  μυρωδιά  από λιβάνι  και  λιωμένο κερί εισχώρησε στα ρουθούνια  του. Άναψε ένα κεράκι  και προχώρησε  διστακτικά. Κοίταξε  δεξιά -αριστερά.  Δεν υπήρχε  κανείς. Ήταν  μόνος  του. Αυτός  και  ο  Θεός  του! Εντόπισε  την  εικόνα  του  Χριστού, ανάμεσα  σε άλλες που  παρίσταναν  τους «αγίους». Όντας κατά την εκτίμησή του ένας βαθιά θρήσκος άνθρωπος, έβλεπε εικόνες ανθρώπων που είχαν καταφέρει το απόλυτο, την αγιοσύνη, το άγγιγμα του θείου, αν και σε ένα βαθύτερο επίπεδο δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι δεν ήταν  τίποτε περισσότερο από κάποιες ανθρώπινες σκουλικομορφές, η απογοήτευση της ζωής για τον εαυτό της!
Έσκυψε, φίλησε με ευλάβεια την σκονισμένη εικόνα του Θεανθρώπου και γονάτισε. Διάφορα συναισθήματα, θλίψη για τον θάνατο του Άλκη, οργή για τον Πλάτων, απογοήτευση για την μίζερη ζωή του, τον είχαν  κατακλύσει και τώρα τα μάτια του είχαν θολώσει από μια ανίκητη υγρασία που αυξανόταν γοργά. Κοίταξε τον εικονιζόμενο Χριστό και άρχισε την εξομολόγηση του. Όχι σε κάποιον άνθρωπο, όχι στους παπάδες, τους υποτιθέμενους  εκπροσώπους  του, τους οποίους δεν χώνευε απ’ όταν θυμόταν τον εαυτό του, αλλά απλώς ανεχόταν για χάρη της θρησκείας, αλλά στον  ίδιο τον Χριστό. Τον δικό του Χριστό! Τα φυλακισμένα του δάκρυα βρήκαν και πάλι τον δρόμο  τους προς  την ελευθερία και τώρα κατέβαιναν μαζικά τα μάγουλα του.
«Χριστέ μου, βοήθησε με  να είμαι δυνατός για τελευταία φορά! Σου υποσχέθηκα πριν από χρόνια ότι θα καθαρίσω  τον κόσμο σου από  τους αμαρτωλούς. Τέτοιος ήμουν κι εγώ και μου πηρές την γυναίκα  και τον γιο μου» σκέφτηκε θλιμμένος και  το μίσος τρύπωσε  στην πόρτα που  ανοίχτηκε διάπλατα μπροστά του. «Τώρα  ένα μεγαλύτερο  κακό  κυκλοφορεί ελεύθερο. Ο  δολοφόνος  του γιου μου, του Άλκη, είναι ελεύθερος… και δραπέτης. Ξέρω ότι ο Άλκης είχε προβλήματα, αλλά ήταν καλό παιδί και  έδινε τον αγώνα  του κάθε μέρα, έναν  αγώνα άνισο, απέναντι στα γαμημένα τα ναρκωτικά!» Κοίταξε  την εικόνα με τον Χριστό μπροστά στους δώδεκα μαθητές του, να τους διδάσκει την Τέχνη της Αγάπης. Ο πράος ποιμένας και τα πρόβατα του. Τώρα ήθελε να φωνάξει. Και το έκανε!
-Σου υπόσχομαι ότι ο κόσμος σου θα έχει έναν δολοφόνο λιγότερο, μόλις τον βρω. Η Θεια Δίκη θα έρθει  μέσω εμού, Χριστέ  μου. Δως μου μόνο  την δύναμη  να  τον βρω πρώτος  και όπλισε το χέρι μου με αποφασιστικότητα! Αγάπη για σένα και θάνατος γι’ αυτόν! Είμαι ο Άγγελος Τιμωρός σου… πάντα  ήμουν, ψέλλισε και  σηκώθηκε όρθιος αργά. Σκούπισε τα μάγουλά του κοιτώντας επίμονα, σχεδόν εκλιπαρώντας, τα ειρηνικά μάτια του ζωγραφισμένου Χριστού, περιμένοντας με αγωνία μια φωνή, ένα σημάδι, έναν λόγο που δεν ήρθε ποτέ. Έστρεψε το βλέμμα του και βγήκε φουριόζος από την  εκκλησία. Μπήκε στο αυτοκίνητο του,  σχεδόν τρεκλίζοντας  και  αφού  συμμάζεψε  όπως όπως τα χιλιάδες κομμάτια του, ξεκίνησε προς το άγνωστο!
Εν  τω  μεταξύ, ο  Πλάτων  είχε πάρει τις ανάσες που είχε ανάγκη και αποφάσισε να συνεχίσει την συζήτηση που είχε  ξεκινήσει με την Νεφέλη, υπό το  διακριτικό  βλέμμα του οδηγού τους. Αυτός δεν  είχε αρθρώσει  λέξη  από  όταν  τους  πήρε  ή σωστότερα  αναγκάστηκε  να τους πάρει. Πήγαινε στην  Πάτρα για  δουλειές και  τώρα έπρεπε  να τραβηχτεί  μέχρι  την  Αθήνα. Είχε  πειστεί όμως, σχετικά εύκολα και πως αλλιώς όταν ακούς μια φωνή μες το μυαλό σου άλλη από την δικιά σου,  ότι δεν  γινόταν  διαφορετικά, επομένως θα έπαιρνε ότι μπορούσε από αυτή την ιστορία. Και που ξέρεις τι γίνεται καμιά φορά, ίσως να του έβγαινε και σε καλό.
Κατάλαβε  πάντως  νωρίς, ότι  ο νεαρός, που βρισκόταν στο πίσω κάθισμα δεν ήταν ένας συνηθισμένος  νεαρός. Και  δεν ήταν μόνο η φωνή στο κεφάλι του, η οποία μάλλον του ανήκε, αλλά και όλο του το παρουσιαστικό. Δεν είχε ξαναδεί έναν τόσο όμορφο και καλογυμνασμένο νέο. Το σώμα του  ξεχώριζε σαν ανάγλυφο κάτω από το φανελάκι του. Και βέβαια το βλέμμα του! Αυτό  που όταν τον  διέταξε να σταματήσει ήταν τόσο απόκοσμο και τρομακτικό, που  θα ορκιζόταν ότι δεν ανήκε σε ανθρώπινο όν. Με μάτια άγρια σαν φλόγες και μια ... νόμισε ότι  διέκρινε μια  περίεργη, σκοτεινή αύρα να χορεύει στον άνεμο, γύρω από το κορμί του. Μπορεί να ήταν απλώς μια οφθαλμαπάτη που έπαιξαν οι ακτίνες του ήλιου μέσα από τα σύννεφα, πάντως ευχήθηκε οι  γιοι του, υπέρβαροι  και οι δυο  να είχαν μοιάσει έστω και λίγο στον νεαρό, που καθόταν  αμίλητος και κοιτούσε την, επίσης πανέμορφη, κοπελιά στα μάτια και αυτή του ανταπέδιδε ένα λάγνο βλέμμα, που θα κόλαζε και ... Απλά τους πάντες!
-Λοιπόν, που  είχαμε μείνει πριν  μας διακόψουν οι  αστυνομικοί, ρώτησε  χαμηλόφωνα ο Πλάτων. Αμέσως  ο οδηγός, με  το που άκουσε την φωνή του για δεύτερη φορά, έσκασε ένα χαμόγελο σαν να έλεγε «Το ήξερα». Μαζί με το χαμόγελο όμως, εκατομμύρια απορίες γέμισαν το μυαλό του.
-Να, σου  έλεγα ότι θέλω να  πάω σε μια  πορεία αναρχικών, αποκρίθηκε  η Νεφέλη. Είχε κι αυτή τεραστία  ερωτηματικά  μέσα της. Ήθελε να ρωτήσει τι ήταν αυτό που είχε συμβεί, αν ονειρεύτηκε, αν ... ίσως ακόμα και τώρα  ονειρεύεται  ξαπλωμένη  στο κρεβάτι της πίσω στα  Γιάννενα! Αλλά ήξερε  ότι δεν θα  καθόριζε αυτή τους κανόνες του συγκεκριμένου παιχνιδιού.
-Οκ, σεβαστό. Για  πες μου όμως, τι είναι  η αναρχία μιας και εγώ δεν  ξέρω. Εσύ ξέρεις; Εσείς κύριε, ξέρετε, ρώτησε απευθυνόμενος στον οδηγό.
-Όχι, δεν  ξέρω, απάντησε  αυτός θέλοντας  να παίξει το παιχνίδι του Πλάτωνα και χαμογελώντας διστακτικά. Με  λένε Νίκο, συμπλήρωσε  επίσης  διστακτικά. Ο  Πλάτωνας και η Νεφέλη τον κοίταξαν ταυτόχρονα λες και είχε πει την μεγαλύτερη σοφία του κόσμου. Γέλασαν  και  οι  δυο  τους  και  οι φωνές  τους, αν  και  τελείως  διαφορετικές,  ταίριαζαν,  όπως συμπλέουν αρμονικά το βιολί και το τύμπανο σε μια συμφωνική ορχήστρα.
-Είμαι  ο Πλάτωνας και η  δεσποινίς είναι  η Νεφέλη,  αποκρίθηκε. Γύρισε  στην Νεφέλη και χαμογελώντας συνέχισε:
-Λοιπόν; Θα μου πεις τι είναι η αναρχία;
-Αναρχία, κατά  την  γνώμη μου, είναι  αυτό που  προσδιορίζει  η ίδια  η  λέξη, δηλαδή  η έλλειψη κάθε μορφής αρχής – εξουσίας, απάντησε αυτή, επίσης χαμογελώντας. Αισθανόταν και οι δυο υπέροχα καθώς κοιταζόταν στα μάτια και το μόνιμο χαμόγελο τους ήταν αδιάψευστος μάρτυρας γι’ αυτό.
-Σωστό  είναι αυτό που λες, μόνο που χωράει μια μικρή διόρθωση. Αναρχία, λοιπόν είναι η άρνηση, άρνηση όχι έλλειψη, το τονίζω αυτό, κάθε μορφής εξουσίας που δεν είναι φυσική και  κοινά  αποδεκτή απ’ όλους και  όχι μόνο από  την πλειοψηφία! Όπως  ξέρεις  η  αναρχία πάει  σταθερά κόντρα σε κάθε είδους αρχή, σε κάθε μορφή εξουσίας, είτε αυτή είναι πολιτική, θρησκευτική ή ακόμα και κομματική! Συμφωνείς με αυτό, ρώτησε με φωνή που δήλωνε απερίφραστη σιγουριά.
Η Νεφέλη  συνειδητοποίησε αυτό που είχε ήδη υποψιαστεί. Η απόλυτη σιγουριά της φωνής του και η αυτοπεποίθηση του βλέμματός του την έπεισαν ότι οι γνώσεις του Πλάτωνα ήταν  απεριόριστες, ότι το μορφωτικό του επίπεδο ξεπερνούσε οτιδήποτε είχε γνωρίσει μέχρι  εκείνη την  στιγμή και θα έπρεπε να καταβάλει τεράστια προσπάθεια για να φανεί αντάξια του, όχι μόνο τώρα στον διάλογο που έκαναν, αλλά και στο μέλλον. Η χαρά και η σιγουριά που ένιωθε δίπλα του έσβηνε άδοξα μέσα της από την δυσαρέσκεια και την ανασφάλεια για τον εαυτό της, την απλή ταπεινότητα που θα ένιωθε ο καθένας μας δίπλα σε μια αυθεντία.
-Ναι, έχεις  δίκιο, απάντησε μελαγχολικά. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι. Να σε ρωτήσω, όμως  το εξής. Άτομα,  που  δέχονται  την  αναρχία ως ιδεολογία τους, είναι δυνατόν να δεχθούν μια φυσική εξουσία, εφόσον αυτή είναι κοινά αποδεκτή απ’ όλους;
-Άκου,   προσεκτικά,  είπε ο  Πλάτων και  παράλληλα  με την  Νεφέλη  και ο οδηγός τους έστρεψε  την  προσοχή  του  για  να  ακούσει. Η  εξουσία  είναι κάτι το παρά φύση και αυτό διότι στην  φύση δεν υπάρχει εξουσία. Υπάρχει όμως ηγεσία! Χρειάζεται λοιπόν, στην φύση ένας  ηγέτης,  ο   οποίος  προηγείται  και   δείχνει  τον  δρόμο  στους άλλους  για  να μην χαθούν! Αντιλαμβάνεσαι  τι  σου λέω; Σκέψου  αυτό! Πόσοι  πραγματικοί  ηγέτες έχουν περάσει από τον πλανήτη; Πόσοι ήταν αυτοί που ήξεραν τον δρόμο και τον έδειχναν στους λαούς τους  με  στόχο  να  βαδίσουν  μπροστά  στο αύριο και  όχι να κάνουν κύκλους γύρω από τον εαυτό τους;
-Δεν  γνωρίζω, απάντησε  η Νεφέλη μετά  από  σύντομη σκέψη. Δεν μου έρχεται κάποιος στο νου τώρα.
-Αυτό  συμβαίνει, επειδή  πρώτον  ήταν  ελάχιστοι  οι  πραγματικοί  ηγέτες και δεύτερον διότι ο  σύγχρονος τρόπος  ζωής δεν  τους προβάλει. Για  να είναι κάποιος Ηγέτης πρέπει να έχει μια ιδεολογία, όποια κι αν είναι αυτή. Η ιδεολογία είναι μια περιληπτική μορφή ηθικής, πολίτικης ή  κοινωνικής φιλοσοφίας  με χαρακτήρα  είτε μόνο  θεωρητικό,  είτε  θεωρητικό και  πρακτικό  ταυτόχρονα. Είναι  επίσης μια  γενική και  αφηρημένη αρχή  πολιτικού, ηθικού και  κοινωνικού  χαρακτήρα, που  μπορεί  κανείς  να την υπηρετήσει  με αφοσίωση, με αυταπάρνηση και  κυρίως  με πλήρη  ανιδιοτέλεια. Ερώτημα  και  πάλι. Γνωρίζεις πολλούς ανιδιοτελείς  ηγέτες  σήμερα; Αν  εξαιρέσουμε  τον  Γκάντι και  τον  Μάρτιν Λούθερ  Κινγκ, που ανέβασαν την ηγεσία  σε δυσθεώρητα  ύψη, γνωρίζεις  πολλούς ηγέτες  με τέτοια  χαρίσματα; Με  την  διάθεση  της  προσφοράς  χωρίς  ανταμοιβή  άλλη  από το να αλλάξουν τον ρου της Ιστορίας προς ένα καλύτερο αύριο για όλους μας;
-Καταλαβαίνω τι  λες και όχι  δεν βλέπουμε τέτοιους ηγέτες γύρω μας σήμερα, αλλά τουλάχιστον  βλέπουμε  τόσους  ανθρώπους,  κυρίως νέους,  να  υπερασπίζονται  την  ιδεολογία τους μέσα σε  πραγματικά  αντίξοες  συνθήκες. Για  παράδειγμα  τα  παιδιά  που θα πάρουν μέρος στην πορεία αύριο υποστηρίζουν την ιδεολογία τους παρά την γενική κατακραυγή!
Ο Πλάτων χαμογέλασε με συγκατάβαση και συνέχισε από εκεί που σταμάτησε.
-Νεφέλη, δυστυχώς ο  συνδυασμός της άγνοιας, του φανατισμού  και της επιπολαιότητας  οδηγεί την ιδεολογία  στο  ιδεολόγημα,  που  αστόχως  και  ανοήτως παίρνει  τη θέση δόγματος και συνεπώς δεν  είναι η φυσιολογική  εξέλιξη μιας  διασκεπτικής και  ερευνητικής διαδικασίας. Το ιδεολόγημα με την σειρά του, πολύ εύκολα καταντά ιδεοληψία, δηλαδή έμμονη ιδέα ψυχολογικού και όχι  νοητικού  χαρακτήρα,  όπως  η ιδεολογία. Αυτό  γίνεται εύκολα σε όλους μας αντιληπτό  στην  περίπτωση του  αναρχικού  κινήματος, γιατί κατά βάση οι αναρχικοί  είναι εξόχως κοινωνικοποιημένα άτομα σε αντίθεση με το τι πιστεύει, ή έχει οδηγηθεί να πιστεύει, για αυτούς η κοινή  γνώμη. Κύριος στόχος τους είναι η δημιουργία μιας όσο το  δυνατό  φυσικής  κοινωνίας,  χωρίς  καταναγκασμούς  και   καταπίεση.  Οι αναρχοαυτόνομοι από την άλλη πλευρά είναι  τέρατα εγωισμού και  επιδεικτικά  εχθρικοί  όχι  μόνο προς τους αντιφρονούντες στις ιδέες τους, αλλά  και προς  τους ομοϊδεάτες  τους. Είναι αυτοί ακριβώς, που γελοιοποιούν σταθερά  και  μόνιμα  το  αναρχικό  κίνημα με τις γελοίες πράξεις τους, που έχουν σαν αποτέλεσμα  ακριβώς το αντίθετο από αυτό που επιδιώκουν. Φαντάσου  το  με την  ιδία   περίπου έννοια, που οι γραφειοκράτες κομμουνιστές, τα άβουλα γρανάζια της κομματικής μηχανής, που τόσο πολύ μοιάζουν στα άβουλα εξαρτήματα της καπιταλιστικής μηχανής, τους καταναλωτές,  γελοιοποιούν το κομμουνιστικό κίνημα.
Ο οδηγός  ακούγοντας  την  παρομοίωση  για τους γραφειοκράτες κομμουνιστές και έχοντας προσωπική πείρα του πόσο πολύ αλήθευε αυτό άρχισε να γελάει τονίζοντας το εύστοχο της παρατήρησης.
-Μπράβο, νεαρέ, μπράβο! Ακριβώς έτσι έχουν τα πράγματα!
-Επομένως,  σε μια ανθρώπινη κοινωνία και  για να μπορέσει  αυτή να  λειτουργήσει, καθορίζοντας τις ατομικές ελευθερίες του καθενός και τις υποχρεώσεις όλων ώστε η κοινωνία να εκφράσει  την πρωταρχική  της ανάγκη, που  είναι η  επιβίωση των μελών της, αλλά και για  να αγγίξει κάθε μέλος  της την  ολοκλήρωση του  σαν πρόσωπο,  χρειάζεται μια μορφή ηγεσίας,  που θα  καθορίσει τους  κανόνες, το  πλαίσιο μες  το οποίο  θα κινηθεί  η  κοινωνία. Τελικά  το πρόβλημα των αναρχικών δεν είναι τόσο  η  εξουσία, αλλά η  διαστρέβλωση αυτής, που δυστυχώς έχει επιβληθεί στις σύγχρονες κοινωνίες. Τι λες;
Ο Πλάτων περίμενε την αντίδραση της, ενώ αυτή προσπαθούσε να συνέλθει από το κρύο ντους, που  μόλις είχε  δεχτεί. Ήταν  αρκετά  έξυπνη για  να καταλάβει με μιας κάποια απλά πράγματα. Καταρχήν συνειδητοποίησε ότι στερούνταν κάθε πραγματικής ιδεολογικής προσέγγισης  στο ζήτημα της αναρχίας. Αυτό που την χαρακτήριζε ήταν μάλλον κάποιο ιδεολόγημα, επιβεβλημένο  από άλλους  σ’ αυτήν. Όλες οι συμμετοχές της σε πορείες, οι πολύωρες συζητήσεις με φίλους και γνωστούς σε κάποια συγκέντρωση ή εκδήλωση, οι συναυλίες αλληλεγγύης, ακόμη και η αγνή της διάθεση για προσφορά με όποιον τρόπο σε μια κινηματική δράση, που ήθελε να αλλάξει αυτόν τον κόσμο της έκρυβαν την απλή αλήθεια. Ότι την είχε συνεπάρει κι αυτήν η αρχέγονη θέληση, που εκδηλώνεται πάντα με την αυθόρμητη συμμετοχή των νέων, να είμαστε εμείς τα γρανάζια της Ιστορίας, να συμμετέχουμε στα κοινά με όποιον τρόπο, ακόμη κι αν δεν έχουμε το ιδεολογικό υπόβαθρο να το υποστηρίξουμε ή να το δικαιολογήσουμε επαρκώς αν μας ρωτήσουν γιατί! Ακολούθησε όπως ήταν φυσικό η αναγνώριση του γεγονότος  ότι η πορεία  στην οποία ήθελε  να  παραβρεθεί  μάλλον, δεν ήταν  αναρχικών αλλά  αναρχοαυτόνομων, κι ας αποκαλούνται αυτοί όπως θέλουν κι αυτό την  έκανε  να  πονέσει ακόμη περισσότερο για τον  εαυτό της. Μαζεύτηκε κουβάρι, νιώθοντας τόσο μα τόσο εύθραυστη και με ένα σφίξιμο στο στήθος της, βρισκόμενη  για μια  ακόμη  φορά  στην ζωή της, ξεκρέμαστη και μόνη.
Η   πραγματικότητα, ευτυχώς  γι’ αυτήν, ήταν πλέον πολύ  διαφορετική. Ο  Πλάτων  την σκέπασε με τα χέρια του, θέλοντας να δημιουργήσει ένα καταφύγιο για αυτήν κι απόθεσε το κεφάλι της στο στέρνο του, κατανοώντας πλήρως την αντίδρασή της, όταν αυτή ξέσπασε τελικά σε λυγμούς.
                                                        5
Οι φίλοι μας κατευθύνονταν προς την Αθήνα αγκαλιασμένοι και σιωπηλοί για την ώρα. Ο Πλάτων επεξεργαζόταν στο μυαλό του τις επόμενες κινήσεις του. Πλέον δεν ήταν μόνος του, ένα υπέροχο πλάσμα είχε μπει στην ζωή του, μια κοπέλα διψασμένη, εύθραυστη και ταυτόχρονα ατρόμητη για το αύριο, κι αυτό άλλαζε ριζικά τα πράγματα. Παράλληλα, ο Αστυνόμος οδηγούσε ανέκφραστος με τελικό προορισμό την Αθήνα. Είχε μια έντονη αίσθηση ότι εκεί πήγαινε και ο αλητάκος, μιας και θα ήταν ευκολότερο γι’ αυτόν να χαθεί μέσα στον αχανή λαβύρινθο της πόλης. Η Αθήνα είναι μια σύγχρονη μεγαλούπολη, δηλαδή τεράστια και δαιδαλώδης, αλλά θα τον έβρισκε ακόμη κι αν ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκανε σ’
αυτή την μάταιη ζωή!

Κι ενώ αυτά συνέβαιναν, η Γη συνέχιζε να γυρίζει γύρω απ’ τον εαυτό της και γύρω απ’ τον ήλιο και το σύμπαν να διαστέλλεται. Οι ανθρώπινες κοινωνίες προχωρούσαν μπροστά, με την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο νεκρή, βαδίζοντας όλες μαζί προς ένα αβέβαιο μέλλον. Οι ισχυροί του πλανήτη είχαν κάνει τις επιλογές τους. Χρήμα… χρήμα και πάλι χρήμα ήταν η μόνη τους έγνοια μες την άγνοια τους. Το χρήμα σαν αυτοσκοπός και η πλήρης αδιαφορία για τους άλλους αποτελούσε την κινητήριο δύναμη ενός καπιταλισμού στροβίλου, που παρέσερνε τα πάντα στο πέρασμα του, ανθρώπους, όνειρα και φιλοδοξίες! Το άτομο πάνω από την κοινωνία είχε γίνει το σήμα κατατεθέν της εποχής.
Οι πόλεμοι βεβαίως δεν σταμάτησαν ποτέ. Μέσα σε έναν μόλις αιώνα, τον εικοστό αιώνα, είχαμε τον πρώτο και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, είχαμε την Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, το Βιετνάμ και το Αφγανιστάν, το Ιράκ και την Σερβία! Και δεν θα σταματούσαν ποτέ! Όχι, αν δεν μάθαιναν οι άνθρωποι, από μικρά παιδιά, ότι το να σκοτώνεις τον συνάνθρωπο σου είναι μια πράξη καθαρά ζωώδης, βάρβαρη και δεν συνάδει σε καμία περίπτωση με την γνώση, που έχει κατακτήσει ο σύγχρονος άνθρωπος. Όχι, όσο ζώα, ντυμένα με ακριβά κουστούμια και φορώντας χρυσά κοσμήματα, ανίκανα να φτάσουν το επίπεδο του ανθρώπου, ήταν σε καίριες θέσεις και έπαιρναν αποφάσεις που επηρέαζαν τις ζωές όλων!  Όχι, όσο εταιρίες- κολοσσοί, πολεμικές βιομηχανίες, κέρδιζαν τεράστιο κομμάτι από τον πλούτο της Γης, εμπορευόμενες των θάνατο. Όχι χαρίζοντας γνώση και τροφή, αλλά χάος και δυστυχία!
Η δομή της σύγχρονης κοινωνίας των ανθρώπων δυστυχώς αποτελούσε ένα κακέκτυπο της αγέλης! Σε μια αγέλη υπάρχει πάντα ο ισχυρός αρχηγός, που παίρνει τις αποφάσεις και καθορίζει τις εξελίξεις, ο Ηγέτης που ηγείται! Έτσι και στον κόσμο υπήρχε η Υπερδύναμη, μόνον όσον αφορά στα όπλα βεβαίως και όχι σε πολιτιστικό και ηθικό επίπεδο, και οι παρατρεχάμενοι της. Στην αγέλη ο ισχυρός αποφασίζει με γνώμονα το συμφέρον της αγέλης και πάνω από τα ατομικά συμφέροντα. Στους ανθρώπους οι ισχυροί αποφάσιζαν μόνο με βάση τα συμφέροντα των ομοϊδεατών τους, δηλαδή υπέρ των ατομικών και επί των κοινωνικών συμφερόντων. Δεν χρειάζεται πτυχία, παρά η κοινή λογική για να αντιληφθεί κανείς που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια αυτή η κατάσταση.
Λίγο πριν το τέλος τα αποτελέσματα ήταν θλιβερά και θύμιζαν σκηνές της αποκάλυψης, η οποία ήταν ήδη προ των πυλών. Με μια διαφορά. Δεν είναι το χέρι του Θεού, αλλά του ανθρώπου, αυτό που πάτησε το κουμπί της αντίστροφης μέτρησης. Η θερμοκρασία του πλανήτη αυξανόταν ραγδαία λόγω της άλογης ανθρώπινης κατασπατάλησης των φυσικών πόρων, οι πάγοι έλιωναν και η στάθμη της θάλασσας ανέβαινε επικίνδυνα. Παιδιά πέθαιναν καθημερινά από την έλλειψη τροφής, όταν τα σκουπίδια από το φαγητό των δυτικών αυξάνονταν με γεωμετρική πρόοδο. Οι ασθένειες γίνονταν περισσότερες, ισχυρότερες και δυσκολότερες να αντιμετωπιστούν. Την στιγμή που ο Άνθρωπος θα έπρεπε να διαφυλάξει την βιοποικιλότητα του πλανήτη, τα απειλούμενα με εξαφάνιση ειδή είχαν πολλαπλασιαστεί και μόνο η ανθρώπινη λαλιά τους έλειπε για να φωνάξουν ένα μεγαλοπρεπές:  «Άντε στο διάολο!»
Οι επιστημονικές έρευνες κατέγραφαν και πρόβλεπαν ένα μέλλον ζοφερό για το ανθρώπινο είδος! Κι όμως οι «ηγέτες» αδυνατούσαν να συμφωνήσουν στα αναγκαία μέτρα για την αποφυγή της καταστροφής. Τούτη την ύστατη στιγμή, το κέρδος, και όσοι το υπηρετούσαν, διεκδικούσε  για τον εαυτό του το κομμάτι της πίτας που του αναλογούσε. Οι Τρελοί! Δεν καταλάβαιναν, ότι δεν θα υπάρχει πίτα για αυτούς στο μέλλον. Δεν αντιλαμβανόταν ότι σε τελική ανάλυση πήγαιναν ενάντια στο ίδιο τους το συμφέρον. Ακόμη και την ύστατη στιγμή ... σχιζοφρένεια κι απελπισία!
Δεν έφταιγαν όμως μόνο οι «ηγέτες»! Έφταιγαν και οι λαοί. Αυτοί τους ψήφιζαν και τους έδιναν την εξουσία. Οι λαοί, όλοι της γης οι κοιμισμένοι, περίμεναν ένα θαύμα να σώσει την ζωή τους. Περίμεναν μοιρολατρικά την θεία παρέμβαση! Βέβαια δεν τους είχαν ενημερώσει με ακρίβεια για τον Θεό. Νόμιζαν ότι ο Θεός ήταν αυτός, που περιέγραφαν τα θρησκευτικά βιβλία όλου του κόσμου, πάγκαλος, πανάγαθος, με αγάπη για όλους. Δεν είχαν σκεφτεί πολλοί ότι ίσως ο άνθρωπος να συνέλαβε την ιδέα του Θεού για να ορίσει μ’ αυτήν τα μάξιμουμ όρια των δυνατοτήτων του! Ναι, ο άνθρωπος μπορεί να γίνει πάγκαλος και πανάγαθος, μπορεί να αγαπήσει όλους τους συνανθρώπους του. Αρκεί να τον διδάξουν! Μάλλον, ο Θεός είναι το σύνολο των άγνωστων και γνωστών φυσικών νόμων! Θεοί είμαστε οι ίδιοι από την στιγμή, που έχουμε την δύναμη να μεταμορφώσουμε αυτόν τον κόσμο. Απλώς βρισκόμαστε σε λανθάνουσα κατάσταση, σε ένα είδος χειμερίας νάρκης!
Μες την απελπισία όμως κι από τις στάχτες ενός μέλλοντος που παραμόνευε στην γωνία γεννήθηκε και πάλι η ελπίδα! Παρέμενε άγνωστο στους πολλούς, αλλά ήταν γεγονός. Ένας φύση επαναστάτης, ο Πλάτων, το τελειότερο δημιούργημα της φύσης, κατευθυνόταν για την Αθήνα. Ένας άνθρωπος, που αδιαφορούσε για την φυσική τάξη πραγμάτων και ήθελε να φτιάξει τον κόσμο από την αρχή, θεωρώντας τον Θεό, που έφτιαξε τον κόσμο μέσα σε έξι μέρες βιαστικά και τσαπατσούλικα, εντελώς άσχετο με την λογική! Αν ο Θεός είχε την παραμικρή ιδέα τι έκανε όταν έκανε τον κόσμο σήμερα θα αυτοκτονούσε από ντροπή μπρος τις φρικιαστικές εικόνες της κοινωνικής αδικίας και αναλγησίας! Τις εικόνες της παγκόσμιας αυτοχειρίας!
                                                                                  6
Έφτασαν στην Αθήνα κατά το μεσημεράκι. Ο ήλιος είχε διώξει τα σύννεφα και η αυξημένη  θερμοκρασία σε συνδυασμό με την υγρασία λόγω της πρωινής βροχής και τα καυσαέρια από τα υπερβολικά αυτοκίνητα δημιουργούσαν μια αποπνικτική ατμόσφαιρα. Με το που μπήκαν στην πόλη ο οδηγός έβαλε αμέσως σε λειτουργιά το κλιματιστικό και η ατμόσφαιρα μες το αυτοκίνητο έγινε σταδιακά πιο ευχάριστη. Μια περίεργη σιωπή όμως είχε επικρατήσει από ώρα. Δεν είχε μιλήσει κανείς από όταν πέρασαν την Πάτρα και μπήκαν στην εθνική οδό. Ο οδηγός ήθελε να ρωτήσει ένα σωρό πράγματα, όταν είδε όμως στον καθρέπτη του το ψυχρό βλέμμα του Πλάτων αφοσιώθηκε στην οδήγηση του. Τα μάτια του νεαρού ήταν καρφωμένα μπροστά κι όμως του έδιναν την εντύπωση ότι ήταν αλλού, ότι έβλεπαν κάτι τελείως διαφορετικό από τα συνηθισμένα.
Το κορίτσι από την άλλη κοιμόταν ήσυχα στα πόδια του. Είχε αναπαυθεί κλαίγοντας στην αγκαλιά του, όπου παραδόθηκε αμαχητί στον Μορφέα. Η φασαρία όμως της μεγαλούπολης την ξύπνησε με αγένεια. Πλησιάζοντας στο κέντρο κόρνες ανυπόμονων οδηγών, φωνές περαστικών μικροπωλητών και τα άτιμα μηχανάκια έπαιζαν την χειρότερη συμφωνία του κόσμου. Στάθηκε αγουροξυπνημένη στα χέρια της και άνοιξε τα μάτια της αργά. Είδε μπροστά της να ξεκαθαρίζει αργά η φιγούρα του  Πλάτωνα και όρμησε αμέσως στην αγκαλιά του, φιλώντας τον στο πρόσωπο, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι ήταν εκεί, ότι ήταν πραγματικός. Αυτός τραβήχτηκε απότομα από τις σκέψεις του και δέχτηκε με ευχαρίστηση τα υγρά της φιλιά. Αυτή, σίγουρη τώρα ότι δεν είχε ονειρευτεί, τεντώθηκε ναζιάρικα για να ξεπιαστεί.
-Φτάσαμε, ρώτησε χαμηλόφωνα ενώ έτριβε τα μάτια της. Ο Πλάτων είχε πάρει τις αποφάσεις του μετά από διαρκή σκέψη κι αφού είχε σταθμίσει όλους τους παράγοντες. Δεν θα πήγαινε κατευθείαν στον πρωθυπουργό. Θα έβρισκαν αρχικά ένα ξενοδοχείο για να περάσουν το βράδυ και το επόμενο πρωί θα πήγαινε να συναντήσει το μέλλον του. Μέσες άκρες αυτό ήταν το σχέδιο του κι η Νεφέλη θα γινόταν αναπόφευκτα, αλλά οικιοθελώς, μέρος του.
-Σε λίγο φτάνουμε, της απάντησε και έδωσε εντολή στον οδηγό να τους αφήσει στο κέντρο. Μετά ήταν ελεύθερος να φύγει. Αυτός υπάκουσε, νιώθοντας τουλάχιστον περίεργα. Ένοιωθε μέσα του ατέλειωτα ερωτήματα να αναβλύζουν. Ερωτήματα σχετικά με την φωνή μες το μυαλό του, την οποία δεν είχε βγάλει από μέσα του από όταν την άκουσε. Πως το έκανε αυτό; Και το κυριότερο, ήταν το μόνο που τον ξεχώριζε από τους υπόλοιπους, κοινούς θνητούς; Δεν θα έπαιρνε τις απαντήσεις που έψαχνε, τουλάχιστον όχι σήμερα, παρόλα’ αυτά ένοιωθε ικανοποίηση. Και μόνο το γεγονός ότι είχε πάρει μέρος, ένα μικρό ρολάκι είχε μόνο, ίσως ασήμαντο, αλλά πάντως ενεργό, στο ταξίδι αυτού του υπέροχου νέου, τον γέμιζε χαρά. Όχι, όχι δεν ήταν απλή χαρά, αλλά ευτυχία αυτό που αισθανόταν.
Μετά από λίγο έφτασαν τελικά στην πλατεία Συντάγματος, όπου έβριθε από κίνηση, οχημάτων και πεζών. Οι δυο νέοι κατέβηκαν, αφού ο Πλάτων ευχαρίστησε τον οδηγό και δίνοντας του τρία χαρτονομίσματα των εκατό ευρώ.
-Ελπίζω αυτά να καλύψουν τον κόπο σου και τις βενζίνες, είπε χαμογελώντας. Δίστασε για λίγο και συνέχισε. Ζήσε μια καλή και γεμάτη ζωή, για σένα, για την οικογένεια σου και τον συνάνθρωπο σου. Μην αφήσεις καμιά ευκαιρία να πάει χαμένη, τόνισε με έμφαση! Έκλεισε την πόρτα και ο οδηγός έμεινε να παρατηρεί τους δυο νέους να απομακρύνονται, πιασμένοι χέρι-χέρι μέχρι που χάθηκαν μες το πλήθος. Χαμογέλασε θλιμμένα, κοιτάζοντας για λίγο τα χρήματα, που του είχε δώσει.
Δεν τα χρειαζόταν, μιας και ήταν αρκετά εύπορος, το σημαντικότερο όμως είναι η ανάγκη, που γέννησε αυτή η γνωριμία στον οδηγό μας. Μια ανάγκη, που καλύφθηκε γρήγορα, όταν ένας άπορος, ζητιανεύοντας λίγο παραπέρα, είδε ξαφνικά ανάμεσα στα διάσπαρτα κέρματα των είκοσι και των πενήντα λεπτών ή του ενός ευρώ, τρία χαρτονομίσματα των εκατό ευρώ να προσγειώνονται αργά μες το καλαθάκι του. Τα άρπαξε με μιας και κοιτώντας απορημένα δεξιά-αριστερά σηκώθηκε, σφίγγοντας τον θησαυρό του στο στήθος και δίνοντας άδεια στον εαυτό του έφυγε τρέχοντας. Η ελεημοσύνη, ο οίκτος των αστών, μπορούσε να περιμένει για λίγες ημέρες!
                                                        7 
Έστεκαν ασάλευτοι στο κέντρο της πλατείας  Συντάγματος, παρατηρώντας χιλιάδες τους ανθρώπους, σαν ορδές μυρμηγκιών, να πηγαίνουν προς όλες τις κατευθύνσεις και την ίδια ώρα που ο Αστυνόμος έφτανε στον τόπο, όπου βρισκόταν παρατημένο το Γιούγκο, τον Πλάτων άγγιζε, πέρα απ’ το τρυφερό χέρι της Νεφέλης, ο θόρυβος των ανθρώπων, ένα ασταμάτητο, ενοχλητικό βουητό μες το μυαλό του. Κοίταζε τους ανθρώπους γύρω του με θλίψη, γιατί δεν έβλεπε παρά κούφια σώματα από μέσα, παρίες της προσμονής και της υπόσχεσης ενός καλύτερου μέλλοντος!

Ένα περιπολικό με δυο αστυνομικούς βρισκόταν μπροστά από το Γιούγκο και περίμενε τον γερανό για να το μεταφέρουν στο παρκινγκ της αστυνομίας. Ο Αστυνόμος τους καλημέρισε δείχνοντας το σήμα του και μπήκε μέσα στο αυτοκινητάκι. Κάθισε στην θέση του οδηγού κι αφού έμεινε ακίνητος να παρατηρεί το εσωτερικό του για λίγα δευτερόλεπτα, άρχισε να το ψάχνει εξονυχιστικά. Έψαχνε σαν εκπαιδευμένος σκύλος για οτιδήποτε θα μαρτυρούσε την παρουσία του «αλητάκου», αλλά δεν βρήκε το παραμικρό. Δυστυχώς, τίποτα απολύτως δεν μαρτυρούσε την ύπαρξη του «αλητάκου» εκεί μέσα. Τίποτα εκτός από ... εστίασε ξαφνικά το βλέμμα του στην πλάτη του καθίσματος του συνοδηγού.
 «Τι είναι αυτό;» αναρωτήθηκε διακρίνοντας κάτι, ίσως αδιάφορο, ίσως και όχι. Έπιασε με το χέρι του μια μακριά μελαχρινή τρίχα. Την τύλιξε με χειρουργική ακρίβεια ένα μικροσκοπικό κουβάρι, την έφερε στα ρουθούνια του και πήρε μια μεγάλη εισπνοή. Θα μπορούσε η τρίχα να βρίσκεται εκεί από καιρό, το οποίο ήταν και το πιο πιθανό μιας και το αυτοκίνητο ήταν νοικιασμένο, η ανεπαίσθητη όμως γλυκιά μυρωδιά από σαμπουάν αποτέλεσε αδιάψευστο μάρτυρα. Βρήκε το στοιχείο που αναζητούσε. Ο «αλητάκος» είχε παρέα και μάλιστα γένους θηλυκού.
Έκανε μια περίεργη γκριμάτσα, σαν να χαμογελούσε μόνος του και να έδειχνε τα δόντια του ταυτόχρονα, θυμίζοντας αγριεμένο σκύλο μπροστά στην ανυπεράσπιστη γάτα. Ρώτησε τους αστυνομικούς τι ήξεραν και του επιβεβαίωσαν την παρουσία μιας κοπέλας στο σκηνικό με τον καταζητούμενο. Μπήκε φουριόζος στο αυτοκίνητο του και ξεκίνησε για την Αθήνα. Πλέον ήταν σίγουρος μέσα του, ότι εκεί κατευθυνόταν το ... ζευγαράκι! Δεν πρόλαβε όμως να ακούσει, ή και να άκουσε όντως κάποιες περίεργες κι απίστευτες προτάσεις να σβήνουν καθώς απομακρύνονταν αδιαφόρησε, τους συναδέλφους του να χαζογελάνε για τις μαρτυρίες των δυο αστυνομικών. Δεν έδωσε σημασία στην φράση ότι «Τους χτύπησε μια ... πανίσχυρη, αόρατη δύναμη, η οποία λέει βγήκε ... από τα χέρια του. Το φαντάζεσαι; Μάλλον, θα είχαν πιει λιγάκι παραπάνω πριν πιάσουν υπηρεσία!», αστειεύτηκαν οι φύλακες του Γιούγκο. Το μόνο πράγμα που είχε καρφωμένο στο μυαλό του ο Αστυνόμος ήταν ο «αλητάκος» κι η γκομενίτσα του!

Ο Πλάτων και η Νεφέλη κατευθύνθηκαν  στο πλησιέστερο ξενοδοχείο, το οποίο είτε από καθαρή τύχη, είτε γιατί ο Πλάτων πίστεψε ασυνείδητα ότι εκεί θα ήταν πιο ασφαλής, ήταν από αυτά που χαρακτηρίζονται σαν ξενοδοχεία πολυτελείας. Πέντε ολόκληρων αστέρων! Και παρότι τον έψαχναν, ο Πλάτων ήξερε κατά βάθος ότι δεν υπήρχε περίπτωση να τον βρουν εκεί. Μπορεί να ήταν απαραίτητο για τους περισσότερους να δίνουν την αστυνομική τους ταυτότητα στην ρεσεψιόν για να πάρουν δωμάτιο, όχι όμως και για αυτόν. Και χωρίς το όνομα του καταχωρημένο στα γρανάζια του συστήματος, θα έψαχναν για ψύλλους στα άχυρα.
Τους υποδέχτηκε καθώς ανέβαιναν τα σκαλιά ένας νεαρός, ντυμένος με μια κοκκινόμαυρη στολή λες και η αποκριές είχαν έρθει νωρίτερα φέτος, ανοίγοντας τους την πόρτα. Ο Πλάτων έπιασε από την μέση την Νεφέλη και προχωρώντας προς την ρεσεψιόν της ψιθύρισε στο αυτί:
-Μην πεις τίποτε! Άσε με να το χειριστώ εγώ!
Ο κόσμος ήταν αρκετός στο ξενοδοχείο. Άλλοι έπιναν το καφεδάκι τους στην καφετέρια και άλλοι κατευθυνόταν στο εστιατόριο για το μεσημεριανό τους. Το πρώτο πράγμα που σου έκανε εντύπωση πάντως ήταν η αίσθηση της χλιδής. Την ένιωθες στον αέρα παντού γύρω σου. Οφειλόταν τόσο στην κλασική  και πανάκριβη διακόσμηση, στο λουστραρισμένο ξύλο και το γυαλί που κυριαρχούσαν στον χώρο, όσο και στο ντύσιμο των ανθρώπων, από τους υπάλληλους μέχρι τον τελευταίο επισκέπτη. Ήταν κυριολεκτικά σαν την μύγα μες το γάλα οι δυο τους, με την ανέμελη σπορτίφ εμφάνιση τους, ανάμεσα σε τόσα γυαλιστερά κοστούμια, χλιδάτα φορέματα και πολύχρωμες στολές. Απέναντι στην τελευταία λέξη της μόδας, στην κυριαρχία του φαίνεσθε επάνω στο είναι, μέσα σε έναν πολιτισμό, όπου είσαι αποκλειστικά αυτό που δείχνεις. Είσαι μόνο η εικόνα σου, τίποτα άλλο! Απέξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα που λέει κι ο λαός μας. Όντως, κύριε Κούντερα,  τελικά ανάμεσα στο είναι και τη λήθη βασιλεύει το κιτς!
-Καλημέρα σας, κύριε… κυρία, πως θα μπορούσαμε να σας εξυπηρετήσουμε,  ρώτησε με ευγένεια μια δεσποινίς στην ρεσεψιόν κι αφού κοίταξε για μια στιγμή την Νεφέλη έστρεψε το βλέμμα της στον Πλάτων.
 -Θα θέλαμε ένα δίκλινο δωμάτιο για λίγες ημέρες, της απάντησε αυτός το ίδιο ευγενικά.
-Ωραία, μια στιγμή να ελέγξω ... ωραία… α, θέλετε με διπλό κρεβάτι ή δυο μονά;
Ο Πλάτων στράφηκε στην Νεφέλη ξαφνιασμένος και προβληματισμένος. Είχε σκεφτεί τα πάντα... εκτός από αυτό.
-Ένα υπέρδιπλο, παρακαλώ, απάντησε χαμηλόφωνα η Νεφέλη, σκύβοντας πάνω στον γκισέ προς την κοπέλα της ρεσεψιόν και προσπαθώντας να καταπιέσει ένα χαμόγελο, που αγωνίζονταν να σχηματιστεί στο πρόσωπό της.
-Μάλιστα, επανέλαβε τυπικά η υπάλληλος. Τις ταυτότητες σας παρακαλώ, συνέχισε πληκτρολογώντας στον υπολογιστή χαμογελώντας πλέον κι αυτή. Της είχε φανεί πολύ γλυκιά η αυθόρμητη αντίδραση της κοπελιάς και η αμηχανία που δήλωσε το βλέμμα του πανέμορφου νεαρού. Μια κρυφή επιθυμία να ήταν αυτή στην θέση της κοπέλας που συνόδευε τον νεαρό ξεπήδησε απρόσκλητη.
Ο Πλάτων πήρε την ταυτότητα της Νεφέλης και έσκυψε κι αυτός πάνω από τον γκισέ της ρεσεψιόν.
-Δεσποινίς, θα ήθελα να σας ζητήσω μια τεράστια χάρη, είπε σχεδόν παρακλητικά. Αυτή τον κοίταξε με επιφύλαξη, με το χαμόγελο όμως να παραμένει στην θέση του  κι αυτός συνέχισε. Ορίστε η ταυτότητα της φίλης μου. Θα σας παρακαλούσα να μην σας δώσω την δικιά μου για ευνόητους λόγους, είπε αφήνοντας να αιωρείται μια υποψία εξωσυζυγικής σχέσης ή η θέληση να κρύψει το διάσημο όνομα του. Ήταν σίγουρος ότι η γοητεία του θα έκανε τα μαγικά της.
-Με συγχωρείτε, κύριε, αλλά αυτό είναι αδύνατον, απάντησε σε έντονο ύφος, αλλά πάντα ευγενικά η ρεσεψιονίστ. Το χαμόγελό της έσβησε με μιας. Το ξενοδοχείο μας διακρίνεται για την τυπικότητα στους ελέγχους και βεβαίως για την εχεμύθεια μας. Κανείς δεν θα μάθει ποτέ ότι ήρθατε εδώ. Εκτός βεβαίως από τις αρχές αν μας ζητηθεί, συμπλήρωσε με ένα τεχνητό χαμόγελο στο τέλος!
Ο Πλάτων έκανε μια απέλπιδα προσπάθεια για λίγα λεπτά ακόμη να πείσει την υπάλληλο. Χωρίς αποτέλεσμα όμως, καθώς ήταν νέα στην δουλειά, την οποία βρήκε με πολύ κόπο και λίγο γλείψιμο ομολογούμενος, και δεν είχε καμιά όρεξη να ριψοκινδυνέψει την απόλυσή της, μόνο και μόνο για να πηδήξει, όπως φανταζόταν ο γόνος κάποιας πλούσιας οικογενείας, την ομολογουμένως πανέμορφη  πουτάνα του. Η προηγούμενη επιθυμία της έσβησε εντελώς από τον χάρτη του μυαλού της. Η επιβίωσή της ήταν πάνω απ’ όλα, ο κανονισμός  ήταν  ξεκάθαρος και  δεν  θα έκανε πίσω, εκτός αν έπαιρνε εντολή από κάποιον ανώτερο της κι επομένως η ευθύνη έφευγε από πάνω της.
Απότομα, κι ενώ η υπομονή του εξαντλούταν, ο Πλάτων την κάρφωσε έντονα με τα μάτια του κι αυτή τραβήχτηκε ελαφρά προς τα πίσω. Δεν φοβήθηκε, αλλά παραξενεύτηκε μ’ αυτό το βλέμμα. Ο φόβος δεν άργησε να τρυπώσει μέσα της όταν άκουσε μια φωνή βαθιά στο κεφάλι της.
 «Κούκλα μου, δεν υπάρχει λόγος να δημιουργούμε προβλήματα ο ένας στον άλλο. Δεν είμαστε εχθροί εγώ κι εσύ. Αντιθέτως …είμαστε στο ίδιο στρατόπεδο!».Τα τελευταία λόγια δεν ηρέμησαν την ψυχή της, αλλά τουλάχιστον άμβλυναν τον φόβο της. Έναν φόβο που την είχε κοκαλώσει πλήρως συνειδητοποιώντας ότι η φωνή που άκουσε στο μυαλό της ανήκε στον νεαρό μπροστά της. Ένιωσε το μυαλό της να δραπετεύει απ’ το κρανίο της, να αρνείται την πραγματικότητα, να χάνεται στην λήθη. Ο Πλάτων, ασυναίσθητα, περιπλανήθηκε για λίγο στα μονοπάτια του μυαλού της και ύστερα της ψιθύρισε με φωνή, που μπορούσαν να ακούσουν τα αυτιά της.
-Μην φοβάσαι δεν θα σε βλάψω! Χρειάζομαι μόνο την βοήθεια σου. Δεν είμαστε εχθροί εγώ κι εσύ, επανέλαβε. Είμαστε στο ίδιο στρατόπεδο. Οι εχθροί μας είναι όλοι αυτοί, είπε και έδειξε γύρω του με το χέρι. Το τρομοκρατημένο της βλέμμα περιπλανήθηκε αμήχανα, σαν ρομπότ που υπακούει σε εντολές άλλων, στον χώρο, όπου όπως κάθε μέρα έτσι και σήμερα συνωστίζονταν βουλευτές, υπουργοί, δημόσιοι λειτουργοί, μεγαλοεπιχειρηματίες και ξένοι διπλωμάτες, μεγαλοεκδότες και τσιράκια δημοσιογράφοι, οι οποίοι πίστευε ότι δημιουργούσαν ένα κλειστό κύκλωμα εκμετάλλευσης και καταλήστευσης της κρατικής περιουσίας προς όφελος τους. Και τα ψίχουλα; Παροχές για τον λαό!
-Αυτό δεν πιστεύεις κι εσύ; Τι λες, λοιπόν; Θα μας βοηθήσεις;
Η κοπελιά απέναντι του, αφού αντιλήφθηκε με δέος ότι κάποια δωμάτια του μυαλού της είχαν ξεκλειδωθεί απρόσμενα, γύρισε προς τον Πλάτων. Πως μπορούσε ο νέος αυτός να ξέρει την απέχθεια που ένοιωθε κάθε μέρα που περνούσε, υποχρεωμένη να υπηρετεί όλους αυτούς, που θεωρούσε ανάξιους κι ανέντιμους. Ο φόβος άρχισε να υποχωρεί σιγά σιγά και η κοπέλα δέχθηκε την ωμή αλήθεια βλέποντας το κορίτσι δίπλα στον νεαρό να την κοιτάζει με ειλικρινές ενδιαφέρον, καθώς τα μάτια της μαρτυρούσαν μια αγωνιώδη περιέργεια να μάθει τι ήταν αυτό που έκανε ο Πλάτων και πυροδότησε την εμφάνιση του απόλυτα έκπληκτου βλέμματος πάνω στο πρόσωπό της.
Η πρωτοφανής εμπειρία, που μόλις είχε βιώσει, την ταρακούνησε συθέμελα και η σκέψη της είχε σαστίσει, αλλά  πείστηκε ότι είχε όντως ακούσει μέσα της, αντηχούσε ακόμη σε όλο της το σώμα, την φωνή του γοητευτικού νέου που την κοίταζε τώρα με τα ευγενικά του μάτια ήρεμος και πράος. Της θύμισε η εικόνα που αντίκριζε, με τον Πλάτων σε πρώτο πλάνο και τους υπόλοιπους από πίσω του, μια θυσία, ένα πρόβατο προς σφαγή ανάμεσα στους πεινασμένους λύκους. Δεν ένιωθε σίγουρα τρελή και επίσης σίγουρα το κορίτσι δίπλα στον νεαρό που την κοίταζε άπληστα θα ήθελε τώρα απεγνωσμένα να είναι στην θέση της.
-Ποιος είσαι; Πες μου μόνο το όνομα σου, ζήτησε με αγάπη στην φωνή της.
-Με λένε Πλάτων ... Αντιγόνη! Έχεις κι εσύ υπέροχο όνομα.            
Η Αντιγόνη, δεν αντιλήφθηκε ότι ο Πλάτων είχε βρει το όνομα της  μες τα συρτάρια του μυαλού της, νομίζοντας απλώς ότι το είδε στο καρτελάκι που φορούσε στην στολή της. Εκεί, στο μυαλό της, βρήκε και την  αγανάκτηση της για το γεγονός ότι ανήκε στην «γενιά των εφτακοσίων ευρώ». Μόλις τώρα συνειδητοποίησε εντυπωσιασμένος και ο ίδιος ότι και οι πιο μύχιες και απόκρυφες σκέψεις των ανθρώπων, ήταν πλέον ανοιχτό βιβλίο γι’ αυτόν. Μπορούσε να ψάξει στα κατάστιχα του μυαλού των άλλων, όπως ψάχνουμε ένα βιβλίο σε μια βιβλιοθήκη.
Η Αντιγόνη πήρε εκστασιασμένη την ταυτότητα της Νεφέλης και έδωσε μια κάρτα στον Πλάτων.
-Ορίστε, το 628  είναι το  δωμάτιο σας, είπε  μην έχοντας ξεπεράσει πλήρως το σοκ, αλλά με ένα αίσθημα πρωτόγονης ικανοποίησης να την κυριεύει. Ένιωθε βαθιά μέσα της ότι ο νέος αυτός είχε ένα πολύ μακρινό ταξίδι μπροστά του και θα έκανε έστω το ελάχιστο που μπορούσε για να τον βοηθήσει στον δρόμο του.
-Σ’ ευχαριστούμε πολύ Αντιγόνη, τόνισε ο Πλάτων. Θα τα ξαναπούμε, της είπε με σιγουριά αφήνοντας την να μετράει τα δευτερόλεπτα μέχρι την επομένη συνάντηση της με τον υπέροχο αυτό νεαρό. Τους είδε να μπαίνουν στο ασανσέρ και γύρισε με ένα τεράστιο χαμόγελο στον προϊστάμενο της λίγο πιο πέρα.
-Ωραία μέρα, του είπε και γύρισε στον επόμενο πελάτη, που περίμενε να κλείσει δωμάτιο, ενώ το μυαλό της προσπαθούσε μάταια να κατευνάσει τις χιλιάδες ερωτήσεις για το τι είχε συμβεί κι ενώ η καρδιά της χόρευε σαν τρελή στο στήθος της!
                                                                           8
Ανέβηκαν αμίλητοι στο δωμάτιο. Ένιωθαν και οι δυο περίεργα. Ήξεραν, ή τουλάχιστον φανταζόταν, τι θα επακολουθούσε, αλλά ένα αίσθημα αβεβαιότητας, ίσως και ντροπής, υπέβοσκε μέσα τους. Άλλωστε, δεν γνωρίζονταν παρά λίγες μόνο ώρες. Κι όμως! Ίσως αυτός να ήταν ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής τους. Ποτέ δεν ξέρεις τι σου επιφυλάσσει το μέλλον, υπάρχουν όμως κάποιες περιπτώσεις, λίγες περιπτώσεις, όπου και οι δυο στο ξεκίνημα αντιλαμβάνονται ότι η δικιά τους σχέση τους έχει κάτι το ξεχωριστό, κάτι το απροσδιόριστα γοητευτικό. Άλλοι θεωρούν ότι βρήκαν την «αδελφή» ψυχή που όλοι ψάχνουν σαν το άγιο δισκοπότηρο κι άλλοι ... Τελοσπάντων, οι φίλοι μας μπήκαν στο δωμάτιο αμίλητοι και έμειναν έτσι για τα υπόλοιπα … λίγα δευτερόλεπτα. Μετά, η ντροπή και οι αναστολές πήγαν περίπατο και δεν θα ξαναγύριζαν ποτέ. Ένα ξέφρενο πάθος κυρίεψε και τους δύο!
Με το που ακούστηκε η πόρτα να κλείνει πίσω τους, η Νεφέλη πέταξε το σάκο της και όρμησε στον Πλάτων. Άρχισε να τον φιλά παθιασμένα και να τον ξεντύνει. Αυτός αποκρίθηκε αμέσως στο κάλεσμα της και την πήγε φιλώντας την στο κρεβάτι. Την πέταξε πάνω στο μαλακό και καλοστρωμένο στρώμα και άρχισε να γδύνεται,  χωρίς να παίρνει τα μάτια του από πάνω της. Αυτή έκανε ακριβώς το ίδιο. Η ατμόσφαιρα είχε ήδη ηλεκτριστεί και η απαίτηση της ηδονής αιωρούνταν στο δωμάτιο ερεθίζοντας τους κατακόρυφα. Ήθελαν τρελά ο ένας τον άλλο. Εδώ και τώρα! Χωρίς καμιά έγνοια για το μέλλον. Ήταν μαζί και δεν τους ένοιαζε ακόμη και το σύμπαν να κατέρρεε!
Άρχισαν το σεξ, βίαιο και παθιασμένο, αλλά ταυτόχρονα έκαναν και έρωτα. Κοιτάζονταν λάγνα, φιλιόνταν τρυφερά, χαϊδεύονταν. Τα λυγερά κορμιά τους μπλεγμένα σαν κλαδιά δέντρων κι ωθούμενα από μια πρωτόγνωρη έκσταση προσπαθούσαν να γίνουν ένα, την ώρα που τα συναισθήματα τους είχαν ήδη ενωθεί με μια προσμονή οργιώδους ευτυχίας. Γεύονταν το σάλιο και τον ιδρώτα του άλλου. Άγγιζαν κι οσφραίνονταν το ιδρωμένο δέρμα και τις ορμόνες που ξεχύνονταν απ’ τους πόρους τους. Αντάλλασαν υγρά και τέλειωσε μέσα της κάθε φορά που το έκαναν. Είχαν κι οι δυο τους πριν ερωτικές εμπειρίες, τίποτα όμως δεν συγκρινόταν με την απόλυτη ηδονή που βίωναν τώρα μαζί. Σπαρταρούσαν ο ένας στα χέρια του άλλου με τους οργασμούς να τους συγκλονίζουν.
Μετά από αρκετές ώρες κι αφού δοκίμασαν άγρια τα όρια τους, εξαντλημένοι πλέον, κοιμήθηκαν αγκαλιά, αποκαμωμένοι, αλλά νιώθοντας μια βαθιά γαλήνη να τους σκεπάζει σαν κουβέρτα. Κείτονταν στο κρεβάτι γυμνοί, ιδρωμένοι και αναμαλλιασμένοι. Οι καρδιές τους επανέρχονταν σταδιακά στους φυσιολογικούς τους ρυθμούς, μετά τον ερωτικό τους μαραθώνιο! Οι ορμόνες άρχιζαν να σταθεροποιούνται έχοντας συντελέσει το πολύτιμο έργο τους. Και ενώ όλα αυτά ήταν ήδη ιστορία και τα κύματα απόλαυσης καταλάγιαζαν αργά, ένα σπερματοζωάριο είχε καταφέρει κιόλας να εισχωρήσει στην μήτρα της Νεφέλης. Σαν άξιος νικητής βρήκε το φιλόξενο περιβάλλον που αναζητούσε και είχε ξεκινήσει μια γενετικά προκαθορισμένη διαδικασία. Σε εννέα μήνες θα γίνονταν γονείς! Τι υπέροχη η τυχαιότητα του σύμπαντος! Πόσο αγνές κι όμορφες οι δημιουργίες  της!

Δεν υπάρχουν σχόλια: